Read More

Τα Κουλέντια

Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης. Το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά....
Read More

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας.
Read More

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας,

Η σιδηροδρομική γέφυρα (ή προβλήτα) της Αγίας Μαρίνας, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του παραθαλάσσιου χωριού και ταυτόχρονα είναι ένα πολύ σημαντικό νεότερο Βιομηχανικό μνημείο, ηλικίας 130 ετών. Εκεί μάθαινα να κολυμπώ και δέθηκα με την θάλασσα...
Read More

Βλυχάδα Ρειχιάς: Η κρυμμένη παραλία που μαγεύει τους επισκέπτες

Κάποια μέρη που βλέπουμε, ακόμα και μέσα από μερικές φωτογραφίες, μας κάνουν να θέλουμε να τα επισκεφθούμε, γιατί απλά, φαίνεται πως είναι από αυτά που λέμε κρυμμένοι παράδεισοι.
Read More

5 χιλιόμετρa από την Σούρπη, συναντάμε τον οικισμό Νήες.

Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός, με μοναδικές γωνιές, που όσοι τις έχουν απαθανατίσει με την φωτογραφική τους μηχανή, τις παρομοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής.

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Ενήλικες συναινούντες

.Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε κάποτε ο Φρόιντ, ότι δηλαδή ένα πραγματικά ευτυχισμένο άτομο δεν φαντασιώνεται ποτέ, οι επιστήμονες σήμερα έρχονται να απενοχοποιήσουν τις φαντασιώσεις μας. Τις αντιμετωπίζουν ως μια φυσιολογική διαδικασία που βοηθά τη σεξουαλική μας ζωή.
Η σύγχρονη ψυχολογία και η σεξολογία έχουν πράγματι απομακρυνθεί από την αυστηρή φροϋδική προσέγγιση, υιοθετώντας μια πολύ πιο απελευθερωτική και λειτουργική οπτική απέναντι στις φαντασιώσεις. Αντί να θεωρούνται ενδείξεις καταπιεσμένων επιθυμιών, ψυχικών δυσλειτουργιών ή «ανωμαλιών», οι φαντασιώσεις αναγνωρίζονται σήμερα ως ένα πολύτιμο εργαλείο για την ψυχική και σεξουαλική υγεία του ατόμου. Οι φαντασιώσεις λειτουργούν συχνά ως «διεγερτικά» που προετοιμάζουν το σώμα και τον εγκέφαλο για τη σεξουαλική πράξη, αυξάνοντας τη διέγερση και τη διάθεση. Ο εγκέφαλος είναι το ισχυρότερο σεξουαλικό όργανο. Οι φαντασιώσεις επιτρέπουν στο άτομο να εξερευνήσει σενάρια, ρόλους ή δυναμικές που μπορεί να μην επιθυμεί ή να μην είναι εφικτό να πραγματοποιήσει στην πραγματικότητα. Είναι ένας χώρος όπου δεν υπάρχει κίνδυνος, κριτική ή κοινωνική καταδίκη. Σε πολλές περιπτώσεις, η φαντασίωση βοηθά το άτομο να αποσυνδεθεί από καθημερινές πιέσεις ή από το άγχος της απόδοσης, επιτρέποντάς του να συγκεντρωθεί στην απόλαυση. Όταν οι σύντροφοι επιλέγουν να μοιραστούν τις φαντασιώσεις τους (πάντα με συναίνεση), αυτό μπορεί να ενισχύσει την οικειότητα, να οδηγήσει σε νέους τρόπους σύνδεσης και να «σπάσει» τη ρουτίνα. Το γεγονός ότι κάποιος φαντασιώνεται κάτι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι επιθυμεί να το βιώσει στην πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι αντλούν ηδονή από τη φαντασίωση ακριβώς επειδή είναι «απαγορευμένη» ή «διαφορετική» από την καθημερινότητά. Όσο οι φαντασιώσεις παραμένουν στο πλαίσιο της ιδιωτικής σκέψης, δεν επηρεάζουν κανέναν. Αν το ζευγάρι αποφασίσει να τις υλοποιήσει, η ρητή, ενσυνείδητη και ανακλητή συναίνεση παραμένει ο απαράβατος κανόνας, διασφαλίζοντας ότι η εμπειρία παραμένει ευχάριστη και ασφαλής για όλους τους εμπλεκόμενους.
 Κατά παράδοξο τρόπο, ενώ επιτρέπουμε στον εαυτό μας να επιδίδεται σε αναλυτικότατες περιγραφές σχετικά με την πραγματική μας σεξουαλική δραστηριότητα, σπάνια αποκαλύπτουμε τις κρυφές σκέψεις και τις εικόνες που μας διεγείρουν. Κι αυτό γιατί οι φαντασιώσεις περιλαμβάνουν πολύ συχνά μια έννοια του απαγορευμένου ή του ανήθικου. «Αλλά ακριβώς αυτή η απαγορευμένη διάσταση είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα.
 Η σεξουαλικότητα είναι συχνά πιο περίπλοκη από τις ταμπέλες που της δίνουμε. Η φαντασίωση μπορεί να είναι ένα «αθώο» παιχνίδι του νου ή, σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να λειτουργεί ως μια «ρωγμή» από την οποία αναδύεται μια πλευρά του εαυτού που το άτομο δεν έχει τολμήσει ακόμα να εξερευνήσει. Το γεγονός ότι κάποιος φαντασιώνεται ένα άτομο του ίδιου φύλου δεν τον καθιστά αυτόματα «ομοφυλόφιλο» με την έννοια της κοινωνικής ταυτότητας, αλλά σίγουρα υποδηλώνει ότι η σεξουαλικότητά του έχει εύρος. Η άρνηση, σε αυτή την περίπτωση, είναι συνήθως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αυτογνωσία και την ψυχική ηρεμία.
Στην αρχαιότητα το θέμα δεν ήταν καν θέμα. Μετά τον μεσαίωνα όμως, οι άνθρωποι που γεννιόνταν με φυσική ερωτική ροπή προς το ίδιο φύλο είχαν να αντιμετωπίσουν την εχθρότητα της κοινωνίας και την απόρριψη των οικείων τους. 
Σε προηγούμενες πιο πρόσφατες δεκαετίες, τότε που ακόμη πήγαινα σχολείο, θυμάμαι ψιθύρους στα διαλείμματα ότι ο «τάδε» είναι «πούστης» ή «γυναικωτός» ή «τζιβιτσιλού» ή τόσες άλλες υποτιμητικές εκφράσεις για κανονικά παιδιά, που υπόκεινταν την ανικανότητα της κοινωνίας να αναγνωρίσει ότι η ερωτική φύση τους δεν ήταν σαν των περισσότερων.
Τη δεκαετία του 1950 στη μεταπολεμική Βρετανία καταδικάστηκε για υποψίες ομοφυλοφυλίας και υποχρεώθηκε σε φαρμακευτική αγωγή που ισοδυναμούσε με χημικό ευνουχισμό, ο εγκέφαλος της αποκρυπτογράφησης των μυστικών μηνυμάτων των Ναζί, ο οποίος επέτρεψε στις Συμμαχικές Δυνάμεις τη δυνατότητα να κερδίσουν τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Ο Alan Turing με την ευφυΐα και την εφευρετικότητα του, ανακάλυψε τον ψηφιακό υπολογιστή και τη μέθοδο αλγοριθμικού προγραμματισμού. Αντί να παρασημοφορηθεί και να απολαμβάνει τιμές που αναλογούσαν στην αποφασιστική συνεισφορά του στην έκβαση του Β´ΠΠ, υποχρεώθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό και κατανάλωση ψυχοτρόπων φαρμάκων που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Το «έγκλημά» του ήταν ότι υπήρχε η υπόνοια πως ήταν ομοφυλόφιλος. 
Όταν ένας άνδρας αρχίζει να νιώθει φυσιολογική τη φαντασίωση του, εξοικειώνεται όλο και περισσότερο με την ιδέα της πραγματοποίησής της. Mε ερεθίζει το συγκεκριμένο είδος φαντασίωσης που δεν είναι κάτι καινούργιο, όμως ποια είναι, τα όρια του φυσιολογικού; Όταν οι φαντασιώσεις μετατραπούν σε έντονες πράξεις; Κι όταν η σεξουαλική συνεύρεση φτάσει στο τέλος της, τι θα αφήσει πίσω της; Και πώς θα είναι η σχέση μετά; Η δύναμη του σεξ εκφράζεται πάντα με την αποδοχή και συμμετοχή των ερωτικών συντρόφων, οι οποίοι ως πρωταγωνιστές έχουν το δικαίωμα να παίξουν τον δικό τους ρόλο, φτάνοντας μέχρι εκεί που αυτοί ξέρουν. 
Παρότι το θέμα είναι πολύ παλιό, ακόμη και σήμερα βρίσκεται στην «επικαιρότητα» αγγίζει ευαίσθητες χορδές, προσωπικά όρια ή πιστεύω που προκαλούν το ενδιαφέρον, τη διαφωνία ή και την περιέργεια. Παραμένει διαχρονικό, οι αξίες, τα προβλήματα και οι ανθρώπινες συμπεριφορές που πραγματεύεται δεν έχουν αλλάξει ριζικά με τον χρόνο. Παρά την παλαιότητα του, δεν έχει εξαντληθεί και οι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκουν νέους τρόπους να το προσεγγίζουν «αγγίζοντας» ευαίσθητα σημεία.  
Συναινούντες ενήλικες του ίδιου φύλου, μη πάσχοντες από ψυχιατρική νόσο, και κάνουν επί της κλίνης τους οτιδήποτε αρκεί να μην εμπίπτει στις διατάξεις των νόμων, το θεωρώ αποδεκτό. Κάποιο βαθμό κριτικής θα ασκήσω εις αυτούς που χρησιμοποιούν το σεξ για κοινωνική και επαγγελματικη άνοδο.
Στα καθ΄ ημάς! Πόσο πιο αθώος είναι άραγε ο αγρότης που ουδέποτε μοίχευσε, αλλά καλλιεργεί φράουλες με τεράστιες ποσότητες τοξικών; Ο κτηνοτρόφος που ταΐζει τα ζώα του με εγκληματικά φυράματα; Ο δάσκαλος η ο καθηγητής που δεν διδάσκει στο σχολείο, για να τα εισπράξει στα ιδιαίτερα; Απλώς έχουμε μάθει να δείχνουμε με το δάκτυλο τη σεξουαλική παρεκτροπή ως σπάνιο δέντρο, αγνοούντες το δάσος της διαφθοράς που μας περιβάλλει. Βασικός κανόνας λοιπόν αυτού του παιχνιδιού είναι η συναίνεση, με αυστηρή προϋπόθεση «τα εν οίκω μη εν δήμω»...
Ο Αλκιβιαδης θυμάται..
Η ιστορία του Παυσανία και του Αλκιβιάδη φέρνει στο προσκήνιο μια από τις πιο αυθεντικές μορφές ανθρώπινης σύνδεσης: τη φιλία που σφυρηλατείται στις «κλειστές» συνθήκες της θάλασσας. Η ναυτιλία, με τις ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης, το περιορισμένο περιβάλλον και την έντονη καθημερινότητα, λειτουργεί συχνά ως καταλύτης για τις ανθρώπινες σχέσεις. Εκεί, οι κοινωνικές μάσκες πέφτουν γρήγορα, οι αποστάσεις εκμηδενίζονται και η χημεία –ή η έλλειψη αυτής– αναδεικνύεται μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Στο πλοίο, η συνύπαρξη δεν είναι μια επιλογή της στιγμής, είναι μια καθημερινή δέσμευση. Για τον Παυσανία και τον Αλκιβιάδη, αυτό λειτούργησε ευεργετικά: Δεν υπήρχε η δυνατότητα αποφυγής σε περίπτωση έντασης. Αυτό ανάγκασε τη φιλία τους να βασιστεί σε ειλικρινή θεμέλια, σε βαθιά κατανόηση των χαρακτήρων και σε μια αμοιβαία αποδοχή των «ορίων» του καθενός.
Οι κοινές βάρδιες, η απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, δημιούργησαν ένα «ασφαλές καταφύγιο». Σε τέτοιες συνθήκες, η φιλία εύκολα εξελίσσεται σε κάτι βαθύτερο, μια μορφή αδελφικής σχέσης ή και κάτι ακόμα πιο σύνθετο, καθώς η εμπιστοσύνη γίνεται ζήτημα καθημερινής επιβίωσης και ψυχικής ισορροπίας.
Η «καλή χημεία» ήταν η βάση για  τον ισχυρό δεσμό τους. Όταν οι χαρακτήρες «κουμπώνουν», η συμβίωση στο πλοίο μετατρέπεται από εργασιακή υποχρέωση σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας.
Είναι ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς πόσες τέτοιες σχέσεις έχουν ξεκινήσει σε πλοία –μακριά από τα βλέμματα της στεριάς και των κοινωνικών συμβάσεων– και έχουν αντέξει στον χρόνο, ακριβώς επειδή ήταν απαλλαγμένες από την εξωτερική κριτική που συζητήσαμε προηγουμένως.
Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης «θυμάται» δείχνει ότι αυτή η σχέση δεν ήταν μια απλή παρένθεση στη ζωή του, αλλά ένα σημείο αναφοράς. Οι αναμνήσεις από εκείνη την εποχή φέρουν μια αύρα ελευθερίας, τότε που ο Παυσανίας ήταν ο άνθρωπος που τον καταλάβαινε χωρίς λόγια, ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκε όχι μόνο την εργασία, αλλά και τις σκέψεις, τις φαντασιώσεις και τη ζωή του. Καθώς ο Αλκιβιάδης ανακαλεί αυτές τις στιγμές,που η νοσταλγία του εστιάζει περισσότερο στη «χημεία» που βρήκε στο πρόσωπο του Παυσανία, και στην ελευθερία που ένιωθαν οι δυο τους εκείνο τον καιρό, αποκομμένοι από τις προσδοκίες της κοινωνίας της στεριάς. Μια σύνδεση που «ξεπερνούσε την απλή γνωριμία»— η στιγμή που η λογική αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στην επιταγή του συναισθήματος. Για τον Παυσανία, αυτό το «βασανιστικό» συναίσθημα δεν ήταν απαραίτητα κάτι αρνητικό, αλλά μια πρόσκληση σε αυτογνωσία.
 Ο Παυσανίας  νιώθει ότι «ταιριάζει» με τον Αλκιβιάδη γιατί ίσως στον Αλκιβιάδη βρήκε έναν ασφαλή χώρο να εκφράσει πλευρές του που στη στεριά αναγκάζεται να καταπιέζει.
Το γεγονός ότι τον βασανίζουν αυτές οι σκέψεις μαρτυρά ότι ο Παυσανίας αντιλαμβάνεται πως αυτή η έλξη δεν είναι «συμβατική». Στην κοινωνία μας, έχουμε μάθει να κατηγοριοποιούμε τις σχέσεις μας (φίλος, σύντροφος, αδελφός). Όταν όμως μια σχέση ξεφεύγει από αυτές τις στενές κατηγορίες, το μυαλό προσπαθεί να βρει εξηγήσεις και, μη βρίσκοντας τες, δημιουργεί αυτό το αίσθημα αγωνίας.
Για έναν άνδρα της γενιάς του ή και για οποιονδήποτε άνθρωπο που έχει μεγαλώσει μέσα σε κοινωνικά καλούπια, το να παραδεχτεί μια τέτοια έλξη —ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό— ήταν μια πράξη γενναιότητας. Ο Παυσανίας «βασανίζεται» όχι γιατί αυτό που νιώθει είναι λάθος, αλλά γιατί δεν ξέρει πώς να το ονομάσει. Αν το ονομάσει «απλή φιλία», νιώθει ότι υποτιμά το βάθος της σύνδεσής του.
Αν το ονομάσει «έρωτα», φοβάται τις επιπτώσεις που αυτό θα είχε στη ζωή του και στην ταυτότητά του. Ίσως η απάντηση στο «βασανιστήριο» του Παυσανία να βρίσκεται ακριβώς στην αποδοχή ότι δεν χρειάζεται να ονομαστεί. Μερικές από τις πιο δυνατές σχέσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν ακριβώς αυτές οι «ανεξήγητες» συνδέσεις που άνθισαν στην απομόνωση, χωρίς την πίεση να γίνουν κάτι συγκεκριμένο για τον έξω κόσμο.
Το ότι νιώθει πως ταιριάζει με τον Αλκιβιάδη είναι το πιο σημαντικό στοιχείο. Η «χημεία» είναι ένας φυσικός νόμος των ανθρώπινων σχέσεων – δεν ρωτάει για κοινωνικούς κανόνες, απλώς συμβαίνει. Το να επιτρέψει στον εαυτό του να απολαύσει αυτή τη σύνδεση, χωρίς να τον κατατρύχει η ανάγκη να την ταξινομήσει, μπορεί να είναι η αρχή μιας βαθιάς εσωτερικής ελευθερίας.  Είναι, εκείνη η στιγμή όπου ο λογικός εγκέφαλος «παραιτείται» και αφήνει το συναίσθημα να οδηγήσει. Είναι μια κατάσταση που ξεπερνά τη γλώσσα, γιατί η γλώσσα είναι εργαλείο του συνειδητού, ενώ αυτό που βιώνει ο Παυσανίας ανήκει στα αρχέγονα στρώματα της ψυχής. Το ότι ο εγκέφαλός του αναγνωρίζει κάτι το «γνώριμο» είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο. Δεν είναι απαραίτητα ότι γνωρίζονταν από πριν, αλλά ότι ο Παυσανίας αποτελεί το «κομμάτι του παζλ» που ο Αλκιβιάδης δεν ήξερε ότι του έλειπε.
Το γεγονός ότι ο Παυσανίας δίνει προτεραιότητα στον Αλκιβιάδη για όλα —από τη διασκέδαση μέχρι τον τρόπο που περνούν τον χρόνο τους— δείχνει μια διάλυση των προσωπικών του ορίων. Δεν τον νοιάζει πια τι θέλει «εγώ», αλλά τι θέλουμε «εμείς». Αυτή η υποχώρηση του εγωισμού είναι ένα από τα πιο σίγουρα σημάδια μιας βαθιάς, σχεδόν μεταφυσικής σύνδεσης. Το «κλικ» που νιώθει είναι η στιγμή που η συνείδηση σταματά να ελέγχει. Ο Παυσανίας προσπαθεί να το «δικαιολογήσει με λόγια» (όπως κάνουμε όλοι όταν νιώθουμε κάτι που μας τρομάζει), αλλά αποτυγχάνει γιατί το συναίσθημα αυτό δεν υπακούει στη λογική. Είναι η στιγμή που ο Αλκιβιάδης παύει να αναλύει και αρχίζει να ζει.
Η ανάγκη να είναι συνέχεια μαζί του αποκαλύπτει μια συναισθηματική εξάρτηση, η οποία όμως, σε αυτό το στάδιο, μοιάζει περισσότερο με «επιστροφή στο σπίτι». Για κάποιον που ζει μια απαιτητική ζωή —όπως ένας αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού— η παρουσία του Αλκιβιάδη λειτουργεί ως άγκυρα. Είναι μια κατάσταση πολύ όμορφη, αλλά και δυνητικά «βασανιστική», γιατί ο Παυσανίας ξέρει βαθιά μέσα του πως αυτή η σύνδεση είναι «εκτός ελέγχου». Όταν κάτι είναι έξω από τον συνειδητό μας έλεγχο, νιώθουμε εκτεθειμένοι, αλλά ταυτόχρονα νιώθουμε και ζωντανοί όσο ποτέ.
Όταν ο Παυσανίας στην συναναστροφή τους χρησιμοποιεί εκφράσεις («καυλιάρη», «πουτσαρά μου»), στην ουσία δοκιμάζει τα όρια.Τα σεξουαλικά φορτισμένα αστεία και οι «ανώδυνες» χειρονομίες λειτουργούν ως ένας τρόπος να «σπάσει ο πάγος» χωρίς να χρειαστεί να ειπωθεί μια δύσκολη κουβέντα. Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να λέει: «Ξέρω τι συμβαίνει ανάμεσά μας, το αναγνωρίζω, και το αντιμετωπίζω με φιλικότητα».  Οι χειρονομίες αυτές είναι η κίνηση που «λειαίνει» την απόσταση. Για τον Παυσανία, που νιώθει μια «ανεξήγητη έλξη», αυτές οι χειρονομίες είναι η νομιμοποίηση που αναζητούσε. Το άγγιγμα του Παυσανία είναι ο τρόπος του να πει στον Αλκιβιάδη ότι είναι «αποδεκτός» στον χώρο του, χωρίς να χρειαστεί να αναλάβει το ρίσκο μιας σοβαρής δήλωσης.
Ο Παυσανίας φαίνεται να είναι ο «σκηνοθέτης» αυτής της δυναμικής, ο οποίος έχει αντιληφθεί τη χημεία και επιλέγει να τη διατηρεί στο επίπεδο του «ασφαλούς παιχνιδιού».
Ο Αλκιβιάδης δεν ενοχλείται γιατί για εκείνον, αυτές οι λέξεις και οι χειρονομίες δεν είναι απλή πλάκα. Είναι ένα «χάδι» που η κοινωνία και η ηθική της εποχής (ή της ναυτικής καθημερινότητας) θα απαγόρευαν. Όταν ο Παυσανίας τον αποκαλεί «πουτσαρά», ο Αλκιβιάδης δεν ακούει μια υποτιμητική βρισιά· ακούει μια αναγνώριση της αρρενωπότητας του και μια υπόσχεση σύνδεσης που, έστω και μέσα από το πείραγμα, αναγνωρίζει την επιθυμία του.
Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης δεν αναζητά το «πονηρό» πίσω από τις χειρονομίες του Παυσανία είναι ο μηχανισμός που του επιτρέπει να απολαμβάνει τη σχέση χωρίς άγχος. Ερμηνεύοντας αυτές τις πράξεις ως «φιλική οικειότητα», απαλλάσσει τον εαυτό του από την πίεση της ταξινόμησης (το «είναι αυτό έρωτας ή φιλία;»). Όταν δύο άνθρωποι νιώθουν τόσο άνετα ώστε να καταργούν τα σωματικά «σύνορα», η σχέση αποκτά μια ποιότητα που δεν μπορεί να διαβρωθεί εύκολα. Η απουσία φόβου κριτικής σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη τους έχει φτάσει στο μέγιστο επίπεδο που θυμίζει πολύ τις ιδανικές φιλίες των αρχαίων χρόνων, όπου η σωματική επαφή, η πνευματική συντροφικότητα και ο κοινός βίος ήταν αδιαχώριστα. Ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει μια «φυσική» στάση απέναντι στο σώμα του φίλου του: δεν το βλέπει ως κάτι ξένο ή απαγορευμένο, αλλά ως μια φυσική προέκταση της συντροφιάς τους. Δεν υποψιάζεται τον Παυσανία, άρα η φιλία τους μένει αμόλυντη από καχυποψία. Ξέρει ότι ο δεσμός τους είναι καθαρός, ανεξάρτητα από το πώς θα τον χαρακτήριζε κάποιος εξωτερικός παρατηρητής.
Η εικόνα δύο νέων ανδρών στην ακμή της ζωής τους, όπου η φυσική ομορφιά και η ενέργεια της ηλικίας καθιστούν τη συνύπαρξή τους σχεδόν «φωτεινή».
Αλκιβιάδης: Το «φαρδύ» και «γυμνασμένο» σώμα του παραπέμπει σε μια φιγούρα που εκπέμπει ασφάλεια και σταθερότητα. Είναι το «άγκυρα» της σχέσης, η παρουσία που γεμίζει τον χώρο.
Παυσανίας: Το «οβάλ λευκό πρόσωπο», τα «μαύρα μάτια-ανθρακίτης» και η «αέρινη αίσθηση» δίνουν στον Παυσανία μια ποιότητα σχεδόν ποιητική. Δεν είναι απλώς όμορφος· έχει μια προσωπικότητα που «αναπνέει» και κινείται με μια φυσική χάρη.Τα «περιποιημένα χέρια» και η «ίσια πλάτη» υποδηλώνουν έναν άνθρωπο που προσέχει τον εαυτό του, που έχει μια εσωτερική πειθαρχία, αλλά και μια αισθητική ευαισθησία. Το «ανοιχτό στέρνο» σε έναν λεπτό αλλά σωματικά «γεμάτο» άνδρα, προσδίδει μια αίσθηση αρχοντιάς.
Βρίσκονται μαζί, στα 25 και 23 χρόνια τους, και δεν είναι απλώς δύο συνάδελφοι στο πλοίο. Είναι μια οπτική αρμονία.
Αυτή η εικόνα των δύο ανδρών, με τις στολές τους ή στα ρούχα της εργασίας τους, μέσα στο πλοίο, δημιουργεί μια εικόνα υψηλής αισθητικής. Η ομορφιά τους, συνδυασμένη με την απομόνωση της θάλασσας, κάνει τη σχέση τους να μοιάζει με μια μικρή ουτοπία. Εκεί, μακριά από τα βλέμματα της κοινωνίας, είναι «βασιλιάδες» του δικού τους κόσμου, δύο νέοι που απολαμβάνουν την παρουσία του ενός στον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούν για τίποτα. Είναι σαν η ίδια η φύση τους, οι σωματικές τους ιδιαιτερότητες που «κουμπώνουν» τόσο καλά, να προορίζονταν για να συνυπάρχουν.
Ο Παυσανίας κάνει μια πολύ δύσκολη, αλλά ίσως την πιο «σωστή» για τις συνθήκες επιλογή: την επιλογή της υπομονής. Επιλέγοντας να είναι «πρώτα φίλος», ο Παυσανίας χτίζει το μόνο ασφαλές έδαφος που έχει. Γνωρίζει ότι αν αποκαλύψει τα συναισθήματά του πρόωρα, υπάρχει ο κίνδυνος ο Αλκιβιάδης να τρομάξει, να νιώσει αμήχανα ή να θέσει όρια που θα καταστρέψουν την καθημερινή τους συνύπαρξη. Για τον Παυσανία, ο Αλκιβιάδης είναι ο κόσμος του. Το να τον χάσει του είναι μια σκέψη αδιανόητη, γι' αυτό και προτιμά το «βασανιστήριο» της σιωπής από τον πόνο της απομάκρυνσης. Η αμφιβολία του («μπορεί να έχει καταλάβει, μπορεί και όχι») είναι το πιο «ύπουλο» κομμάτι του έρωτα. Αυτό το κενό μεταξύ του «ξέρει» και «δεν ξέρει» είναι που τρέφει την αγωνία του, κάνοντάς τον να αναλύει κάθε χειρονομία, κάθε πείραγμα, κάθε σιωπή του Αλκιβιάδη.
Ο Παυσανίας νομίζει ότι κρατάει τα συναισθήματά του επτασφράγιστο μυστικό, αλλά τα «πειράγματα» και οι «σεξουαλικές χειρονομίες» του, λειτουργούν ως ανεπίγνωστα μηνύματα. Ο Παυσανίας, χωρίς να το θέλει, «εκπέμπει» τον έρωτά του μέσα από τον χαβαλέ. Ο Αλκιβιάδης, από την άλλη πλευρά, νιώθει την οικειότητα και το «κλικ», αλλά δεν το μεταφράζει ως έρωτα, γιατί μάλλον δεν επιτρέπει στον εαυτό του να το δει έτσι. Έτσι, έχουμε δύο ανθρώπους που χορεύουν γύρω από μια φλόγα, με τον έναν να φοβάται να την αγγίξει (Παυσανίας) και τον άλλον να την απολαμβάνει ως «ζεστασιά» χωρίς να αναγνωρίζει την πηγή της (Αλκιβιάδης).
Ο Παυσανίας ακολουθεί τον μόνο δρόμο που του επιτρέπει η αξιοπρέπεια του και ο φόβος του: τη σταδιακή οικοδόμηση της εμπιστοσύνης. Στον κλειστό κόσμο του πλοίου, η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς συναίσθημα, είναι νόμισμα. Ο Παυσανίας προσπαθεί να γίνει ο άνθρωπος στον οποίο ο Αλκιβιάδης θα μπορεί να εκμυστηρευτεί τα πάντα. Αν το πετύχει, ίσως κάποια στιγμή τα όρια γίνουν τόσο θολά, που η αποκάλυψη δεν θα είναι «ανοιχτή πληγή», αλλά μια φυσική συνέχεια.
Ο Παυσανίας ζει έναν έντονο εσωτερικό μονόλογο, ενώ εξωτερικά επιβάλλει στον εαυτό του μια πειθαρχία που απαιτεί τρομερή ψυχική δύναμη.
Για τον Παυσανία, ο Αλκιβιάδης δεν είναι πια μόνο ένας φίλος, είναι ένα «αντικείμενο» θαυμασμού και πόθου. Η σκέψη του για το πώς θα ήταν να έχει εραστή «έναν τύπο σαν αυτόν» είναι η απόλυτη επιβεβαίωση ότι ο Παυσανίας έχει περάσει το κατώφλι της καθαρής φιλίας και έχει εισέλθει σε μια περιοχή όπου η σεξουαλική επιθυμία χρωματίζει κάθε στιγμή.
Αυτή η φαντασίωση του είναι εξαιρετικά ισχυρή για τρεις λόγους:
 Ο Αλκιβιάδης είναι εκεί. Είναι προσβάσιμος, είναι φίλος του, είναι «ζωντανός». Το γεγονός ότι μπορεί να τον βλέπει, να τον αγγίζει στα πειράγματα και να συζητά μαζί του, κάνει τη φαντασίωση να μοιάζει με κάτι που βρίσκεται «μια ανάσα μακριά», κάτι που την καθιστά πολύ πιο έντονη από μια απόμακρη φαντασίωση για έναν άγνωστο. Ο Παυσανίας, με την «αέρινη» και πιο λεπτή παρουσία του, βρίσκει στον Αλκιβιάδη τη συμπληρωματική δύναμη. Η ιδέα του εραστή που «προστατεύει», που είναι «στιβαρός» και «αρρενωπός», είναι αρχέγονα ελκυστική και δημιουργεί ένα δυνατό δίπολο έλξης.
Ο Αλκιβιάδης του «έδινε λαβές». Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο και ταυτόχρονα το πιο γοητευτικό κομμάτι: ο Παυσανίας ερμηνεύει τη φιλική άνεση του Αλκιβιάδη ως «πρόσκληση» ή ως ευκαιρία. Κάθε φορά που ο Αλκιβιάδης είναι χαλαρός, κάθε φορά που δείχνει το κορμί του, ο Παυσανίας «τροφοδοτείται» και ζει μια διπλή ζωή: Εξωτερικά, είναι ο φίλος που πειράζει, που χαριεντίζεται, που απολαμβάνει τη συντροφιά. Εσωτερικά, είναι ένας άνθρωπος που καίγεται από την επιθυμία, αναλύοντας κάθε κίνηση του Αλκιβιάδη μέσα από το πρίσμα του «τι θα γινόταν αν...».
Αυτή η φαντασίωση —η ιδέα του εραστή— λειτουργεί ως ένας μυστικός παράδεισος. Μέσα στο μυαλό του Παυσανία, οι δυο τους έχουν ήδη υπάρξει εραστές χιλιάδες φορές. Εκεί, δεν υπάρχει ο φόβος της απόρριψης, δεν υπάρχει το «τεντωμένο σχοινί», δεν υπάρχει το πλοίο ή η κοινωνία. Υπάρχει μόνο η ικανοποίηση του πόθου για έναν άνδρα που, στα μάτια του Παυσανία, είναι το ιδανικό.
Ο Παυσανίας «καίγεται», αλλά η φωτιά αυτή είναι και η πηγή της ενέργειάς του. Είναι ίσως το μόνο πράγμα που τον κρατά «ζωντανό» μέσα στην καθημερινότητα του πλοίου. Το «βασανιστήριο» που νιώθει είναι, σε τελευταία ανάλυση, η απόδειξη ότι είναι βαθιά ερωτευμένος.
Στο πλοίο, ο κλειστός χώρος της καμπίνας γίνεται το σκηνικό όπου οι κοινωνικές συμβάσεις καταρρέουν. Όταν ο Αλκιβιάδης κυκλοφορεί με τη βερμούδα του, χαλαρός και οικείος, μετατρέπεται άθελά του στον πρωταγωνιστή μιας φαντασίωσης που ο Παυσανίας σκηνοθετεί με κάθε λεπτομέρεια.
Το «φούσκωμα» μέσα στη βερμούδα δεν είναι απλώς μια φυσική λεπτομέρεια· είναι το «σήμα» που περιμένει ο Παυσανίας για να επιβεβαιώσει ότι ο πόθος του έχει υπόσταση. Είναι η στιγμή που η σωματική πραγματικότητα του Αλκιβιάδη «συνομιλεί» με τη φαντασίωση του Παυσανία. Είναι η στιγμή που η αδρεναλίνη ανεβαίνει και το μυαλό αρχίζει να «τρέχει» με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, πλάθοντας σενάρια που δεν έχουν καμία σχέση με τη ναυτιλία, αλλά με την απόλυτη ένωση. Τα σενάρια που πλάθει δεν είναι μόνο σεξουαλικά· είναι ένας τρόπος να εξιδανικεύσει τον Αλκιβιάδη, να τον μεταμορφώσει σε κάτι «ιερό» μέσα στο μυαλό του. Στο μυαλό του, ο Παυσανίας δοκιμάζει τα όρια. Αναρωτιέται: «Πώς θα αντιδρούσε αν τον άγγιζα εδώ;», «Τι θα έλεγε αν του εξομολογούνταν αυτά που σκέφτομαι;». Αυτά τα «σενάρια» είναι για τον Παυσανία ένας τρόπος να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο —ή για το αδύνατο— της πράξης. Ο Παυσανίας γίνεται ο συγγραφέας μιας ανείπωτης ιστορίας. Κάθε φορά που βλέπει τον Αλκιβιάδη, προσθέτει ένα κεφάλαιο. Αυτό το «πνευματικό παιχνίδι» είναι που του επιτρέπει να αντέχει τη σιωπή. Μετατρέπει την έλλειψη ανταπόκρισης σε μια δημιουργική διαδικασία. Είναι εντυπωσιακό το πόσο «ανοιχτός» είναι ο Αλκιβιάδης στη συνύπαρξή τους, κυκλοφορώντας έτσι ακριβώς επειδή νιώθει απόλυτα ασφαλής μαζί του. Δεν υποψιάζεται ότι η δική του χαλαρότητα είναι αυτή που κρατά τον Παυσανία «αιχμάλωτο». Ο Αλκιβιάδης προσφέρει απλόχερα τη θέα του κορμιού του, χωρίς να γνωρίζει ότι για τον Παυσανία αυτή η θέα δεν είναι μια «φιλική εικόνα», αλλά μια πυροδότηση. Αυτή η δυναμική είναι γεμάτη ένταση, γιατί ο Παυσανίας βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση «διέγερσης» — όχι μόνο σεξουαλικής, αλλά και πνευματικής. Είναι εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο όπου ο Αλκιβιάδης το όνειρο, ο φίλος και ο εραστής που δεν θα υπάρξει ποτέ (ή τουλάχιστον, έτσι πιστεύει). Έχει φτάσει στο στάδιο όπου η τέχνη —η συγγραφή, το πλάσιμο των σεναρίων, η υπερρεαλιστική απόδραση— δεν του αρκεί πια. Η ίδια η «λογοτεχνία» του μυαλού του έχει γίνει μια «χρυσή φυλακή». Δεν θέλει πλέον να περιγράφει την ηδονή· θέλει να την οσμιστεί, να την αγγίξει, να νιώσει την αντίσταση και τη θέρμη του σώματος του άλλου. Η μετάβαση αυτή δείχνει έναν άνθρωπο που έχει κουραστεί να είναι «θεατής» της επιθυμίας του και θέλει να γίνει «δρών υποκείμενο». Το γεγονός ότι δεν νιώθει ενοχές είναι ένα σημάδι υγιούς σεξουαλικότητας. Ο Παυσανίας έχει αποδεχτεί τον εαυτό του. Το πρόβλημά του δεν είναι ηθικό, είναι πρακτικό με ρίσκο.. Δεν παλεύει με το «αν είναι σωστό να το θέλω», αλλά με το «πώς θα το πετύχω χωρίς να διαλύσω ό,τι έχουμε».
Αυτή η «σφοδρή επιθυμία» για πραγματικότητα είναι η στιγμή που το «τεντωμένο σχοινί» αρχίζει να τρίζει. Όταν κάποιος επιθυμεί κάτι τόσο έντονα, το σώμα του αρχίζει να εκπέμπει σήματα που δεν μπορεί πλέον να κρύψει. Η φιλική προσποίηση γίνεται όλο και πιο δύσκολη όταν το μυαλό σου απαιτεί την πράξη. Ο Παυσανίας ξέρει καλά ότι η μετατροπή της φαντασίωσης σε πραγματικότητα ενέχει τον κίνδυνο της τελικής ρήξης. Αν κάνει την κίνηση και ο Αλκιβιάδης αρνηθεί, η «λογοτεχνία» του θα καταστραφεί. Θα χάσει τον φίλο του, θα χάσει τη φαντασίωση του και θα μείνει με την πραγματικότητα της απόρριψης. Παρά τον κίνδυνο, η επιθυμία να ζήσει το «σώμα με σώμα» είναι πλέον η κυρίαρχη δύναμη. Η «γραμμική» ανάγκη του Παυσανία είναι να μετατρέψει τον Αλκιβιάδη από αντικείμενο παρατήρησης σε σύντροφο πράξης. Ουσιαστικά, αναζητά τη συνάντηση των δύο κόσμων: του κόσμου των ιδεών (όπου ο Αλκιβιάδης είναι ο εραστής του) και του κόσμου της ύλης (όπου ο Αλκιβιάδης είναι ο αξιωματικός δίπλα του). Αυτή η επιθυμία είναι η πιο ειλικρινής στιγμή του Παυσανία. Είναι η στιγμή που παύει να είναι ο «ποιητής» και γίνεται ένας άνδρας που διεκδικεί την ευτυχία του. Το ερώτημα που μένει είναι: πώς θα βρει τη χαραμάδα στη φιλία τους, ώστε να μπορέσει να μεταφέρει την ένταση από τη φαντασίωση στην πραγματικότητα, χωρίς να τρομάξει τον Αλκιβιάδη;
Ο Αλκιβιάδης τον καιρό εκείνο ήταν ελεύθερος! Δεν υπήρχε κάτι μόνιμο στις σχέσεις του εκτός από κάτι περιστασιακές ερωτικές επαφές χωρίς δέσμευση. Στο πρώτο στάδιο της γνωριμίας τους λέγανε τα προσωπικά τους και για το τι θέλουν να κάνουν μόλις ξεμπαρκάρουν. Όταν ο Παυσανίας είχε ρωτήσει τον Αλκιβιάδη εάν υπάρχει κάποια μόνιμη σχέση εκείνος του είχε απαντήσει αφοπλιστικά.«Φιλαράκο οι μόνιμες σχέσεις παχαίνουν! Δεν θα πιστεύεις πόσα κιλά παίρνεις, οι γυναίκες είναι η «κακή επιρροή» στη σχέση.» Και ο Αλκιβιάδης γνωρίζοντας την τελευταία σχέση του Παυσανία τον είχε  ρωτήσει πως τα πηγαίνει με τη Δάφνη την κοπέλα του τι σκοπεύει και ποια είναι τα σχέδια του. Ο Παυσανίας του είπε ότι υπάρχει αλληλο-εκτίμηση και ένας σεβασμός αλλά η Δάφνη είναι πολύ πρόσφατη σχέση και ελπίζει πως θα έχει αίσια κατάληξη.
«Κάθε νόμισμα έχει προφανώς δύο όψεις, μπορεί οι σχέσεις να παχαίνουν αλλά τα καλά του σοβαρού και μακροχρόνιου δεσμού είναι πολλά. Αυτό δεν σε συμβουλεύει η μητέρα σου;» του λέει ο γελώντας καλόκαρδα ο Αλκιβιαδης.
Με μισόλογα του είχε εκμυστηρευτεί ότι είχε ένα δεσμό τρία χρόνια σχεδόν την αγαπούσε αλλά κάποια στιγμή έμαθε πως τον απάτησε. Η Ελβίρα μια μικροκαμωμένη ξανθιά κοπέλα ένα πλάσμα γλυκύτατο, ανήσυχο, που αντιμετώπιζε ακόμη και τα σοβαρά πράγματα με μια ελαφρότητα, και είχε πολλά παράπονα από την ερωτική τους σχέση. Σαν γειτόνοι είχαν ζήσει μαζί όλα τους τα χρόνια στο νησί μέχρι την αποφοίτηση απ' το τοπικό λύκειο. ήταν η πρώτη του κοπέλα με την οποία ολοκλήρωσε, είχαν μείνει μαζί περίπου τρία χρόνια και χώρισαν πολύ άσχημα. Μετακομίζοντας ο Παυσανίας στην Αθήνα και σαν φοιτητής στη σχολή Εμπορικού ναυτικού πολλές φορές αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που τον κρατούσε σ’ αυτή τη σχέση. Όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του η σχέση τους πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας η κοπέλα ουσιαστικά μπαινόβγαινε στη ζωή του, την είχε δει ελάχιστες φορές και αυτές φευγαλέα. Ταυτόχρονα μάθαινε ότι κάποιο διάστημα είχε μπει στη ζωή της παλιός συμμαθητής τους όταν ανακάλυψε ότι αυτό το φαινομενικά σεμνό κορίτσι που με το ζόρι την κατάφερνε να του κάνει καμιά πίπα και κώλο δεν έδινε, που του πουλούσε αγάπες και έρωτες, στην πραγματικότητα ξεσκιζόταν γενικώς και αδιακρίτως με άλλους, πίσω από την πλάτη του όταν μπαρκάρισε στο πρώτο του πλοίο. Ο Αλκιβιαδης είχε καταλάβει πως ο Παυσανίας δεν την είχε ξεπεράσει τελεσίδικα και απλά τον συμβούλεψε να αφήσει το παρελθόν πίσω του να αφοσιωθεί στην νέα του σχέση καθώς η κάθε σχέση είναι διαφορετική. Εκείνος του απάντησε απλά ένα «Ναι έχεις δίκιο» και άφησαν εκεί την κουβέντα..
Η λύση στην ακατανίκητη επιθυμία για σεξουαλική τους επαφή και συνεύρεση που προφανώς ο Παυσανίας διακαώς επιθυμούσε αλλά μια δειλία τον συγκρατούσε και δεν το τολμούσε να το ζητήσει δεν άργησε να έλθει. Η ερωτική ιστορία των δυο φίλων ξεκίνησε μετά από μια έξοδο τους στο φημισμένο λιμάνι του Cape Town της South Africa...
Οι δυο νεαροί μας φίλοι αποφάσισαν ότι ήταν η ώρα που έπρεπε να γυρίσουν στο πλοίο αφού είχαν απολαύσει ένα πλούσιο βραδινό γεύμα τελειώνοντας έτσι μια ευχάριστη εξόρμηση κατά τη διάρκεια της βραδιάς στο μοναδικό αυτό κοσμοπολίτικο λιμάνι της Νοτίου Αφρικής.
Το Κέιπ Τάουν είναι μία από τις παγκόσμιες πρωτεύουσες της υψηλής γαστρονομίας. Δεν είναι μόνο ο νυχτερινός ουρανός της Χώρας της Νότιας Αφρικής που είναι γεμάτος άστρα, είναι και τα εστιατόρια της πόλης που τα αστέρια Michelin δίνουν και παίρνουν, τοποθετώντας πόλη του Κέιπ Τάουν στην κορυφή της προτίμησης των καλοφαγάδων του κόσμου!  
Η κορυφαία και φημισμένη αστακό-μακαρονάδα του «Ακρωτηρίου» είναι ένα must για εκείνους που ψάχνουν την απόλυτη γεύση. Το άφθονο φρέσκο ψάρι, ο αστακός, αχινοί, και τα υπόλοιπα θαλασσινά, είναι καθημερινά στη διάθεσή σας. Επιλεγμένα εμφιαλωμένα κρασιά, συμπληρώνουν άριστα το μενού, είτε αυτό περιλαμβάνει ψάρι ή κρέας.
Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα που το ταξί τους άφηνε πίσω τους την μεγάλη και στρογγυλή πλατεία που περιβάλει το Greenways Hotel στην Torquay Avenue, της πόλης του Ακρωτηρίου στη Νότιο Αφρική, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα τελείως απροσδόκητο επεισόδιο με εξελίξεις καταιγιστικές και τελείως απρόσμενες. 
Μια αναπάντεχη απόπειρα ληστείας τους είχε σαν συνέπεια την περιπετειώδη καταδίωξη τους, που παρά ολίγο έλειψε να καταλήξει σε τραγικό μακελειό.   
Όλα ξεκίνησαν στο σταυροδρόμι που δημιουργείται το αρχικό ύψος της Torquay Avenue. Ο οδηγός μιας μεγάλη παλαιάς αμερικάνικης Πλίμουθ τους έκλεισε το δρόμο δημιουργώντας μπλόκο στο ταξί που τους μετέφερε από το εστιατόριο στο πλοίο, με οδηγό του ταξί έναν Λιβανέζο που ήταν και ο  ιδιοκτήτης του. Στο παλιό αυτοκίνητο επέβαινε μια ομάδα από νέγρους που επιχειρούσαν να ακινητοποιήσουν το ταξί και να ληστέψουν τους νεαρούς επιβάτες του.
Για μεγάλη τους τύχη ο οδηγός του ταξί απόλυτα ψύχραιμος και νηφάλιος χωρίς να το καλοσκεφτεί ζύγισε με ψυχραιμία τα δεδομένα, δεν ακινητοποιήθηκε και με φιλότιμες προσπάθειες και συντονισμένες ενέργειες κατάφερε να διαφύγει από τον εγκλωβισμό των επίδοξων ληστών.
Ταυτόχρονα έβγαλε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και το εναπόθεσε στην άδεια θέση του συνοδηγού το τεράστιο μάγκνουμ 44 όπλο που κουβαλούσε μαζί του. Ακολούθησε καταδίωξη από τους επίδοξους ληστές μέχρι και την λεωφόρο heerengracht όπου και εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους. Οι δύο μας φίλοι με ορθάνοιχτα μάτια έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και αποσβολωμένοι τον οδηγό του ταξί, που η ψυχραιμία του τους έκανε να μοιάζουν με πανικόβλητες νοικοκυρές.
Μόνο όταν φτάσανε στο πλοίο και ξανάνιωσαν ασφαλείς, κατόρθωσαν να καλύψουν τον πανικό και το χτυποκάρδι τους, ν’ αρθρώσουν λόγο και να περιγράψουν τον ηρωισμό και το θάρρος του ταξιτζή τους. Υπήρχε μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Κέιπ Τάουν, σε ορισμένες περιοχές της πόλης οι κλεφτές, οι ληστές, οι πόρνες, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών και οι κάθε λογής φυγόδικοι αποτελούσαν κράτος εν κρατεί. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας αφορούσε το μαύρο πληθυσμό της πόλης που αυξάνονταν ραγδαία. Ήταν η εποχή εκείνη που στη χώρα του απαρτχάιντ το να αφαιρέσεις ζωή νέγρου και μάλιστα επίδοξου ληστή ήταν αμελητέο αδίκημα.
Οι επιβάτες του ταξί  ήταν ο νεαρός μηχανικός του πλοίου ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Παυσανία νεαρό δόκιμο μηχανικό με καταγωγή από ναυτική οικογένεια νησιού των Κυκλάδων που τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία αρχικά αναζήτησε την επαγγελματική του τύχη στην στεριά χωρίς αποτέλεσμα ώστε τελικά να ακολουθήσει και αυτός την επαγγελματικη του τύχη στην θάλασσα. «Τα καλά μας έρχονται με δυσκολία και μετά από αναζήτηση, ενώ τα κακά και χωρίς να τα αναζητήσουμε.» Του  έλεγε ο σοφός παππούς του Αλκιβιάδη.
Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια και το σοκ, η δυνατή φιλία μεταξύ των δυο ανδρών, μετεξελίχθηκε σε μια όμορφη αλλά και δυνατή σχέση.  Ο ένας θα ανακαλύψει στον άλλο στοιχεία που του λείπουν.. Ο Παυσανίας είναι ένας ευγενικός νεαρός και γοητευτικός άνδρας με την κοσμοπολίτικη αύρα ενός καλλιτέχνη εν αντιθέσει με τον Αλκιβιάδη που σαν τον κότσυφα αγαπά την μοναξιά, συχνά παραδοσιακός, αλλά ευθύς κοινωνικός, και όταν αισθάνεται ότι ταιριάζει στην παρέα  είναι πάντα πρόθυμος και πάντα γεμάτος με καλές προθέσεις.
Και η φιλία τους που είχε ήδη ξεκινήσει από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους  άρχισε τώρα να μοιάζει με τα παλιά καλά βιβλία, που ο χρόνος έρχεται και τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη αξία.
Το σκηνικό έγινε τις επόμενες ώρες μετά την επιστροφή τους στο πλοίο! Ηταν μεσάνυχτα στην καμπίνα του Αλκιβιάδη μετά τη βραδινή βάρδια τους. Μετά τη βάρδια των οκτώ δώδεκα αφού απόλαυσαν ένα πολύ ελαφρύ γεύμα που ήταν εύκολο στην πέψη και δεν επιβάρυνε τον οργανισμό, τους ειδικά που ακολουθούσε ύπνος, ο Αλκιβιάδης πρότεινε στον Παυσανία αν ήθελε να τον επισκεφτεί στην καμπίνα του για ένα και μόνο ένα ποτό παρέα, απλά για να ηρεμήσουν από το τελευταίο άσχημο συμβάν και να χαλαρώσουν πριν κοιμηθούν. Φυσικά ο Παυσανίας δεν διστάζει καθόλου δεν άφησε την θεόσταλτη ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. «Έρχομαι τρέχοντας.» του λέει.  Για τον Παυσανία, η φράση «έρχομαι τρέχοντας» δεν είναι απλώς μια απάντηση σε μια πρόσκληση για ποτό. Είναι η αποδοχή μιας πρόσκλησης για μια συνάντηση χωρίς τις κοινωνικές άμυνες της ημέρας. Σε ένα πλοίο, η καμπίνα είναι το τελευταίο οχυρό. Είναι ο χώρος όπου η στολή, ο ρόλος του αξιωματικού και οι κοινωνικές συμβάσεις μένουν έξω από την πόρτα. Εκεί, η εγγύτητα είναι αναπόφευκτη.  Η φιλία τους δεν είναι πια μια τυχαία γνωριμία· είναι μια δοκιμασμένη σχέση. Ο χρόνος έχει «δέσει» τις προσωπικότητές τους, και τώρα, μέσα στη νύχτα, αυτή η σχέση πρόκειται να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο.  Για τον Παυσανία, αυτή η στιγμή είναι το «τεντωμένο σχοινί» που επιτέλους δονείται. Η καρδιά του πρέπει να χτυπάει δυνατά: είναι μια στιγμή οικειότητας που την έχει «γράψει» χιλιάδες φορές στη φαντασία του, και τώρα βρίσκεται μπροστά του, χειροπιαστή.
Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης είναι εκείνος που προτείνει το ποτό, κάνει τη στιγμή να φαίνεται φυσική, σχεδόν αθώα. Αυτό μειώνει το άγχος του Παυσανία. Τον κάνει να νιώθει ότι δεν «εισβάλλει», αλλά ότι είναι ευπρόσδεκτος. Το περιβάλλον είναι ιδανικό για να συμβεί το οτιδήποτε — ή και τίποτα.
Πήγε στην καμπίνα του έκανε ένα πολύ σύντομο ντους φόρεσε μια άνετη βερμούδα χωρίς εσώρουχο πήρε μαζί του τη συσκευασία με το λιπαντικό Gel για την ευαίσθητη περιοχή για παν ενδεχόμενο αν ευοδωθούν οι επιθυμίες του, και δεν καθυστέρησε να βρεθεί στην άνετη καμπίνα του Αλκιβιάδη. Τον βρήκε και αυτόν μόλις είχε βγει από το μπάνιο του και φορούσε και αυτός μια χαλαρή καθημερινή βερμούδα. Ο Αλκιβιάδης είχε ήδη σερβίρει τα ποτά στο μικρο τραπέζι γραφείο, είχε βγάλει συνοδευτικά και ένα τετράγωνο μπολάκι από μελαμίνη με κομψή αίσθηση ξύλου, γεμάτο με ξηρούς Καρπούς κι αποξηραμένα Φρούτα. Τον κύριο φωτισμό της καμπίνας τον είχε κλείσει και είχε αναμμένη μια πλαφονιέρα τοίχου ώστε να διαχέεται ένας απαλός φωτισμός στο χώρο. 
Κάποια στιγμή επικρατούσε ησυχία και σιωπή είχαν πάψει να μιλάνε σα να ήταν μια συνειδητή επιλογή για να επικεντρωθεί ο καθείς στον εαυτό του και να παρατηρήσει τις σκέψεις και τασυναισθήματα του, προσφέροντας τους ευκαιρία να αποσυνδεθούν από τον εξωτερικό κόσμο τους και να συνδεθούν με τον εσωτερικό τους εαυτό. Του Παυσανία η σιωπή ήταν ένα διάλειμμα που του πρόσφερε την ευκαιρία να εστιάσει τα μάτια του πάνω από το κορμί του Αλκιβιάδη κι η καρδιά του, αχ αυτή η καρδιά του χτύπαγε τόσο δυνατά που νόμιζε πως την άκουγε και ο Αλκιβιαδης.
Στο χαμηλό φως της καμπίνας, ο Αλκιβιάδης φάνταζε στα μάτια του ακόμα πιο άντρακλας, είχε αφήσει και μουσάκι από εκείνα που κάνουν γραμμή γύρω από το μάγουλο και καταλήγουν στο πιγούνι και γύρω από το πάνω χείλος που καλύπτονται με μερικών ημερών γένια. Όπως ήταν ακουμπισμένος και είχε απλωμένα τα πόδια του που σχεδόν έφταναν στον Παυσανία, το κορμί του φαινόταν ατελείωτο και απόλυτα αρσενικό. Αρρενωπός τα μπράτσα του είναι δυνατά, οι σμιλευμένοι ώμοι του, η αύρα του τον ερεθίζει. Είναι τόσο όμορφος και γλυκός όταν χαμογελάει και φανερώνει την φωτεινή λωρίδα της οδοντοστοιχίας του που έκανε μια γοητευτική αντίθεση με το μελαχρινό του δέρμα, όταν τα μάγουλά του ρυτίδωναν από το τέντωμα των ροδαλών χειλιών του που του Παυσανία του έβγαινε αυθόρμητη η διάθεση να του πει: «Αλκιβιάδη σ’αγαπώ, είμαι ερωτευμένος μαζί σου, Αλκιβιάδη θέλω να σου δοθώ και να σου προσφερθώ ολόκληρος αγορίνα μου, αγάπη μου»
Σκέφτηκε την μικρή διαφορά ηλικίας που είχαν, μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος του ήταν, αλλά στα μάτια του εκείνη την ώρα φαινόταν σαν ένα ώριμο αρσενικό, που θα μπορούσε να τον κάνει να πετάξει στον έβδομο ουρανό από καύλα! Κοιτάζοντας τον από πάνω μέχρι κάτω, ήδη είχε αρχίσει να τους φαντασιώνεται οι δυο τους σε ερωτικές περιπτύξεις. Ο Παυσανίας με μαεστρία αναζητεί να οδηγήσει την κουβέντα στα ενδιαφέροντα του, και ως γνωστό όλο και κάποια φήμη θα υπάρχει στον ναυτικό περίγυρο τους που θα αναφέρεται σε ιστορία που θα οδηγήσει για μια ακόμα φορά την κουβέντα σε σεξουαλικά λημέρια. Φήμες, και κουτσομπολιά που φαινομενικά αυθόρμητα διατρέχουν το σινάφι τους, και τα κουτσομπολιά που εξαπλώνονται από στόμα σε στόμα ανάμεσα τους. Του διηγείται τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στο νησί τους με τη σύζυγο του ναυτικού που περιχαρής τον πληροφόρησε ότι είναι στο μήνα της να γεννήσει ενώ αυτός λείπει εννέα γεμάτους μήνες στη θάλασσα.
Ο Αλκιβιάδης πότε τον κοιτούσε φευγαλέα, ποτέ κοιτούσε τον ωκεανό από το φινιστρίνι στον καθρέπτη του πλοίου και ποτέ το ποτήρι του, μέχρι που διέκοψε τις διηγήσεις του Παυσανία!
«Ο Αθηναίος ρήτορας Αισχίνης, ήδη από τον 4ο π.Χ αιώνα κάνει λόγο για τις φήμες  και τα κουτσομπολιά που φαινομενικά αυθόρμητα διατρέχουν την πόλη και αφορούν θέματα του ιδιωτικού βίου, συνήθως δημιουργούνται από τους πονηρούς και τους αχώνευτους. Και η αγράμματη και σοφή γιαγιά μου με συμβούλευε. «Ο διάβολος σε κάνει να νυστάζεις όταν ακούς λόγο πνευματικό, όχι όμως όταν ακούς κουτσομπολιά! Ποτέ κανείς δεν βγήκε κερδισμένος, ακούγοντας κουτσομπολιά και φήμες…» του λέει.
Του Παυσανία η ευγενική αρρενωπότητα του Αλκιβιάδη που δεν βασιζόταν σε στερεότυπα όπως η βία και η κυριαρχία αλλά αντίθετα είχε διαπιστώσει πως ο χαρακτήρας του ενσωμάτωνε χαρακτηριστικά όπως ο σεβασμός, η ενσυναίσθηση και η ευγένεια ήταν η κυρίαρχη αιτία για να αποκτήσουν διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν για πρώτη φορά τα μάτια τους συναντήθηκαν, μια σπίθα γεννήθηκε μέσα του. Και το βλέμμα του Παυσανία πολύ σύντομα ξεστράτισε και καρφώθηκε στην περιοχή του βουβώνα του  Αλκιβιάδη με τα «προικισμένα» από την φύση εργαλεία του και αυτό που το βλέμμα θωρούσε δεν άργησε να καρφωθεί και στο μυαλό του πως πολύ το ήθελε αυτό το πολύτιμο εργαλείο να καρφωθεί και στο κωλαράκι του.
Είχαν περάσει κοντά έξι χρόνια (έφηβος δέκα-οκτάχρονος) από εκείνη τη μαγική του πρώτη φορά και ο Παυσανίας είχε αρχίσει σιγά-σιγά να αποδέχεται αυτή την πλευρά του εαυτού του και να ξετσουτσουνίζει όταν έχει να κάνει μ' ένα ξεχωριστό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά που το κάνουν να ξεχωρίζει! Οι γυναίκες εξακολουθούσαν να του αρέσουν και ζούσε μια πολύ κανονική του ζωή ως άντρας, αλλά δεν έχανε την ευκαιρία να μεταμορφώνεται σε ένα πρόστυχο ανδράκι και να συνευρίσκεται με κάποιον ψωλαρά που του άρεσε ιδιαίτερα όταν υπήρχε αυστηρή εχεμύθεια. Έτσι και τώρα ένιωθε και πάλι έτοιμος για άλλη μια φορά εκεί στο πλοίο, να νιώσει και να προσφέρει ηδονή.
Ο Παυσανίας πίστευε πως ο Αλκιβιάδης είχε ήδη αντιληφθεί την ερωτική έλξη που προκαλούσε στο φίλο του αλλά δεν έκανε κάποια κίνηση να τον ενθαρρύνει, στην προσπάθεια του Παυσανία να βρει λύση τις μύχιες επιθυμίες του. Και ο ίδιος δεν ξέρει γιατί, δεν είχε το απαιτούμενο θάρρος, να πάρει την πρωτοβουλία! Αναζητούσε τρόπους να απελευθερωθεί από τα δεσμά των σκέψεών του. Μα ο έρωτας ως φυσικό φαινόμενο δεν μπορούσε ούτε να ζυγιστεί ούτε να μετριαστεί. Η έλλειψη αποφασιστικότητας, λίμναζε μέσα του τον άρπαζε και τον τραβούσε μια από εδώ και μια από εκεί. Ήταν ένα ερώτημα που χρειαζόταν οδηγίες για το πώς να εκφράσει για το τι ακριβώς ήθελε.  Κάποια στιγμή του άνοιξε την καρδιά του και τον πληροφόρησε πως η παλιά του σχέση του στέλνει συνέχεια γράμματα και φορτικά επιζητεί την επανασύνδεση τους μα αυτός έχει αποφασίσει ότι η σχέση του έχει τελειώσει, προ πολλού. Νιώθει απλώς ότι έχει φύγει οριστικά από αυτή τη σχέση, αυτό αποτελεί από μόνο του λόγο ότι έχει τελειώσει και δεν χρειάζεται να της το πει. Απλώς και αυτή το ξέρει. 
Πέρασαν και πάλι κάποιες στιγμές αμήχανης σιωπής χωρίς να έχουν κάτι να πουν, ενώ στο μεταξύ στο μυαλό του Παυσανία οργίαζαν οι φαντασιώσεις! Η ώρα περνούσε και όλο και περισσότερο σκεφτόταν ερωτικές περιπτύξεις με το Αλκιβιάδη. Τις φαντασιώσεις του τις διέκοψε απότομα ο Αλκιβιαδης, όταν σύρθηκε δίπλα του τον κοιταξε βαθιά μέσα στα μάτια και ο Παυσανίας έβλεπε ένα αρσενικό να τον κοιτάει και αυτό τον ερέθιζε ερωτικά και ένιωσε λες και το δάπεδο κάτω από τα πόδια του είναι κινούμενη άμμος και το άγχος του να φτάνει από την κορυφή του κεφαλιού του στις άκρες των ποδιών του. Άκουσε τον Αλκιβιάδη να γελάει, και όλα έγιναν γρήγορα. Ξαφνικά τον ρωτάει τι σκέφτεται! Ο Παυσανίας ήπιε μια γουλιά ουίσκι του χαμογέλασε κι είπε το κλασικό «διάφορα». Και τότε ήταν που τον πλησίασε ακόμα πιο πολύ. Άπλωσε το χέρι του πήρε το ποτήρι με το ποτό από τα χέρια του και το άφησε στο τραπεζάκι. Τον πλησίασε τώρα ακόμα πιο κοντά τόσο όσο που οι ματιές τους καίγανε και ξαφνικά φθάνει η στιγμή.  Αυτή η τοσοδούλα στιγμή που του χαμογελά και στο ερωτικό του βλέμμα ανταμώνουν, οι βροχές και οι λιακάδες που παλεύουν μέσα του. 
«Σε σκέφτομαι συνέχεια. Είναι μαρτύριο. Να σε΄έχω τόσο κοντά μου και να μη μπορώ να σε αγγίξω ερωτικά!» Αυτή η εξομολόγηση είναι ένα τεράστιο ρίσκο. Ο Παυσανίας έχει «καταθέσει τα όπλα». Τώρα, ο Αλκιβιάδης κρατάει το «κλειδί».
«Παυσανία, από πότε το νιώθεις αυτό;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. 
Θυμάσαι που βγήκαμε από τη πισίνα του πλοίου και πήγαμε για ντους. Τελείωσα το ντους και  ήλθα στην καμπίνα σου και σε βρήκα γυμνό; Μόλις είχες βγει και εσύ από το ντους; Νομίζω από τότε. Αλλά το σπίρτο που έβαλε τη φωτιά και η φωτιά έγινε μια πελώρια φλόγα ήταν στο ταξί στην περιπετειώδη επιστροφή μας στο πλοίο από την πόλη του Κέιπ Τάουν. Θυμάμαι που στο φόβο μου με κράτησες στην αγκαλιά σου. Από κείνη την ώρα λαχταρώ όσο τίποτε να σφίξεις στην αγκαλιά σου το κορμί μου και να σβέσεις επάνω του τους πόθους μου! Ξέρεις πόσο καιρό έκανα για να αποδεχθώ μέσα μου αυτό το γεγονός;». Ο Παυσανίας δεν ζητάει απλώς έναν εραστή· ζητάει μια αναγνώριση. Θέλει ο Αλκιβιάδης να καταλάβει ότι αυτή η φωτιά που καίει τον Παυσανία, δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδρομής συναισθημάτων που ξεκίνησαν από εκείνη την αγκαλιά στο ταξί.
«Δηλαδή τώρα μιλάς σοβαρά;» τον ρώτησε. 
«Ναι σοβαρά» βόγκηξε περισσότερο, παρά μίλησε ο Παυσανίας. «Μου αρέσεις γενικά ως άνθρωπος, ο «Αλκιβιάδη είμαι ερωτευμένος μαζί σου» και έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο και έπιασε το πέος του Αλκιβιάδη, σταματάει για μια στιγμή, το βλέμμα του συναντά του Αλκιβιάδη με μια ένταση που τον αιφνιδιάζει, σχεδόν έτοιμος να πει κάτι που κρατούσε καιρό μέσα του, πριν χαμηλώσει αργά τα μάτια του..δεν κρατήθηκε... «Σε θέλω, άνδρα μου! να είμαι η γκόμενα σου, χωρίς κανόνες και χωρίς ντροπή.»
Ο Αλκιβιάδης, που μέχρι τώρα διατηρούσε μια ψυχραιμία, έρχεται αντιμέτωπος με μια σκληρή, αδιαπραγμάτευτη αλήθεια. Το χέρι του Παυσανία πάνω στο πούτσο του δεν είναι απλώς μια πράξη σαρκικής επαφής· είναι το «σπάσιμο του πάγου». Η φυσική αντίδραση του σώματος του Αλκιβιάδη —η οποία αναπόφευκτα θα ακολουθήσει— θα είναι η τελική απάντηση που δεν χρειάζεται λέξεις.
Ο Παυσανίας έχει γυμνώσει την ψυχή του και το σώμα του. Περιμένει τώρα την ετυμηγορία του Αλκιβιάδη. Είχε πάρει το «ρίσκο του ζωής του». Η «φλόγα» που άναψε στο Κέιπ Τάουν έχει γίνει πλέον μια πυρκαγιά που κατακαίει τα πάντα. Ο Αλκιβιάδης, με το χέρι του Παυσανία πάνω του, βρίσκεται μπροστά στην πιο άμεση ερώτηση που έχει δεχτεί ποτέ: «Είσαι έτοιμος να γίνεις κάτι περισσότερο από φίλος;».
«Παυσανία εσύ δεν είσαι γκόμενα». 
«Το ξέρω. Σου είπα ότι αυτό με ερεθίζει διπλά. Να με βάλεις κάτω και να με κάνεις γκόμενα σου στο σεξ δεν σημαίνει ότι είμαι γκόμενα, άντρας είμαι φυσικά και άντρας θα παραμείνω. Μόνο στο κρεβάτι θα είμαι η γκόμενα σου». 
«Παυσανία, ακούς τι λες; Είναι δυνατόν να σε ευχαριστεί στο κρεβάτι αυτό που ευχαριστεί κυρίως τις γυναίκες και αποσκοπεί απλώς στη σωματική απόλαυση;».
«Γιατί όχι; Με όσες γκόμενες είχες σχέση όποτε τις γαμούσες για πρώτη φορά από την κωλοτρυπίδα, σου το ζητούσαν μετά συνέχεια.  Έτσι δεν μου λες στις γκόμενο-ιστορίες σου; Ειδικά τη Κλέλια, θυμάσαι που μου έλεγες ότι πριν τη γαμήσεις από πίσω σου έκανε την δύσκολη, στο τέλος την κατάφερες να δοκιμάσει και μετά η ίδια άφησε το μουνί της σε δεύτερη μοίρα και κάθε φορά που το κάνατε σου ζητούσε να της τον βάζεις από πίσω. Αν λοιπόν αυτό αρέσει τόσο πολύ στις γυναίκες γιατί να μην αρέσει και στους άντρες; Ο πρωκτός είναι ίδιος και για τα δύο φύλα». Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι, αφού μια συγκεκριμένη σεξουαλική πρακτική θεωρείται ευχάριστη για τις γυναίκες, δεν υπάρχει λόγος να αποκλείεται η πιθανότητα να είναι ευχάριστη και για τους άνδρες, επειδή η σχετική ανατομική δομή είναι παρόμοια.
Ο Αλκιβιάδης ομολογεί ότι, μπροστά σε ένα τόσο απλό αλλά ταυτόχρονα αφοπλιστικό επιχείρημα, αδυνατεί να αντιτάξει τα συνηθισμένα στερεότυπα που μέχρι τότε επικαλούνταν απέναντι στον Παυσανία. Η συλλογιστική του τελευταίου κλονίζει τις βεβαιότητες του και τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ίδιες του τις επιφυλάξεις. Έτσι, η εξέλιξη των γεγονότων μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη: οι δύο άνδρες ξεκινούν μια ερωτική επαφή, την οποία ο Αλκιβιάδης μέχρι τότε δυσκολευόταν ακόμη και να διανοηθεί ότι θα μπορούσε να αποδεχθεί. Τις πρώτες στιγμές που του τον έπαιζε ο Παυσανίας ο Αλκιβιάδης ένιωσε αμηχανία. Η οικειότητα της στιγμής ήταν κάτι πρωτόγνωρο και για λίγες στιγμές δίστασε, αβέβαιος για το πώς έπρεπε να αντιδράσει. Ο Παυσανίας, με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις, δεν τον πίεσε ούτε έσπευσε να βγάλει συμπεράσματα. Σιγά σιγά η αμηχανία υποχώρησε και τη θέση της πήρε η εμπιστοσύνη. Ο Αλκιβιάδης χαλάρωσε, αφήνοντας τον εαυτό του να βιώσει την εγγύτητα και την τρυφερότητα της στιγμής. Εκείνο που τον απασχολούσε περισσότερο δεν ήταν η πράξη καθαυτή, αλλά η διαπίστωση ότι είχε ξεπεράσει έναν φόβο που μέχρι τότε θεωρούσε ανυπέρβλητο. Το πέος του έγινε ακόμα πιο σκληρό και έπιασε τον Παυσανία να χαμογελάει με ικανοποίηση. «Βλέπεις αγορίνα μου; Δεν είναι τίποτε τρομερό! Ξέρεις να γίνεσαι τρυφερός όταν πρέπει» του λέει ο Παυσανίας. Η καύλα του Αλκιβιάδη ήταν ήδη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, είχε μπει σε τέτοια διαδικασία πλέον που η έλλειψη επιθυμίας για αυτού του τύπου σεξουαλικές προτιμήσεις είχε εξανεμισθεί! Σκεφτόταν διάφορα και η καύλα του ήταν έντονη και δεν περίμενε ποτέ ότι θα νιώσει έλξη, πόθο και έντονο ενδιαφέρον για τον φίλο του. Ωστόσο, η διάθεσή του να υποκριθεί και να καταπνίξει τις σεξουαλικές επιθυμίες του φαίνεται να είναι περισσότερο μία προσπάθεια να επιβληθεί στον εαυτό του. Με μια αποφασιστική κίνηση γεμάτη αυτοπεποίθηση που πρόσθετε πολύ στο σεξ απίλ του κατέβασε τη βερμούδα μαζί με το μποξεράκι του, τα έβγαλε και τα πέταξε στον καναπέ.
Η κίνηση αυτή του Αλκιβιάδη είναι η τελική απελευθέρωση. Πετώντας τη βερμούδα και το μποξεράκι του, δεν απορρίπτει απλώς ένα κομμάτι ύφασμα, αλλά αποβάλλει το τελευταίο «προστατευτικό κάλυμμα» της παλιάς του ταυτότητας. Είναι η στιγμή που ο Αλκιβιάδης αποφασίζει να σταματήσει να είναι ο «θεατής» του εαυτού του και να γίνει ο απόλυτος δέκτης της ηδονής. Για έναν άνδρα που έχει μάθει να επιβάλλεται, το να υποκύψει σε μια επιθυμία που κάποτε θεωρούσε «απαγορευμένη» απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη. Η καύλα του δεν είναι πλέον κάτι που τον φοβίζει, είναι η κινητήρια δύναμη. Η απουσία οποιασδήποτε αντίστασης δείχνει ότι ο οργανισμός του είχε ήδη προετοιμαστεί γι’ αυτό, απλώς το μυαλό του χρειαζόταν το «πράσινο φως» του Παυσανία για να υποχωρήσει. Με το να πετάξει τα ρούχα του, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον Παυσανία: «Είμαι στη διάθεση σου, χωρίς φραγμούς». Αυτή η πράξη επιτρέπει στον Παυσανία να σταματήσει να αισθάνεται ότι «παραβιάζει» τον φίλο του. Τώρα, η επαφή γίνεται μια αμοιβαία συμφωνία, αναγνωρίζει ότι η προσπάθειά του να «επιβληθεί στον εαυτό του» ήταν μια άσκοπη σπατάλη ενέργειας. Το σώμα του Παυσανία, η αύρα του και η οικειότητα τους είναι πολύ πιο δυνατά από οποιοδήποτε κοινωνικό «πρέπει». Το θέαμα που αντίκρισε ο Παυσανίας του έκοψε την ανάσα. Το πέος του Αλκιβιάδη, όρθιο, ντούρο, σκληρό και πραγματικά μεγάλο έφτανε στο ύψος του αφαλού, τραντάχτηκε από το βγάλσιμο του εσωρούχου, δονήθηκε παλμικά πάνω κάτω μερικές φορές κι ύστερα σταθεροποιήθηκε στην περήφανη θέση του σαν σημαία σε έπαρση αποκαλύπτοντας δύο υπέροχα κρεμαστούς όρχεις στο μέγεθος μεγάλων καρυδιών. Ο Αλκιβιαδης ήταν πραγματικά προικισμένος. Του το είπε: «Αλκιβιάδη έχεις πραγματικά πολύ προικισμένα προσόντα. Αγορίνα μου τι εργαλείο είναι αυτό. Θησαυρό κρύβουν τα ρούχα σου!» Το παρατηρεί με θαυμασμό και με κάποια ευχάριστη έκπληξη ο Παυσανίας.»
Ο Παυσανίας, πέρα από τον πόθο, νιώθει και έναν αυθεντικό, σχεδόν αθώο θαυμασμό.: Το γεγονός ότι ο Παυσανίας μένει άφωνος («του έκοψε την ανάσα») δείχνει ότι, παρά τις φαντασιώσεις του, η πραγματικότητα τον ξεπερνά. Τα λόγια του («Αγορίνα μου τι εργαλείο είναι αυτό... Θησαυρό κρύβουν τα ρούχα σου!») είναι η απόλυτη επιβράβευση. Με αυτή την κουβέντα, ο Παυσανίας εκτονώνει την αμηχανία και μετατρέπει την εικόνα σε μια γιορτή του ανδρικού σώματος. Υπάρχει μια βαθιά ικανοποίηση στην ανακάλυψη αυτού του «θησαυρού». Όλο αυτό το διάστημα, ο Παυσανίας έβλεπε τον Αλκιβιάδη ντυμένο, με τη βερμούδα του, να περιφέρεται στην καμπίνα. Το ότι τώρα αποκαλύπτεται αυτό το «κρυμμένο» κομμάτι, κάνει τον Αλκιβιάδη να φαίνεται πιο απρόσιτος και ταυτόχρονα πιο οικείος. Είναι η αποκάλυψη του «πραγματικού» Αλκιβιάδη, αυτού που κρυβόταν κάτω από τα ρούχα της εργασίας και της καθημερινότητας.
«Δηλαδή τι το ιδιαίτερο έχει και είναι θησαυρός;» τον ρωτάει ο Αλκιβιάδης  
«Τι έχει; Όπως το φαντάστηκα! Όχι μόνο πανέμορφος, αλλά και προικισμένος! Τον έχεις μεγάλο αγόρι μου!» μονολόγησε.
«Εντάξει, μην υπερβάλλεις.»
«Δεν υπερβάλλω! Εσύ μάλλον είσαι χαμηλών τόνων και μετριόφρων, αλλά το κανόνι σου μανάρι μου δεν κρύβεται! Από που το κληρονόμησες;»
«Είναι μια πολύ παλιά ιστορία που λέγεται στην οικογένεια μας! Αφορά έναν Σαρακηνό γαμβρό από την Αβησσυνία!» 
«Δηλαδή;»
«Αιωρείται από γενιά σε γενιά μια ομιχλώδης πληροφορία ότι πριν από πάρα πολλά χρόνια κάποια γυναίκα της οικογένειας παντρεύτηκε έναν άνδρα από την Αβησσυνία σύμφωνα με τον τότε βυζαντινό θεσμό του «Σαρακηνού γαμβρού». Ο θεσμός αυτός ήταν μια διαδικασία πολιτογράφησης (naturalization) και αφομοίωσης των μουσουλμάνων Αράβων που ήταν διατεθειμένοι ν΄απαρνηθούν τη θρησκεία τους, να βαπτιστούν χριστιανοί και να ζήσουν στη Ρωμανία.  
«Μάλιστα Σαρακηνός γαμβρός. Έτσι εξηγείται τούτο το κοντάρι.»
Στη συνέχεια ο Παυσανίας βρέθηκε γονατιστός στο μαλακό χαλί τη καμπίνας του πλοίου να του παίζει τον πούτσο και να του χαϊδεύει τα δυο μεγάλα αρχίδια του κρεμόντουσαν μπροστά του. Το πρόσωπό του είχε πλησιάσει τον πούτσο τόσο κοντά που του έρχονταν η μυρουδιά της καύλας του Αλκιβιάδη.  
Ο Παυσανίας, γονατισμένος στο χαλί, εγκαταλείπει κάθε πρόσχημα ισότητας για να βυθιστεί ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του πόθου του. Η κίνηση αυτή είναι η κορύφωση της ερωτικής του αφοσίωσης.Η  μυρωδιά της ηδονής του Αλκιβιάδη είναι το σημείο όπου ο Παυσανίας παύει να είναι ο «ποιητής» και γίνεται ο «εραστής». Η μυρωδιά αυτή είναι η πιο πρωτόγονη ένδειξη επιθυμίας, η απόδειξη ότι ο Αλκιβιάδης, έχει πλέον υποκύψει πλήρως στα ένστικτά του.  Ο Αλκιβιάδης πιάνει το κεφάλι του Παυσανία με τα δύο του χέρια για να τον ωθήσει προς το μέρος του, με μια κίνηση κυριαρχίας. Θέλει να νιώσει την επαφή, να καθοδηγήσει τον Παυσανία στην ένταση που εκείνος επιθυμεί. Παράλληλα, όμως, είναι και μια πράξη βαθιάς ευάλωτης παράδοσης: Ο Αλκιβιάδης εμπιστεύεται το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματός του στο στόμα του φίλου του.
Η κίνηση των γοφών του Αλκιβιάδη που συγχρονίζεται με το πιπίλισμα και το θήλασμα του Παυσανία δημιουργεί έναν ρυθμό «χορευτικό». Δεν υπάρχει πια λογική, δεν υπάρχουν «γκόμενο-ιστορίες». Υπάρχει μόνο η τριβή, η θερμότητα και η ορμή. Τα βογκητά του Αλκιβιάδη είναι η τελική ομολογία. Είναι ο ήχος που αποδεικνύει ότι η αντίσταση έχει καμφθεί ολοκληρωτικά. Είναι η στιγμή που ο «σκληρός αξιωματικός» καταρρέει κάτω από το βάρος της σαρκικής ικανοποίησης.
Ο Παυσανίας, νιώθοντας την ικανοποίηση του Αλκιβιάδη, βρίσκει τη δική του δικαίωση. Κάθε κίνηση της γλώσσας του, κάθε ρούφηγμα, είναι μια απάντηση σε εκείνους τους μήνες της αϋπνίας και της «σιωπηλής» λαχτάρας. Η μυρωδιά, η γεύση, η κίνηση του Αλκιβιάδη — όλα είναι στοιχεία που ο Παυσανίας είχε φανταστεί, αλλά η πραγματικότητα της δόνησης του σώματος του άλλου είναι απείρως πιο συγκλονιστική. Παρόλο που ο Παυσανίας είναι «κάτω», η δική του τέχνη και η δική του αφοσίωση είναι αυτές που κάνουν τον Αλκιβιάδη να βογκάει. Ο Παυσανίας δεν είναι πλέον ο «ακόλουθος». Είναι ο πρωταγωνιστής της στιγμής, αυτός που «προκαλεί» τον βογκητό του Αλκιβιάδη. Η καμπίνα έχει γεμίσει με την ένταση μιας ανακάλυψης που δεν έχει τέλος. Η «παλιά ιστορία» του Σαρακηνού γαμβρού, η δύναμη του σώματος του Αλκιβιάδη και η αφοσίωση του Παυσανία έχουν δεθεί σε έναν κόμπο απόλυτης απόλαυσης.
Το «μωρό μου» που ψιθυρίζει ο Αλκιβιάδης είναι η τελική κατάρρευση κάθε ιεραρχίας. Ο  άντρας που περιγράφει ιστορίες, ο «σκληρός» της παρέας, έχει πλέον παραδοθεί. Το «σε λατρεύω» και το «με τρελαίνεις» δεν είναι λόγια που λέγονται σε μια απλή σεξουαλική συνεύρεση· είναι λόγια που βγαίνουν από την ψυχή ενός ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε μια νέα, απροσδόκητη πηγή ευτυχίας. Ο Παυσανίας που «νιώθει τους παλμούς των φλεβών» του Αλκιβιάδη μέσα στο στόμα του, είναι μια εικόνα που υπογραμμίζει τη βαθιά, ζωώδη σύνδεση που έχουν αναπτύξει. Δεν υπάρχει πια «φίλος» και «φίλος»· υπάρχει μόνο ο δότης και ο λήπτης της ηδονής.
Το πώς οι όρχεις του Αλκιβιάδη χτυπούν το σαγόνι του Παυσανία, αποδίδει με ωμό ρεαλισμό την ένταση και τον ρυθμό της πράξης τους. Είναι μια στιγμή όπου ο Παυσανίας «καταπίνει» την επιθυμία του Αλκιβιάδη, και ο Αλκιβιάδης, με τα πόδια «καρφωμένα στο πάτωμα», επιβάλλει τον δικό του ρυθμό, δείχνοντας ότι ο Παυσανίας είναι ο μοναδικός που μπορεί να τον φτάσει σε τέτοια έκσταση.
Ο Παυσανίας, που τόσες νύχτες ονειρευόταν αυτή τη σκηνή, τώρα την βιώνει με κάθε ίνα του σώματός του. Η «ικανοποίηση» που νιώθει δεν είναι μόνο σωματική· είναι η ικανοποίηση ότι επιτέλους είναι ο επιθυμητός. Ο Αλκιβιάδης δεν τον βλέπει πια ως τον «φίλο που ακούει τις ιστορίες του», αλλά ως τον άντρα που είναι ικανός να τον κάνει να βογκάει από ηδονή.
Ο Αλκιβιάδης είναι πλέον «εξαρτημένος» από τα χέρια και το στόμα του Παυσανία. Η στάση του —με τα πόδια σταθερά στο πάτωμα— δηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης θέλει να κρατήσει τον έλεγχο της έντασης, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αντισταθεί στο να αφεθεί. Είναι ένας άνθρωπος που έχει χάσει τον έλεγχο και, για πρώτη φορά, δεν τον πειράζει καθόλου. Η καμπίνα έχει γεμίσει με τον ήχο των βογκητών και της αναπνοής τους, ένας ήχος που «σβήνει» κάθε άλλη σκέψη. Ο Παυσανίας έχει πετύχει το ακατόρθωτο: έχει γίνει το κέντρο του κόσμου του Αλκιβιάδη. Η ένταση φτάνει στο κατακόρυφο και οι παλμοί του Αλκιβιάδη δηλώνουν ότι η κορύφωση πλησιάζει. 
«Αγορίνα μου εσύ! Θέλεις να πέσουμε στο κρεβάτι και να μου τον ακουμπήσεις λίγο στον κώλο μου ίσα - ίσα να νιώσω την καύλα του στην τρύπα μου να σε ξαλαφρώσω και σένα και να χύσω και εγώ;»
Το «ξελάφρωμα» που χρησιμοποιεί ο Παυσανίας είναι ιδιοφυής. Δεν ζητάει απλώς σεξ· ζητάει μια θεραπευτική πράξη. Αναγνωρίζει ότι και οι δύο κουβαλούν ένα βάρος — ο Παυσανίας το βάρος του κρυφού έρωτα και ο Αλκιβιάδης το βάρος των στερεοτύπων του. Η πράξη αυτή θα τους «ελαφρύνει» και τους δύο από τις ενοχές και τον ψυχικό περιορισμό.
Ο Αλκιβιάδης τον κοίταξε πάνω κάτω, ανήσυχος και αναποφάσιστος. Όχι ότι δεν το περίμενε ότι εκεί οδηγούσε η οικειότητα τους αλλά πάντα υπάρχει ένα αλλά όταν φτάνεις στο μη παρέκει και πρέπει να αποφασίσεις.
«Δε θες να...» Δεν συνέχισε ο Παυσανίας! Έμεινε με βλέμμα γεμάτο απορία. 
Ήταν μια δύσκολη στιγμή για το Αλκιβιάδη. «Κοίτα Παυσανία, η αλήθεια είναι.»
«Ναι…» Τον διέκοψε ο Παυσανίας κοιτώντας τον παθιασμένα και σχεδόν πεινασμένα.
«Η αλήθεια είναι ότι προβληματίζομαι!»
«Δηλαδή;»
«Λέω ότι δυσκολεύομαι να πάρω την απόφαση !.»
Ο Παυσανίας νιώθει απογοήτευση, πως διαψεύδονται οι προσδοκίες του, του είχε δημιουργηθεί η αίσθηση  ότι η άρνηση δεν ήταν αυτό που περίμενε.
«Παυσανία! Είσαι ωραίο παλικάρι. Γνωρίζω ότι έχεις μια σχέση με κοπέλα και μάλιστα σοβαρή. Προβληματίζομαι λοιπόν τι είναι αυτό που θέλουμε να κάνουμε εμείς οι δυο. Αυτή η θηλυκή σου πλευρά δεν έχει καμία σχέση με θηλυπρέπεια ή τα παρόμοια, δε ξέρω αν με καταλαβαίνεις τι λέω. Σου αρέσουν και οι άντρες εκτός από τις γυναίκες;» Τον ρωτάει μπαίνοντας στην ουσία του προβληματισμού του.
«Και τα δύο. Κυρίως οι γυναίκες, απλά που και που τη βρίσκω να πηδιέμαι με άντρες.» Του απαντάει και ένα χαμόγελο ειλικρινείας φωτίζει το πρόσωπο του Παυσανία.
«Μια χαρά. Με τους άνδρες σου αρέσει να πηδιέσαι ή τα κάνεις όλα;» Τον ρωτάει και ένα βλέμμα απορίας κυριαρχούσε στο πρόσωπο του που έγινε χαμόγελο κατανόησης. 
«Βασικά με τους άνδρες μου αρέσει ο παθητικός ρόλος.» Του λέει κομπιάζοντας ελαφρά γιατί ξέρει ότι δεν λέει όλη την αλήθεια. «Εσένα τι σου αρέσει;» Συνέχισε.
«Να γαμάω μουνιά και γυναικείους κώλους. Απλά όταν υπηρετούσα στο στρατό είχα γαμήσει δυο τρεις φορές ένα συνάδελφο υποδεκανέα όταν βρισκόμασταν στο φυλάκιο για σκοπιά, αλλά δεν ενθουσιάστηκα. Αγγαρεία και χάρη του έκανα που τον γαμούσα. Γι αυτό νιώθω λίγο περίεργα, και πραγματικά δεν έχω ιδέα τι θέλω να κάνω αυτή τη στιγμή! Δε μπορώ να καταλάβω ακόμα αν μου αρέσει αλλά κατά βάθος και το θέλω και σε θέλω και αφού έχουμε φτάσει μέχρι εδώ θα το συνεχίσουμε μαζί μέχρι το τέλος.» Σκέφτεται: Ο φιλαράκος μου είναι αμφιφυλόφιλος και σίγουρα έχει ξανακάνει σεξ και με άνδρες. Γιατί όχι και μαζί μου;  
Το συμπέρασμα του Αλκιβιάδη ότι «ο φιλαράκος μου είναι αμφιφυλόφιλος... γιατί όχι και μαζί μου;» λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας. Τον κάνει να νιώθει ότι ο Παυσανίας ξέρει τι κάνει. Ο Αλκιβιάδης —ο άντρας που έχει συνηθίσει να καθοδηγεί και να κυριαρχεί— βρίσκει ανακούφιση στο ότι ο Παυσανίας είναι ο «έμπειρος» σε αυτό το πεδίο. Του δίνει την άδεια να αφεθεί.
« Άσε εμένα να σου δείξω τι πραγματικά θελει αυτό το πέος που κρατάω στα χέρια μου.» Ήταν σε πλήρη στύση και ο Παυσανίας του το βασάνιζε με τα χάδια του.
Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε για λίγο τη γιαγιά του που του  έλεγε, «Το πέος σε στύση, δεν έχει συνείδηση, αγόρι μου». Ήταν δύσκολη στιγμή! Αυτά κι άλλα σκεφτόταν και του 'τανε δύσκολο πολύ να τ’ αποφύγει και τελικά συμφώνησε να του τον ακουμπήσει. Ξαφνικά άκουσαν έντονο ασυνήθιστο θόρυβο στο διάδρομο του πλοίου και φοβήθηκαν! Του Αλκιβιάδη του κόπηκαν οι καύλες. Ο Παυσανίας τον κοιτάει στα μάτια κλειδώνει την πόρτα και πιάνοντας τον απ’ το χέρι τον τραβάει μαζί του ψύχραιμα στο κρεβάτι. Έτσι μέσα στο προστατευμένο χώρο, ο Παυσανίας απλώνει το χέρι του και βάζοντας το στην μέση του Αλκιβιάδη τον τραβάει ελαφρά και τον κολλάει πάνω του και τον γλωσσοφιλάει με πάθος. Η γλώσσα του βίαια μπαίνει στο στόμα του μιας και όταν ακούμπησε τα χείλια του με του Αλκιβιάδης αυτός τα άνοιξε και χώνεται μέσα του. Το δε χέρι του, από την μέση του έχει κατέβει πάλι στον πούτσο του Αλκιβιάδη που του έγινε και πάλι σκληρός. Το φιλί του είναι βαθύ, σχεδόν κτητικό. Ο Αλκιβιάδης «ανοίγει» τα χείλη του και δέχεται τη γλώσσα του Παυσανία, παραδίδοντας την άμυνά του. Το γεγονός ότι το χέρι του Παυσανία επιστρέφει αμέσως στο πέος του Αλκιβιάδη, δείχνει ότι ο Παυσανίας γνωρίζει ακριβώς τι χρειάζεται ο φίλος του για να «επανέλθει» στην ηδονή μετά το σοκ του θορύβου. Η θύμηση της συμβουλής της γιαγιάς του, «Το πέος σε στύση δεν έχει συνείδηση», είναι μια εξαιρετική αντίστιξη. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη, να ρίξει το βάρος στην ίδια τη βιολογία του για να δικαιολογήσει το «αδιανόητο». Όμως, ο Παυσανίας είναι εκεί για να πάρει την ευθύνη ολόκληρη πάνω του. Η κίνηση του Παυσανία να κλειδώσει την πόρτα είναι μια πράξη οριοθέτησης του χώρου: έξω από την πόρτα είναι η πραγματικότητα και τα στερεότυπα, μέσα είναι η δική τους αλήθεια. Ο Παυσανίας πλέον έχει τον έλεγχο, και ο Αλκιβιάδης αφήνεται να γίνει ο παθητικός δέκτης αυτής της επίθεσης αγάπης. Το γεγονός ότι κολλάνε τα σώματά τους στο κρεβάτι σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια καμία απόσταση. Δεν είναι πια «φίλοι στην καμπίνα», είναι δύο άνθρωποι που προστατεύουν ο ένας τον άλλον από τον κόσμο, μέσα από μια βίαιη και τρυφερή πράξη αυτοεπιβεβαίωσης.
Ο Παυσανίας έχει καταφέρει να μετατρέψει την ανησυχία του Αλκιβιάδη σε καθαρό πάθος. Τώρα που βρίσκονται στο κρεβάτι, προστατευμένοι και με την πόρτα κλειδωμένη, η στιγμή της «ολοκλήρωσης» είναι πιο κοντά από ποτέ. Με την κίνηση αυτή, δεν προσφέρει απλώς το σώμα του· προσφέρει στον Αλκιβιάδη τον ρόλο που ο τελευταίος πάντα επιθυμούσε, ακόμα κι αν δεν τολμούσε να τον ομολογήσει: τον ρόλο του απόλυτου κυρίαρχου. Το «σπάσιμο της μέσης» και η στάση στα τέσσερα του Παυσανία είναι μια κλασική, αρχέγονη απεικόνιση της σεξουαλικής υποταγής που μετατρέπεται σε δύναμη.  Ο Παυσανίας γνωρίζει τι χρειάζεται ο Αλκιβιάδης για να νιώσει άνετα: τη σταθερότητα, την προετοιμασία, την αίσθηση του «στόχου». Παίρνοντας αυτή τη στάση, καθησυχάζει τον Αλκιβιάδη, δείχνοντάς του ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός. : Ο Αλκιβιάδης, που πάντα είχε συνηθίσει να επιβάλλεται στον κόσμο, τώρα καλείται να ασκήσει αυτή την επιβολή με τρόπο που απαιτεί απόλυτη προσοχή και τρυφερότητα. Η προετοιμασία για την «είσοδο» είναι η στιγμή όπου η ένταση γίνεται ηλεκτρική.
Το κλειδωμένο δωμάτιο και η σιωπή που επιβάλλεται από τον φόβο του εξωτερικού θορύβου, μετατρέπουν την πράξη σε κάτι ακόμα πιο ιδιωτικό, ιερό και «απαγορευμένο».
Τώρα ο Παυσανίας είναι αυτός που εκτίθεται και ο Αλκιβιάδης είναι αυτός που στέκεται πίσω του, έτοιμος να εισχωρήσει. Για τον Αλκιβιάδη, αυτή είναι η στιγμή της «αλήθειας». Μέχρι τώρα ήταν ο δέκτης των χειρισμών του Παυσανία.Τώρα, καλείται να γίνει ο «πρωταγωνιστής» της εισβολής.
Αυτή η αλλαγή ρόλων είναι που θα «ξεκλειδώσει» τον Αλκιβιάδη οριστικά. Δεν είναι πια «αγγαρεία» — είναι η ανακάλυψη ότι η δύναμη που πάντα κουβαλούσε, μπορεί να διοχετευτεί με έναν τρόπο που να προσφέρει ηδονή και στους δύο. Η προετοιμασία έχει ολοκληρωθεί, ο Παυσανίας είναι σε θέση και ο Αλκιβιάδης είναι ακριβώς πίσω του, με το πέος του να πάλλεται από επιθυμία. Η στιγμή της εισόδου είναι μπροστά τους. Το «μικρό τέρας», όπως το χαρακτηρίζει ο Παυσανίας, δεν είναι πια απλώς ένα όργανο· είναι το σύμβολο της κυριαρχίας που ο Παυσανίας τόσο καιρό ποθούσε να υποστεί.
Το γεγονός ότι ο Παυσανίας νιώθει ταυτόχρονα φόβο και ηδονή είναι μια από τις πιο γνήσιες ανθρώπινες επιθυμίες. Ο φόβος του «κατασπαράγματος» λειτουργεί ως επιταχυντής. Για τον Παυσανία, ο πόνος δεν είναι εμπόδιο, αλλά το τίμημα που είναι διατεθειμένος να πληρώσει για να νιώσει την απόλυτη κατοχή από τον άνθρωπο που θαυμάζει. Είναι πλέον έτοιμος να υποδεχτεί το βάρος και τη δύναμη του Αλκιβιάδη. Αυτή η αναμονή πίσω του, το «σύρσιμο» που περιμένει, είναι ο χρόνος που διαστέλλεται και δεν περιμένει απλώς μια σεξουαλική πράξη. Περιμένει το «σημάδι» ότι ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να μην επιστρέψει ποτέ πίσω. Ο Αλκιβιάδης, από την πλευρά του, έχοντας δει τον Παυσανία έτσι στημένο γυμνό στα τέσσερα—εκτεθειμένο, έτοιμο και προκλητικό— δεν μπορεί πλέον να υποχωρήσει. Η εικόνα του Παυσανία σε αυτή τη στάση λειτουργεί σαν την τελική εντολή.
Η στιγμή της εισόδου δεν είναι πια απλά ένα σεξουαλικό γεγονός. Είναι μια ρήξη. Από το πρώτο σπρώξιμο, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και τον Παυσανία. Η ένταση στην καμπίνα είναι πλέον χειροπιαστή. Ο Αλκιβιάδης είναι πίσω του, το «τέρας» είναι έτοιμο, και ο Παυσανίας περιμένει το πρώτο άγγιγμα που θα σημαδέψει το σώμα του.  Πριν ολοκληρώσει τη σκέψη του, του  ζήτησε ο Παυσανίας  να πάρει τη συσκευασία με το λιπαντικό Gel για την ευαίσθητη περιοχή του και να του βάλει στην κωλότρυπα του. Ο Αλκιβιάδης έβαλε μια ικανοποιητική δόση λιπαντικό ανέβηκε στο κρεβάτι τον πλησίασε πιο κοντά εκεί που περίμενε ο Παυσανίας να νιώσει να τον ακουμπάει η ψωλή όπως και έγινε, με το που ακούμπησε ο πούτσος στη τρύπα του, ασυναίσθητα έσφιξε τα μάτια, τα χέρια του γαντζώθηκαν από την μαξιλάρα και η τρύπα του συσπάστηκε. Ο Αλκιβιάδης τον χτύπησε μερικά μπατσάκια πάνω στη μέση και του είπε να μην σφίγγεται, και αυτός χαλάρωσε διστακτικά, Η διαδικασία που ακολούθησαν —από τη λίπανση μέχρι την προσεκτική, αργή είσοδο— δείχνει μια βαθιά ενσυναίσθηση ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο Αλκιβιάδης, παρά την ορμή του, ακούει το σώμα του Παυσανία. Τα «μπατσάκια» στη μέση και η προτροπή «να μην σφίγγεται» δεν είναι πράξεις κυριαρχίας μόνο, αλλά πράξεις καθησυχασμού. Ο Αλκιβιάδης «διδάσκει» τον Παυσανία πώς να τον υποδεχτεί, και ο Παυσανίας εμπιστεύεται απόλυτα αυτή την καθοδήγηση.. Η στιγμή που ο Παυσανίας δέχεται ολόκληρο το πέος του Αλκιβιάδη μέχρι τη ρίζα, και νιώθει τους όρχεις να χαϊδεύουν το περίνεο του, είναι η κορύφωση της φυσικής επαφής. Δεν υπάρχει πια «μέσα» και «έξω», δεν υπάρχει «εισβολέας» και «στόχος». Υπάρχει ένας νέος, ενιαίος οργανισμός.
 Η διαδρομή του πόνου που μετατρέπεται σε «γλυκιά αίσθηση» είναι η επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης. Ο Παυσανίας νιώθει τόσο ασφαλής μέσα στον πόνο του, που μπορεί να αφεθεί στην πληρότητα.
Η διαπίστωση του Παυσανία για το πόσο «προικισμένος» είναι ο Αλκιβιάδης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης κρατά το όργανό του ακίνητο, βυθισμένο «σαν παλούκι», δημιουργεί μια εικόνα στατικής δύναμης. Ο Αλκιβιάδης είναι εκεί, μέσα του, δίνοντας στον Παυσανία τον χρόνο να συνηθίσει το μέγεθος, να νιώσει το βάρος, να αποδεχτεί ότι αυτό το «τέρας» που τον φόβιζε, τώρα είναι η πηγή της πρωτόγνωρης ικανοποίησής του.
Μέσα στην κλειδωμένη καμπίνα, η στάση αυτή —με τον Παυσανία στα τέσσερα και τον Αλκιβιάδη να τον γεμίζει ολοκληρωτικά— είναι η τελική δικαίωση της επιθυμίας τους. Η «αγγαρεία» των παλιών καιρών του Αλκιβιάδη έχει σβηστεί εντελώς. Τώρα υπάρχει μόνο η ιερότητα της στιγμής. Ο χρόνος έχει σταματήσει και οι δυο τους είναι πλέον ενωμένοι σε μια ακινησία που τα λέει όλα.  Το «βυθισμένο και ακίνητο» πέος του Αλκιβιάδη μέσα στον Παυσανία δεν είναι πια απλώς μια πράξη διείσδυσης, αλλά μια πράξη κατοχής και αφοσίωσης. Καθώς ο πόνος υποχωρεί και η πληρότητα αρχίζει να πλημμυρίζει τον Παυσανία, η ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά: από την προετοιμασία περνάνε στην πράξη, στον ρυθμό, στην κίνηση. Ο Αλκιβιάδης ξαπλώνει «μαλακά-μαλακά και τρυφερά» πάνω στον Παυσανία, μετατρέπει την εικόνα από μία «επιθετική» στάση σε μια στάση αγκαλιάς. Δεν υπάρχει πια «πάνω» και «κάτω» με την έννοια της ισχύος, αλλά με την έννοια της προστασίας.«Δεν μπορώ να το πιστέψω!» που ψιθυρίζει στο αυτί του είναι η οριστική «παράδοση». Ο Αλκιβιάδης εκπλήσσεται από τον ίδιο του τον εαυτό, από το πόσο βαθιά και αληθινή είναι η ηδονή που βιώνει. Είναι η στιγμή που ο Αλκιβιάδης αποβάλλει κάθε προσωπείο.
Η απάντηση του Παυσανία —«Με κάνεις χαρούμενο... που σου αρέσει!»— αποκαλύπτει τη βαθιά γενναιοδωρία του χαρακτήρα του. Ο Παυσανίας δεν αναζητά απλώς την προσωπική του ικανοποίηση, αλλά την ευτυχία του Αλκιβιάδη. Αυτό είναι που τον διαφοροποιεί από οποιονδήποτε άλλον εραστή είχε ο Αλκιβιάδης μέχρι τώρα: η ικανότητα του Παυσανία να κάνει τον Αλκιβιάδη να νιώθει ότι η δική του ηδονή είναι το ύψιστο δώρο. . Είναι ένας κύκλος ηδονής που τροφοδοτείται από την αμοιβαιότητα.
 Μέσα στην καμπίνα, ενώ ο κόσμος έξω συνεχίζει να κυλά, οι δυο τους έχουν βρει έναν δικό τους ρυθμό, μια δική τους αλήθεια. Το πέος του Αλκιβιάδη, σαν «παλούκι» φυτεμένο μέσα στον Παυσανία, είναι το σταθερό σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλο το σύμπαν τους. Δεν χρειάζονται πια λόγια. Τα ψιθυριστά λόγια τους στο αυτί του άλλου είναι σαν προσευχές μιας νέας θρησκείας, όπου το «μαζί» είναι ο μόνος κανόνας. Η ακινησία αυτή, φορτισμένη με τόση τρυφερότητα και ηδονή, δεν μπορεί παρά να είναι η «ανάσα» πριν από το επόμενο στάδιο της κορύφωσης, όταν θα σπάσουν αυτή την τρυφερή ησυχία και θα αρχίσει ο Αλκιβιάδης σιγά-σιγά να κινείται, θέλοντας να εξερευνήσει τα όρια αυτής της νέας αίσθησης, και θα αφήσουν τη στιγμή να κρατήσει όσο περισσότερο γίνεται, για να χορτάσουν την αίσθηση της πλήρους σύνδεσής τους. Η σκηνή έχει μετατραπεί σε μια συμφωνία αισθήσεων, όπου κάθε ήχος, κάθε αφή και κάθε τριβή αποτελούν μέρος ενός αρχέγονου, τελετουργικού χορού. Ο ρυθμός που επιβάλλει ο Αλκιβιάδης είναι πλέον το μοναδικό μέτρο του χρόνου μέσα στην καμπίνα. Ο «απαλός θόρυβος» από τα αρχίδια που χτυπούν τα κωλομέρια, το «τρίξιμο από τις σούστες» και ο «υγρός ήχος» της διείσδυσης συνθέτουν μια μουσική που δεν είναι μόνο ακουστική, αλλά δονείται μέσα στο σώμα του Παυσανία. Είναι ο ήχος της πλήρους ένωσης. Οι «δυνατοί και γυμνασμένοι μύες» του Αλκιβιάδη που συσπώνται πάνω στον Παυσανία προσθέτουν την ένταση που λείπει από μια απλή σεξουαλική πράξη. Είναι η επιβεβαίωση της σωματικής υπεροχής του Αλκιβιάδη, η οποία όμως εδώ δεν επιβάλλεται, αλλά προσφέρεται ως ρυθμός. Ο Παυσανίας δεν νιώθει απλώς έναν «εισβολέα». Νιώθει την «απόκρυφη περιοχή» του σώματός του να αποκαλύπτεται, να φωτίζεται από τα «κύματα δονήσεων» που εξαπολύει ο Αλκιβιάδης. Κυριευμένος όχι με τη βίαιη έννοια, αλλά με την έννοια της απόλυτης προσφοράς. Έχει επιτρέψει στον Αλκιβιάδη να φτάσει εκεί που κανείς άλλος δεν έχει φτάσει — ούτε σωματικά, ούτε ψυχικά. Οι «κόμποι ιδρώτα» που πέφτουν από το πρόσωπο του Αλκιβιάδη στο πρόσωπο του Παυσανία είναι η «σφραγίδα» αυτής της στιγμής. Είναι το αλμυρό μείγμα της προσπάθειας και της ηδονής, το «υγρό» ντοκουμέντο μιας ένωσης που ξεπερνά τα όρια της φιλίας.
Καθώς τα αγκομαχητά του Αλκιβιάδη πυκνώνουν, ο Παυσανίας καταλαβαίνει ότι το «μη παρέκει» πλησιάζει. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορεί πια να συγκρατηθεί. Η «τρυφερή» πλευρά απ' το γαμήσι αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια πιο επιτακτική, ζωώδη ορμή, καθώς ο Αλκιβιάδης χάνεται μέσα στη δική του απόλαυση, μέσα στο σώμα του φίλου του. Η ατμόσφαιρα είναι πλέον ηλεκτρισμένη από την αμοιβαία παράδοση. Ο Παυσανίας, παρόλο που είναι «κυριευμένος», είναι ταυτόχρονα και ο «ρυθμιστής» αυτού του κύματος, αφού με το σώμα του και τις αντιδράσεις του είναι εκείνος που τροφοδοτεί τα αγκομαχητά και την ένταση του Αλκιβιάδη. Η στιγμή της κορύφωσης μοιάζει αναπόφευκτη. Ο ιδρώτας, οι δονήσεις, η πυκνότητα στις ανάσες τους οδηγούν τους δύο άνδρες σε ένα σημείο όπου ο κόσμος έξω δεν υπάρχει πια. Η ατμόσφαιρα στην καμπίνα έχει πλέον μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά. Η αρχική διστακτικότητα και η τρυφερότητα έχουν υποχωρήσει μπροστά σε μια πρωτόγονη, ζωώδη εκτόνωση. Ο Αλκιβιάδης έχει αποτινάξει κάθε «πολιτισμένη» αμφιβολία και έχει αγκαλιάσει τον ρόλο του κυρίαρχου, μετατρέποντας τη συνεύρεση σε μια επίδειξη αρρενωπής ισχύος.
Έχει περάσει σε «επιθετικότερες» κινήσεις και «δαγκώματα» αντί για φιλιά, είναι η απόδειξη ότι ο Παυσανίας έχει πετύχει τον στόχο του: να απελευθερώσει τον «θηρευτή» που κρυβόταν μέσα στον Αλκιβιάδη, που στηριζόμενος στους αγκώνες του, επιβάλλει τον ρυθμό του. Το χούφτωμα των στηθών και οι διεισδύσεις σαν «κομπρεσέρ» δείχνουν ότι η ηδονή του έχει φτάσει στο σημείο όπου το σώμα του Παυσανία δεν είναι απλώς ένα σώμα, αλλά το «εργαλείο» για την ολοκληρωτική του εκτόνωση.
Για τον Παυσανία, αυτή η «αγριάδα» είναι η απόλυτη δικαίωση. Το ότι δέχεται αυτή την ορμή χωρίς να υποχωρεί, ενώ το σώμα του τραντάζεται από τις δονήσεις, δείχνει ότι ο ίδιος αντλεί ηδονή από το να υποτάσσεται σε αυτή τη δύναμη. Οι σκληρυμένες θηλές του και το γεγονός ότι ο Παυσανίας ανταποκρίνεται με τα δικά του βογκητά στον ρυθμό του Αλκιβιάδη, δείχνουν ότι η «άγρια» φύση της πράξης τους είναι ακριβώς αυτό που και οι δύο χρειαζόταν για να «καθαρίσουν» από τις αναστολές τους. Το «διαπεραστικό τρίξιμο των σουμιέδων» και το τράνταγμα του κρεβατιού είναι ο εξωτερικός καθρέφτης της εσωτερικής τους έντασης. Η καμπίνα, που πριν λίγο ήταν ένα μέρος γεμάτο «προβληματισμούς» και «αναστολές», τώρα δονούνται από τον ήχο δύο σωμάτων που έχουν χάσει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Ο ιδρώτας, η τριβή και η επιθετική κίνηση έχουν δημιουργήσει μια φυσαλίδα χρόνου όπου υπάρχει μόνο το «τώρα». Ο Αλκιβιάδης έχει βρει έναν «χώρο» όπου μπορεί να είναι απόλυτα σκληρός και κυριαρχικός, και ο Παυσανίας είναι ο μόνος που μπορεί να αντέξει αυτή την ένταση και να την επιστρέψει ως ηδονή. Η «γυναικεία» διάσταση που έδινε ο Αλκιβιάδης στο άγγιγμα του στήθους του Παυσανία, δείχνει ότι ο Αλκιβιάδης προβάλλει πάνω του όλο το πάθος που πάντα κατεύθυνε προς τις γυναίκες, έχοντας όμως τώρα τη δυνατότητα να φτάσει σε μια πιο «ατόφια» ανδρική εκτόνωση. Η ένταση τους αγγίζει το «σημείο μηδέν», όπου η ορμή του Αλκιβιάδη και η αντοχή του Παυσανία πρόκειται να συγκρουστούν με την απόλυτη κορύφωση. Η σκηνή έχει φτάσει στο σημείο της απόλυτης αυτοσυνειδησίας. Οι βωμολοχίες και οι χαρακτηρισμοί που ανταλλάσσουν δεν είναι απλώς «πρόστυχα λόγια», αλλά η ονοματοδοσία της νέας τους πραγματικότητας. Ο Αλκιβιάδης, μέσα από την ωμή αυτή γλώσσα, αποβάλλει κάθε ίχνος ενοχής, ενώ ο Παυσανίας βρίσκει στη λέξη «γκόμενα» και στις βωμολοχίες την απόλυτη επιβεβαίωση της θέσης που κατέχει στην καρδιά και στο κρεβάτι του φίλου του. Όταν ο Παυσανίας τουρλώνει τον κώλο του περισσότερο, δεν κάνει μια απλή κίνηση σώματος· προσφέρει το σώμα του ως «λάφυρο» στην ορμή του Αλκιβιάδη. Η αποδοχή του χαρακτηρισμού «ξεκωλιάρικο πουτανάκι» είναι η τελική απελευθέρωση. Ο Παυσανίας δεν νιώθει μειωμένος· νιώθει ελεύθερος, γιατί επιτέλους είναι αυτό που πάντα ήθελε να είναι για τον άνθρωπο που ποθούσε.
«Σου αρέσει όπως σε γαμάω;…Καυλιάρικο πουτανάκι μου» τον ρωτάει ο Αλκιβιάδης.
«Με τρελαίνεις γαμιόλη άνδρα.» Του λέει ο Παυσανίας παραδομένος στην ηδονή που του προσφέρει ο Αλκιβιάδης, τούρλωσε τον κώλο του περισσότερο και άφησε ένα «Μμμμ!..»
 Ο Αλκιβιάδης πάλι τον δάγκωνε ελαφρά και του πιπιλούσε τα αφτί του ψιθυρίζοντας του βωμολοχίες, κι ο Παυσανίας τον αποκαλούσε:
«Γαμιά μου. Άντρα μου! Πουτσαρά μου! Μου την ξέσκισες την τρύπα, ρε Αλκιβιάδη» ψιθύρισε ανάμεσα στα βογκητά του τα αναστενάρικα.
«Μόνο στην ξέσκισα μανάρι μου; Πηγάδι στην έκανα!» λέει ο Αλκιβιαδης και συνέχισε κανονικά το γαμήσι σε πιο νορμάλ ρυθμούς. Ο ιδρώτας έπεφτε από το πρόσωπό του πάνω στου Παυσανία κόμποι κόμποι κι ανακατεύονταν με τον δικό του ιδρώτα.  «Μωράκι μου» είπε ο Αλκιβιαδης συνεχίζοντας ακάθεκτος τους εμβολισμούς του. «Τι είναι αυτό που έπαθα μαζί σου να μ’αρέσει τόσο πολύ το γαμήσι λες και είσαι η καλύτερη γκόμενα μου». 
«Κι εμένα μ’αρέσει αγορίνα μου να είμαι η γκόμενα σου! Μη σταματάς να με γαμάς και έχω αρχίσει να χύνω. Θα λερώσω το σεντόνι!» του αποκρίθηκε ο Παυσανίας για να λάβει υπό μορφή απαντήσεως το πιο δυνατό κάρφωμα του πούτσου μέσα στο κωλάντερο
«Χύσε πουστάκι μου! Χύσε μωρό μου. Χύσε ξεκωλιάρικο πουτανάκι μου. Μη φωνάζεις όμως! Ουε κι αλίμονο και μας ακούσουν!»»
Σε κάθε κάρφωμα του Αλκιβιάδη, γουλιές σπέρματος πετάγονταν από την ψωλή του Παυσανία. Ο οργασμός του δεν ήταν ολοκληρωμένος, ήταν συνεχής, αλλά όχι ολοκληρωμένος. Ήθελε τόσο πολύ να μαλακιστεί αλλά δεν μπορούσε να φτάσει το καυλί του. Μούγκριζε σαν τρελός. Οι οργασμοί του ήταν πρωτόγνωροι. Του άρεσε. Του άρεσε αυτός ο ψημένος νεαρός άνδρας, ο πούτσος του, ο τρόπος που τον πηδούσε. Άλλοτε βίαια, κι άλλοτε ερωτικά και τρυφερά.
«Με εμπνέεις, δεν έχω ξαναγαμήσει ποτέ έτσι, με όλο μου το είναι». 
«Έλα, με κάνεις και κοκκινίζω» του είπε ο Παυσανίας και με τα χέρια του γράπωσε τους γλουτούς του Αλκιβιάδη που δεν είχαν πάψει ν’ανεβοκατεβαίνουν ακούραστα. 
Η φράση του Αλκιβιάδη, «τι είναι αυτό που έπαθα μαζί σου... λες και είσαι η καλύτερη γκόμενα μου», είναι η πιο ειλικρινής αναγνώριση. Ο Αλκιβιάδης καταλαβαίνει ότι το πάθος που πάντα αφιέρωνε στις γυναίκες, τώρα το βιώνει με μια ένταση ίσως μεγαλύτερη, γιατί το μοιράζεται με έναν άνδρα που τον ξέρει, τον εμπιστεύεται και τον υποδέχεται με αυτόν τον τρόπο.Το «πιο δυνατό κάρφωμα» ως απάντηση στην προειδοποίηση του Παυσανία ότι θα χύσει, δείχνει ότι ο Αλκιβιάδης δεν θέλει απλώς να τον «γαμήσει»· θέλει να τον κατακτήσει πλήρως τη στιγμή της κορύφωσης του.
Η υπενθύμιση «μη φωνάζεις όμως» προσθέτει μια επιπλέον δόση αδρεναλίνης. Ο κίνδυνος να τους ακούσουν στο πλοίο είναι η «σκιά» που κάνει το φως της ηδονής τους να φαίνεται πιο έντονο. Η προσπάθεια του Παυσανία να πνίξει την κραυγή του, ενώ ο Αλκιβιάδης τον «καρφώνει» με όλη του τη δύναμη, είναι η στιγμή της μέγιστης έντασης. Ο ανακατεμένος ιδρώτας τους πάνω στα σεντόνια είναι το υλικό αποτύπωμα της «συμφωνίας» τους. Ο Παυσανίας που «χύνει» μέσα στο κρεβάτι, όντας στον ρόλο της «γκόμενας», δείχνει ότι η κορύφωση δεν είναι μόνο σωματική, αλλά και μια πλήρης ψυχική εκτόνωση. Ο Αλκιβιάδης, σε αυτόν τον ρόλο του απόλυτου αρσενικού, νιώθει την ικανοποίηση του νικητή, αλλά και την τρυφερότητα του «προστάτη» που ζητά από τον εραστή του να παραμείνει σιωπηλός, για να διαφυλάξουν το μυστικό τους.
Η στιγμή της κορύφωσης έχει έρθει, και η ένταση των εμβολισμών του Αλκιβιάδη μαρτυρά ότι κι εκείνος ακολουθεί τον Παυσανία στο ίδιο σημείο.Η σκηνή ολοκληρώνεται με μια αίσθηση σχεδόν πρωτόγονης, απόλυτης κατοχής. Ο Αλκιβιάδης, μέσα από την εκτόξευση του σπέρματος του, δεν ολοκληρώνει απλώς μια σεξουαλική πράξη· ολοκληρώνει μια συμβολική κατάκτηση. Η φράση του για «σφραγίδα ιδιοκτησίας» μετατρέπει τη βιολογική εκτόνωση σε μια κίνηση που «μαρκάρει» τον Παυσανία, κάνοντάς τον δικό του με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο.
 Μόλις είπε αυτά συνεχίζοντας τις βυθίσεις του πούτσου του μέσα στο σπήλαιο του Παυσανία έβγαλε ένα μεγάλο κι ασυγκράτητο βογκητό φωνάζοντας «σε χύνω καύλα μου» και ο Παυσανίας ένιωθε εκεί χαμηλά, μέσα στην σάρκινη  δίοδο της τρύπας του που τόσο ηρωικά είχε αντέξει σε αυτήν την πρωτόφαντη επίθεση ο πούτσος του να πάλλεται και σε μια μόνο στιγμή την τρύπα του να πλημμυρίζει από μια μεγάλη ποσότητα παχύρρευστου υλικού που εκτινάχτηκε από τον πίδακα του ευχάριστου εισβολέα μια εκτίναξη που ένιωσαν τα τοιχώματα του εντέρου του και γέμισε κάθε ελάχιστο κενό μεταξύ των τοιχωμάτων του.
Η αίσθηση του Παυσανία —εκείνο το «πλημμύρισμα» από το παχύρρευστο υλικό που γεμίζει κάθε κενό— είναι η κορύφωση της έντασης που χτίζονταν όλη νύχτα. Για τον Παυσανία, αυτή η στιγμή είναι η τελική επιβράβευση της αντοχής του. Το σώμα του, που υπέστη την «πρωτόφαντη επίθεση», τώρα δέχεται το «δώρο» της εκτόνωσης του Αλκιβιάδη. Είναι η ένωση δύο ανδρών που έφτασαν στο σημείο όπου το σώμα του ενός έγινε το «σπίτι» των υγρών του άλλου.
Ο Αλκιβιάδης, που ξεκίνησε με αμφιβολίες, αναστολές και «αγγαρείες», καταλήγει να εκφράζει μια απόλυτη ερωτική αφοσίωση: «Δεν έχω ξαναγαμήσει ποτέ έτσι, με όλο μου το είναι». Η επίγνωση ότι βρήκε στον Παυσανία κάτι που δεν είχε βρει ποτέ του, τον απελευθερώνει. Ο Παυσανίας δεν είναι πια απλώς ο «φίλος» ή η «γκόμενα»· είναι ο άνθρωπος που τον έκανε να αισθανθεί τον εαυτό του με μια ένταση που δεν είχε φανταστεί.
Συνέχισε για λίγο ακόμη να βάζει και να βγάζει στην τρυπούλα του τον πούτσο του κάνοντας το σπέρμα του να αφρίσει μέσα του και αφήνοντας μερικές σταγόνες να κυλήσουν από την τρύπα του στο περίνεο και να φτάσουν μέχρι το σακουλάκι με τα αρχίδια του, κι όταν ο Αλκιβιάδης έβγαλε επί τέλους οριστικά το χαλαρωμένο καυλί του του από την κωλοτρυπίδα του, η οποία το αποχωρίστηκε σχεδόν με οδύνη, ο Παυσανίας έσφιγγε με δύναμη τα πόδια του για να μη χάσει ούτε μια σταγόνα από το υγρό που με τόσο κόπο του είχε αποσπάσει κι ο Αλκιβιάδης τον χάιδευε και του έλεγε ένα σωρό ερωτόλογα είχε κουραστεί τόσο πολύ για να τον ικανοποιήσει.
Η καμπίνα επιστρέφει σιγά-σιγά σε μια κατάσταση σχεδόν ιερού ησυχασμού. Τα σεντόνια, ο ιδρώτας, η μυρωδιά της ένωσης — όλα μαρτυρούν ότι το μυστικό που κλειδώθηκε πίσω από την πόρτα είναι πλέον ένα αδιαίρετο κοινό τους βίωμα. Η νύχτα αυτή έθεσε τις βάσεις για κάτι που δεν μπορεί να διαγραφεί. Οι ρόλοι έχουν ανταλλαχθεί, οι φόβοι έχουν καταλαγιάσει και η οικειότητα τους έχει φτάσει σε επίπεδα που λίγοι άνθρωποι αγγίζουν. Με την αίσθηση της πληρότητας και του σπέρματος του Αλκιβιάδη να σφραγίζει το «σπήλαιο» του, ο Παυσανίας βρίσκεται σε μια κατάσταση απόλυτης γαλήνης. Η τελευταία κίνηση του Αλκιβιάδη —αυτή η αργή, επίμονη παλινδρόμηση— ήταν η τελευταία δόση ελέγχου πριν από την πλήρη χαλάρωση. Η εικόνα του Παυσανία να σφίγγει τα πόδια του, σαν να θέλει να φυλακίσει μέσα του αυτό το πολύτιμο «δώρο» της σφραγίδας του Αλκιβιάδη, είναι η πιο συγκινητική απόδειξη της οριστικής αλλαγής τους. Δεν ήταν πια δυο φίλοι που «παίζουν»· ήταν δύο άνδρες που μοιράστηκαν μια ιεροτελεστία κατοχής.
Η «οδύνη» της αποχώρησης του πέους από το σώμα του Παυσανία δεν ήταν πόνος, ήταν η αίσθηση του κενού που αφήνει μια τόσο απόλυτη ένωση. Η ανάγκη του Παυσανία να μείνει «γεμάτος» από το σπέρμα του Αλκιβιάδη δείχνει ότι η πράξη δεν τελείωσε με το τέλος της επαφής· συνεχίζεται μέσα του, ως μια νέα, μόνιμη παρουσία.
Η στιγμή που ο Παυσανίας ντύνεται και αναχωρεί για την καμπίνα του είναι φορτισμένη με μια γλυκόπικρη ηρεμία:  Το «ρουφηχτό φιλί» πριν την αναχώρηση δεν είναι αποχαιρετισμός, είναι η επιβεβαίωση της «νέας ιστορίας» που μόλις ξεκίνησε. Είναι η σφραγίδα της συμφωνίας τους.
Το πέρασμα από το μπάνιο για να «ξεπλυθεί» είναι η τελευταία πράξη της παλιάς ζωής. Ο Παυσανίας ξεπλένει τον ιδρώτα και την κούραση, αλλά ξέρει ότι μέσα του, και στην ψυχή του, η «σφραγίδα» του Αλκιβιάδη παραμένει. Από εδώ και πέρα, το βλέμμα τους στον διάδρομο του πλοίου, μια τυχαία επαφή των χεριών τους ή ένα βλέμμα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, θα έχει μια άλλη βαρύτητα. Η καμπίνα έγινε το «λίκνο» μιας σχέσης που θα δοκιμαστεί, θα ανθίσει και θα κρυφτεί, αλλά κυρίως, θα γίνει το καταφύγιό τους απέναντι στον κόσμο. Καθώς ο Παυσανίας κλείνει την πόρτα της καμπίνας του και ο Αλκιβιάδης μένει πίσω, ο αέρας στο πλοίο μοιάζει διαφορετικός. Η νύχτα αυτή τους άφησε σημαδεμένους με έναν τρόπο που δεν επιδέχεται επιστροφή. Η ιστορία τους μόλις άλλαξε σελίδα. 
Είχε δεν είχε περάσει μια ώρα από το σμίξιμο τους και ο Αλκιβιάδης ήδη ταξίδευε στη χώρα του Μορφέα όταν νιώθει ξάφνου κάτι να τον ξυπνάει, είναι ακόμα σκοτάδι και η καμπίνα του φωτίζεται με αχνό φως από ένα πορτατίφ σε μια γωνία. Βλέπει δίπλα στο κρεβάτι τον φίλο του τον Παυσανία ημίγυμνο να τον κοιτάζει σιωπηλός και το χέρι του βρισκόταν κάτω από το σεντόνι και ανάμεσα στα πόδια του  Αλκιβιάδη χαϊδεύοντας τον πούτσο του με το χέρι του που είχε αρχίσει να τον μαλακίζει πολύ αργά, και με το άλλο χέρι του χούφτωνε τα αρχίδια. Ο Αλκιβιάδης όταν συνειδητοποίησε τι συμβαίνει έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό οριζοντίωσε το κορμί του ανάσκελα , βάζοντας τα χέρια του πίσω από το κεφάλι, έκλεισε τα μάτια του και απολάμβανε την μαλακία. 
«Δεν κοιμήθηκες;» Ρωτάει νυσταγμένος τον Παυσανία
 «Όχι γαμιά μου δεν μπορώ να κοιμηθώ καθώς σκεφτόμουν να μου σκαλίζεις την τρυπούλα μου!
«Και τι είμαι εγώ κηπουρούς ρε Παυσανία να σε σκαλίζω από πίσω μήπως και μείνεις απότιστος;.» Του λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Αλκιβιαδης.
« Σε θέλω, σε θέλω πάλι! Κρατήθηκα μια ώρα στο δωμάτιο για να μη μαλακιστώ. Δεν άντεξα ήρθα να με γαμήσεις πάλι.» του ψιθυρίζει .
Ο Αλκιβιαδης προσωρινά έχει παγώσει και τον κοιτάει αμίλητος νομίζοντας ότι του κάνει πλάκα.
Ο Παυσανίας όμως έχει αποφασίσει να του γαμήσει τον εγκέφαλο και να τον τρελάνει. Στοχεύει πρώτα στο μυαλό του και μετά στο κρεβάτι δείχνοντάς του πως ο κώλος του έχει το πάνω χέρι, τον έλεγχο στη σχέση τους με την ικανότητα του να διεγείρει τη σεξουαλικότητα και τα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τον έπαιζε γιατί ήξερε ότι εκείνη την ώρα ήταν δικός του, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
«Αγαπούλα μου κάνε μου το χατίρι και πήδηξε με πάλι να ηρεμήσω. Η κωλότρυπα μου βασανίζεται για χάρη σου»
«Μαλάκα τι λες; Σοβαρέψου και μαζέψου το πρωί έχουμε βάρδια και μετά overtime!»
«Δεν έχω μιλήσει πιο σοβαρά»
Όταν πλέον από τα χάδια άρχισε ο πούτσος του Αλκιβιάδη να ορθώνεται κατάλαβε πως άλλος έχει τελικά τα χαρτιά και ο Παυσανίας το καμάρωνε. «Όμορφο εργαλείο, σκληρό και καυτό, ίσιο και όρθιο, ικανό να μου χαρίσει την καύλα που θέλω.»
Η ατμόσφαιρα στην καμπίνα είναι τώρα τελείως διαφορετική. Δεν υπάρχει πια η αμηχανία της πρώτης φοράς, υπάρχει μόνο η αναγνώριση της εξάρτησης. Ο Παυσανίας έχει κάνει μια κίνηση «στρατηγικής ιδιοφυΐας»: δεν ήρθε απλώς για σεξ, ήρθε για να υπενθυμίσει στον Αλκιβιάδη ότι το σώμα του, η «κωλότρυπά» του, είναι ο μαγνήτης που θα κρατάει τον Αλκιβιάδη δικό του, ακόμα και μέσα στη νύχτα. 
Ο Παυσανίας παίζει με τη φωτιά και φαίνεται πως την ελέγχει απόλυτα. Η ειρωνεία του Αλκιβιάδη για τον «κηπουρό» είναι η τελευταία άμυνα ενός άνδρα που ξέρει ότι έχει χάσει τη μάχη. Ο Παυσανίας χρησιμοποιεί τα χέρια του για να προκαλέσει μια βιολογική απόκριση που ο Αλκιβιάδης δεν μπορεί να αρνηθεί. Όταν το πέος του Αλκιβιάδη ορθώνεται παρά την κούραση και τη βάρδια που έρχεται, ο Παυσανίας κερδίζει το παιχνίδι. Ο Αλκιβιάδης κοιτάζει το «εργαλείο» του που έχει προδώσει τη λογική του. Η νύστα και η κούραση της βάρδιας εξαφανίζονται μπροστά στην οπτική και απτική πραγματικότητα της στύσης του. Ο Παυσανίας είναι πλέον ο απόλυτος στρατηγός αυτής της ερωτικής νύχτας. Καταλαβαίνει ότι δεν χρειάζεται να πείσει τον Αλκιβιάδη με λόγια, αλλά με το σώμα του. Η φράση «η κωλότρυπά μου βασανίζεται για χάρη σου» είναι μια πρόκληση που αγγίζει το εγώ του Αλκιβιάδη, μετατρέποντας την ικανοποίηση σε μια «υποχρέωση» που ο Αλκιβιάδης διψάει να εκπληρώσει. Ακόμα κι αν ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να επικαλεστεί τη βάρδια και το overtime, η στάση του —ανάσκελα, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι— προδίδει την απόλυτη παραίτηση. Είναι η στάση κάποιου που έχει αποφασίσει να «παραδοθεί» στην ηδονή, αφήνοντας τον Παυσανία να πάρει τα ηνία. 
Η νύχτα είναι βαθιά, το φως αχνό και η ένταση έχει χτυπήσει κόκκινο ξανά. Ο Παυσανίας έχει καταφέρει να μετατρέψει τον «κυρίαρχο» Αλκιβιάδη σε έναν άνδρα που τώρα περιμένει τις οδηγίες του. Άρχισε να τον μαλακίζει αργά ενώ αισθανόταν στο χέρι του τις φλέβες του που φούσκωναν και πάλλονταν με κάθε τρομπάρισμα που έκανε. Μάζευε με τα δάκτυλα του τα προσπερματικά υγρά που είχαν τρέξει από την ουρήθρα του και άρχιζε να χαϊδεύει το πουτσοκέφαλο γύρω γύρω υγραίνοντας το. Δεν ήταν αρκετά για να το μουσκέψουν ολόκληρο οπότε το αφήνει για λίγο και φέρνει το χέρι του στο στόμα του. Μυρίζει την βαρβατίλα στα δάκτυλα μου, τον καυλώνει πάντα αυτή η μυρωδιά. Φτύνει μία γερή δόση σάλιου και του πιάνει πάλι το πουτσοκέφαλο τυλίγοντας τα δάχτυλα γύρω του και σφίγγοντας πολύ δυνατά την γροθιά του. Αρχίζει να ανεβοκατεβάζει το χέρι του σιγά σιγά. Ξέρει ότι η κίνηση αυτή δίνει την αίσθηση σα να γαμάς κώλο. Τον ακούει τον Αλκιβιάδη που βγάζει έναν βαθύ στεναγμό, πιο πολύ σαν μουγκρητό, ξαπλώνει περισσότερο στο μαξιλάρι του και γυρνάει το κορμί του ελαφρά προς το μέρος του Παυσανία.
Όπως ασχολιόταν απαλά και κυκλικά να χαϊδεύει τον πούτσο του Αλκιβιάδη κάποια στιγμή τον ρωτάει ο Παυσανίας. «Θέλεις να χύσεις τραβώντας μαλακία ή θα προτιμούσες να σου πάρω το πούτσο στο στόμα;» 
Καμία απάντηση από τον Αλκιβιάδη.
Περίμενε να του πει να τον πάρει στο στόμα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν έλεγε τίποτα, εκτός από τις κλασσικές κινήσεις πλέον του σώματος που δείχνει ότι καυλώνει και μερικές ανάσες που του ξέφευγαν, ακόμα και όταν ρώτησε και πάλι δεν είπε τίποτα.…
«Θέλεις να στον πάρω στο στόμα;» Ούτε καν τα μάτια του δεν άνοιξε ο Αλκιβιάδης. Όσο κι αν ήθελε ο Παυσανίας να δει πόσο θα αντέξει να μην του ζητάει να του πάρει επιτέλους τσιμπούκι, αυτός που δεν άντεξε ήταν ο Παυσανίας! Κόλλησε τα χείλη του στο πουτσοκέφαλο και έπαιξε με τη γλώσσα πάνω στην τρυπούλα για να καταλάβει επιτέλους τη γεύση του γαμιά του και να του δείξει ότι τον ήθελε πολύ. Έσπρωξε το βλέμμα προς τα πάνω και τον είδε να έχει ακόμη τα μάτια κλειστά και με χείλη μισάνοιχτα να προσπαθεί να συγκεντρωθεί στην αναπνοή του για να μην τελειώσει γρήγορα. Με μικρές κινήσεις του κεφαλιού, κρατώντας τον πούτσο του από τη βάση και με πολύ σάλιο, κατάφερε να φτάσει τα χείλη του ως τις πουτσότριχες και να φέρει τον Αλκιβιάδη στον ουρανό. Σάλια δικά του και υγρά από την καύλα που έβγαζε το πουτσοκέφαλο συνεχώς, έκαναν το τσιμπούκι του πιο εύκολο, ενώ τα αρχίδια του Αλκιβιάδη άρχιζαν να μαζεύονται. Κράτησε τον πούτσο μέσα στο στόμα και τον ανεβοκατέβαζε μια μικρή διαδρομή, ίσα για να του γαμάει το στόμα, όταν άκουσε τον πρώτο αναστεναγμό και ταυτόχρονα άρχισε ο Αλκιβιάδης να κουνάει τη λεκάνη του, προσπαθώντας να χώσει πιο βαθιά το πούτσο του, χωρίς όμως να πάρει τα χέρια του πίσω από το κεφάλι εξακολουθούσε να έχει τα μάτια κλειστά! Σε κάνα λεπτό άνοιξε τα μάτια, και του ζήτησε του Παυσανία να ανέβει στο κρεβάτι.
Ο Παυσανίας συνέχισε να κρατάει με το ένα χέρι τον πούτσο, έσκυψε και κόλλησε τα χείλια του στου Αλκιβιάδη, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βάλει τη γλώσσα στο στόμα του, να ανταλλάξουν γλωσσόφιλα. Όσο ο Παυσανίας συνέχιζε να φιλάει σιγά και απαλά το πρόσωπο του Αλκιβιάδη, φτάνοντας στο αυτί, του ψιθύριζε διάφορα, για το πόσο του άρεσε ο πούτσος του, για το σώμα του και για το προηγούμενο γαμήσι που τον είχε ξετρελάνει. Ο Αλκιβιάδης έκανε χώρο έπιασε το χέρι του Παυσανία και τον οδήγησε να ανέβει στο κρεβάτι, χωρίς ο Παυσανίας να σταματήσει να τον φιλάει στο λαιμό στις θηλές και να του ψιθυρίζει την καύλα του στο αυτί, ενώ συνέχιζε να του παίζει τον πούτσο. Αυτή τη φορά άκουγε την ανάσα του Αλκιβιάδη, βαριά με μικρά κοφτά βογκητά και ένιωθε τις δονήσεις του σώματος του καθώς έπαιζε τον σκληρό του πούτσο. Ανεβαίνει γυμνός στο κρεβάτι ξαπλώνει διπλά του. Ο Αλκιβιάδης γύρισε τον αγκαλιάζει έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα του Παυσανία και αναζήτησε τη δικιά του. Τον φιλούσε ενώ τα χέρια του χάιδευαν τα κωλομέρια του και τα δάκτυλα του αναζητούσαν τη σούφρα του χωρίς να σταματήσει να τον φιλάει, και να του τσιμπάει ελαφρά τις θηλές του είπε: «Ρε καργιόλη! Με ξεσήκωσες πάλι.»
Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του Παυσανία ενώ ένοιωσε τον πούτσο του να τινάζεται από την καύλα και τότε του ζητάει του Αλκιβιάδη να ανέβει πάνω του να τον γαμήσει ιεροαποστολικά.. Όπως το κορμί του Αλκιβιάδη ήταν πάνω στου Παυσανία, τώρα ο πούτσος του ακουμπούσε στο δικό του. Άρχισε να τρίβετε πάνω μου και του ψιθύρισε στ’ αυτί πόσο τον έχει καυλώσει και πάλι.
Με το που βρέθηκε ο Αλκιβιάδης από πάνω ο Παυσανίας τυλίγει τα πόδια του στην πλάτη του και τον τραβάει επάνω του.
«Γάμα με, αγορίνα μου, δε βλέπεις πόσο σε θέλω.» 
Ο Αλκιβιαδης τον κοίταξε στα μάτια, έβαλε τα πόδια του στους ώμους του, έπιασε τον πούτσο του και τον οδήγησε στην τρυπούλα του χωρίς λιπαντικό πλέον. Ο Παυσανίας ένιωσε το κεφάλι του πούτσου  να ακουμπά στη σχισμή του. Ο Αλκιβιάδης σπρώχνοντας την λεκάνη φέρνει το πουτσοκέφαλο στην τρύπα του Παυσανία και άρχισε κάποιες κυκλικές κινήσεις που δεν κράτησαν πάνω από πέντε δευτερόλεπτα, και μετά, παρασυρμένος από κάποιο πρωτόγνωρο τρυφερό αίσθημα για τον φίλο του προχώρησε με μια ανεξήγητη τρυφερότητα και υπομονή και έσπρωχνε με ελεγχόμενες κινήσεις το πουτσοκέφαλο μέσα στην κωλότρυπα.  Πόσο ανώδυνα υπέροχο και ηδονικό ήταν αυτό το πρώτο γλίστρημα του πούτσου του μέσα στον κώλο του Παυσανία! Όχι πως δεν τον ένιωθε, αν τον ένιωθε λέει. Ο Αλκιβιαδης έμεινε για λίγο, καμιά εικοσαριά δευτερόλεπτα ακίνητος σε αυτό το σημείο, λες και το θηρίο του μύριζε το μέρος και του έδινε χώρο να προσαρμοστεί σε αυτό που θα ακολουθούσε. Ο Παυσανίας δεν ξέρει για πόσο κράτησε, αλλά ξαφνικά ο Αλκιβιάδης έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και βρέθηκε βαθιά μέσα στον κώλο του Παυσανία και άρχισε να ανεβοκατεβάζει το σώμα του μπαίνοντας μέσα του και βαθιά, να τραβιέται πίσω χωρίς να βγαίνει όλος έξω και ξανά μέσα. Τον γαμούσε κρατώντας τον από τους ώμους και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το τρίξιμο του κρεβατιού αλλά και ο ήχος απ' τα αρχίδια του Αλκιβιάδη στο κώλο του Παυσανία
Ο Παυσανίας νιώθει το εργαλείο να μπαίνει και να βγαίνει μέσα του και συντονίζεται στο μέσα-έξω του εμβόλου. Ο Αλκιβιάδης άρχισε να τον γαμάει απαλά στοργικά και τότε όλα μετατράπηκαν σε απόλυτη ηδονή.
«Σου αρέσει καύλα μου όπως σε γαμάω;»
«Πολύ άντρα μου, ξέσκισε με, θέλω όσο πιο άγρια μπορείς.»
«Ότι θέλει το πουστράκι μου.. Δεν του χαλάω χατήρι! » και άρχισε να τον γαμάει γρήγορα και δυνατά.
«Ξέσκισε με γαμιά μου, πιο δυνατά, αχ… τι καύλα είναι αυτή άντρα μου, ναι, γάμησε με μην σταματάς, ναι»
Ο Αλκιβιαδης άπλωσε το χέρι του και ξεκίνησε να τον μαλακίζει, σφίγγοντας τον κορμό του πούτσου του και προκαλώντας τον να χύσει.
«Έλα, μωρό μου! Έλα ρίχτα πάνω μας, χύσε, μ' αρέσει να σε δω να χύνεις, έχεις δουλέψει την τρύπα σου, με πήρες ασάλιωτο και είσαι σκληρό αντράκι χωρίς να διαμαρτυρηθείς, τα αρχίδια σου είναι πρησμένα, ο πούτσος σου καίει και στάζει, έλα καύλα μου, χύσε, χύσε Παυσανία μου, χύσε Μωρό μου, έρχομαι κι εγώ...»
Ξαφνικά σε μια δυνατή σπρωξιά του Αλκιβιάδη, η πούτσα του μπήκε ακόμη πιο βαθιά, και λες και πάτησε κάποια σκανδάλη, ο πούτσος του Παυσανία που ήταν σε πλήρη στύση, άρχισε να χύνει με απανωτούς σπασμούς, απίστευτη ποσότητα! Το χύσιμο του συνοδεύτηκε από μικρές ψιλές κραυγούλες για να μην ακουστούν στον διάδρομο του πλοίου..
«Αχ, αχ, αχ Αλκιβιάδη μου! Χύνω Αλκιβιάδη μου, χύνω...» και πέταξε τα χύσια του μέχρι το στήθος του, ενώ ο Αλκιβιάδης όπως έσφιγγε τα κωλομέρια του από την καύλα, του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. 
«Χύνω καύλα μου! Χύνω και εγώ!»…
«Χύσε με αγορίνα μου, χύσε με, τα θέλω όλα μέσα μου.»
«Όπου θες.  Όπου σ’ αρέσει μωρό μου!»
Και τότε έχυσε κι ο Αλκιβιαδης, για πολλή ώρα με σπασμούς. Ο Παυσανίας ένιωσε το ζεστό σπέρμα να του πλημμυρίζει τα σωθικά. Ακόμη και μετά που είχε τελειώσει ο Αλκιβιαδης έμεινε μέσα στον κώλο του για ένα δυο λεπτά και η πούτσα του σπαρταρούσε, ενώ με ο χέρι του χάιδευε τα πρησμένα βυζιά του Παυσανία..
Ο Αλκιβιαδης ξάπλωσε πάνω του και άρχισαν τα γλωσσόφιλα μέχρι που ξαναβρήκαν την αναπνοή τους αγκαλιά. Δε μιλούσε κανείς αλλά ήταν η ζέστη στα σώματά τους που τους έφερνε πιο κοντά. Χαλάρωναν, όταν ο Αλκιβιαδης κοιτάζει το ρολόι ξυπνητήρι στο κομοδίνο γυρίζει κοιτάει τον Παυσανία και απλώνει το χέρι του. Τον χαϊδεύει στα μάγουλα και αυτός γίνεται αλοιφή. Μπορεί να τον κάνει ότι θέλει τώρα. «Μάλλον το έχει καταλάβει και το κάνει επίτηδες.» σκέφτηκε ο Παυσανίας.
«Λοιπόν πως νιώθεις μαζί μου;» τον ρωτάει.
«Κατάλαβα ότι είσαι πολύ τρυφερός άνδρας και ψάχνεις να κάνεις κάτι παραπάνω για να ανανεώσεις το κρεββάτι σου. Μου αρέσει πολύ αυτό γιατί θέλω και εγώ να κάνω πράγματα μαζί σου που έχω δει και τα θέλω αλλά και άλλα που δεν τα ξέρω. Σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι που σε συνάντησα!
«Παυσανία, πρέπει να φύγεις, έχει πάει τέσσερις και μισή σε λίγες ώρες θα σηκωθούμε. Ο Παυσανίας τον έσφιξε για λίγο πάνω του και σηκώθηκε από το κρεβάτι .
«Ήταν το καλύτερο γαμήσι μωρό μου, θέλω πολλά τέτοια από σένα.» και του έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα.
«Θα έχεις πολλά τέτοια πολλά βράδια ακόμα, μεχρι να ξεμπαρκάρουμε και έχει ο Θεός για μετά!» 
«Αύριο τα μεσάνυχτα πάλι;» τον ρώτησε τσαχπίνικα.
«Αύριο...Ναι »
............................Το επόμενο μεσονύχτι..
Ξεκίνησαν για τη βραδινή βάρδια των οκτώ-δώδεκα παρέα όταν βρέθηκαν οι δυο τους μέσα στο θάλαμο του ασανσέρ του πλοίου. 
«Τι λες, να σε περιμένω στην καμπίνα μου μετά τη βάρδια;» τον ρωτάει ο Αλκιβιάδης.
«Το ρωτάς! Μετράω τις ώρες να έλθουν τα μεσάνυχτα.»
Ο Αλκιβιάδης ανασηκώθηκε στις μύτες των παπουτσιών του και φίλησε απαλά σα χάδι τον αυχένα του  Παυσανία. «Με ιδιαίτερη αγάπη και τρυφερότητα ένα πολύ μικρο ορεκτικό για προθέρμανση!» του ψιθυρίζει. Το φιλί αυτό είναι μια αισθησιακή και ερωτική χειρονομία, που συχνά συνδέεται με το προανάκρουσμα του σεξουαλικού παιχνιδιού. Είναι μια πρόκληση και ένας τρόπος να διεγείρει τον σύντροφό του, δημιουργώντας ένταση και προσμονή.
Ο Παυσανίας στο φιλί αυτό νιώθει ένα είδος ευχαρίστησης, απόλαυσης που του προκαλεί ανατριχίλα που του αυξάνει την ένταση και την προσμονή. Απλώνει το χέρι και του χαϊδεύει τον πούτσο του Αλκιβιάδη πάνω από την φόρμα εργασίας. «Να τη χάσω τέτοια ευκαιρία; Απόψε όταν τελειώσει η βάρδια μας θα τον ξεζουμίσω τον Λεβέντη μας. Θα τον ρουφήξω ως το μεδούλι του.» Του δηλώνει ναζιάρικα ο Παυσανίας.
.....Μεσανυχτα και η βάρδια των οκτώ-δώδεκα έχει παραδώσει επιστασία σε ένα σύστημα συνεχούς λειτουργίας τριών εναλλασσόμενων ομάδων εργασίας  που εργάζονται σκληρά και ο ελεύθερος χρόνος τους είναι εξαιρετικά πολύτιμος! (Σήμερα τα  πλοία είναι αυτοματοποιημένα! Είναι εξοπλισμένα με πιο εξελιγμένα συστήματα αυτοματισμού σε σχέση με τα συμβατικά πλοία και έχουν, βελτιώνει τη συνολική ευημερία στα πληρώματα.) 
.....Έκλεισε η πόρτα της καμπίνας πίσω τους, την κλείδωσαν. Ο Παυσανίας χωρίς να χάσει χρόνο αρπάζει από τη μέση τον Αλκιβιάδη τον κοιτάει, του χαμογελάει τον κολλάει στον μπουλμέ της καμπίνας και αρχίζει να τον φιλάει τόσο παθιασμένα που δεν μπορεί να πάρει ανάσα.Τα χέρια του πάνε στο φερμουάρ της φόρμας του. «Πρέπει να το βγάλουμε αυτό» του λέει και συνεχίζει να τον φιλάει καθώς προσπαθούν να βγάλουν τα ρούχα τους. Ο Αλκιβιαδης ανάμεσα στα φιλιά και γλειψίματα σήκωσε το βλέμμα του, γεμάτο λάγνα πονηριά και του είπε του Παυσανία: «Βλέπω ότι ανυπομονείς». 
«Μπα» απάντησε ο Παυσανίας και έδειξε το διόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους φούσκωμα στο μπροστινό μέρος της φόρμας του Αλκιβιάδη, στο σημείο που ενώνονται τα σκέλη. «Μάλλον αυτός ανυπομονεί».
Ο Αλκιβιάδης γέλασε κι ύστερα τον ξανάσφιξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να τον φιλά στα μάγουλα και στον λαιμό. «Είναι να μην ανυπομονεί με τέτοια ηδονική κωλάρα που έχει να αντιμετωπίσει απόψε;»  είπε. «Βλέπω τα πάνε καλά αυτοί οι δυο, έχουν γνωριστεί και έγιναν καλοί φίλοι». Ήταν σειρά του Παυσανία να γελάσει. Μέχρι να φτάσουν στο κρεβάτι έχουν μείνει με τα εσώρουχά τους. Ο Αλκιβιαδης αρπάζει τους καρπούς του  Παυσανία και τους κολλάει πάνω στο μπουλμέ του «καθρέπτη». Είναι απρόσμενο και του Παυσανία του ξεφεύγει μια πνιχτή κραυγή.
«Μην κουνηθείς», του λέει και πιέζει τα χείλη του στο λαιμό του και τον φιλάει αργά-αργά κατεβαίνοντας πιο χαμηλά στις θηλές του. 
«Ω Θεέ μου!» μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του ο Παυσανίας 
Το στόμα του αρχίζει να ταξιδεύει και πάλι προς τα πάνω ενώ του σφίγγει τα χέρια ενώ ο Παυσανίας προσπαθει να ελευθερωθεί
Ο Αλκιβιάδης ανασηκώνει προειδοποιητικά το φρύδι του. «Είπα… μην κουνηθείς».
Ο Παυσανίας προσπαθει να μη χαμογελάσει, αλλά είναι δύσκολο. Όταν τον ελευθερώνει το στόμα του Παυσανία περιπλανιέται σε όλο του το κορμί του Αλκιβιάδη. Του κατεβάζει αργά το εσώρουχό του μέχρι τους αστραγάλους και ο Αλκιβιαδης το κλοτσάει στο πάτωμα.
Δεν ένιωθαν καθόλου κουρασμένοι. Ένιωθαν τις φτερούγες τους αλαφροίσκιωτες, γερές και έτοιμες να τους πετάξουν σε νέες εμπειρίες να ρουφήξουν το «τώρα» με την ανεμελιά των νεανικών τους χρόνων. Και αν απόψε αυτό που κάνουν αν δεν είναι νιότη, τότε τι είναι; Δυο νέοι που αναζητούν να ρουφήξουν το μεδούλι τους, να ξεζουμίσουν τις στιγμές τους, να γίνουν χείμαρρος και να σαρώσουν τα ταμπού!  
 Ο Παυσανίας γονάτισε, το στόμα του σκαρφαλώνει στον μηρό του Αλκιβιάδη μέχρι που επικεντρώθηκε στον πούτσο του, τον γράπωσε με τα δυο του χέρια και άρχισε να τον παίζει ελαφρά.
Ο Αλκιβιαδης έπεσε στο κρεβάτι ενώ ο Παυσανίας συνέχισε να του χαϊδεύει τον πούτσο. Μόλις ο πούτσος σηκώθηκε και άρχισε να σκληραίνει αρκετά τον πήρε στο στόμα του και ξεκίνησε να πιπιλάει το πουτσοκέφαλο. Τον ένοιωσε να μεγαλώνει περισσότερο και μετά από λίγο κρατούσε στο χέρι του ένα μεγάλο καυλί, αρκετά χοντρό, με δύο μεγάλα αρχίδια από κάτω και πλούσιο τραχύ μαύρο τρίχωμα τριγύρω στο όσχεο. 
«Ρε Αλκιβιάδη πώς τα λένε αυτά τα σκυλάκια που έχουν μαλλί πουτσότριχα όπως εσύ;»
«Κανίς.»
«Α γεια σου.» και συνέχισε να τον περιποιείται με τη γλώσσα μου. Σε λίγα λεπτά, αφού η συνήθης μυρωδιά υποχώρησε, ο Παυσανίας απολάμβανε την αίσθηση από τον καυτό παλλόμενο πούτσο που μπαινόβγαινε στο στόμα του. Προσπαθούσε να του προσφέρει την καλύτερη ηδονή που μπορούσε βάζοντας όλη του την τεχνική. Τον άκουσε να αναστενάζει βαθιά.
«Τι στόμα είναι αυτό μανάρι μου, πώς γλείφεις έτσι;» Του λέει ο Αλκιβιαδης. Ο Παυσανίας συνέχισε για λίγο ακόμα να τον γεύεται γλείφοντας με ένταση αυτή την υπέροχη πούτσα. 
«Γύρνα λίγο να σε βλέπω Μωρό μου» του λέει ο Αλκιβιαδης και ο Παυσανίας χωρίς να βγάλει το καυλί του από το στόμα του ξαπλώνει  στο πλάι του. Ο Αλκιβιαδης πιάνει το καυλί του Παυσανία και αρχίζει να τον μαλακίζει. «Ωραίο εργαλείο έχεις μωρό μου, η Δάφνη θα το χαίρεται όταν την παλουκώνεις.» Χουφτώνει τα αρχίδια του Παυσανία και τα σφίγγει για λίγο ενώ μετά τα δάκτυλα του κατεβαίνουν από κάτω και εξερευνούν την τρύπα του.
«Έλα από κάτω να σε περιποιηθώ κι εγώ μωρό μου.»
Ο Παυσανίας γυρίζει το κορμί του και βρίσκονται και οι δύο σε στάση εξήντα ενιά αλλά στο πλάι. Ξεκινώντας δειλά διερευνητικά ο Αλκιβιαδης αρχίζει να του γλύφει την πούτσα του Παυσανία και να την βάζει διστακτικά στο στόμα του. Το έκανε σχετικά απλώς καλά, όχι όπως θα ήθελε ακριβώς ο Παυσανίας αλλά ακόμη και αυτή η ενέργεια του φίλου του τον διέγειρε αρκετά. Σε κάποια φάση ο Αλκιβιαδης χουφτώνει τον κώλο του Παυσανία και με μία σπρωξιά τον ανεβάζει επάνω του σε κανονικό εξήντα ενιά πλέον.Με τα δάκτυλα του, όπως τον έχει γραπώσει απ' τα μπούτια τα τραβάει ανοίγοντας τα και έχει σε πλήρη θέα την κωλοτρυπίδα του. Έτσι όπως είναι τεντωμένη ο Παυσανίας νιώθει την ανάσα του Αλκιβιάδη. Ανατριχιάζει.
«Η κωλοτρυπίδα σου είναι τρέλα.» του λέει. Έβγαλε την γλώσσα του και έσυρε την άκρη της σε μερικές αναγνωριστικές κινήσεις γύρω από τον δακτύλιο της τρύπας του χωρίς να αγγίξει ακόμη καθόλου την τρύπα καθ’ εαυτήν. Η υγρή επιφάνειά της πάνω στην σάρκα του τον τράνταξε σύγκορμο. Ξαφνικά έδωσε στην τρυπούλα του ένα τόσο πολύ ρουφηχτό φιλί, λες και ήταν στόμα, ένα φιλί παθιασμένο που τον έκανε να τρέμει ολόκληρος και να πάλλεται από κύματα ηδονής καθώς μέσα του ευχόταν να είχε μια γλώσσα εκεί πίσω για να μπορούσε να ανταποδώσει το φιλί αυτό όπως του άξιζε.. Η γλώσσα του βυθιζόταν μέσα στο κέντρο της  τρύπας του Παυσανία που, σφιχτή καθώς ήταν προσπαθούσε να ανοίξει μόνο με την πίεση της γλώσσας αν και να υποδεχθεί το υγρό αυτό κομμάτι της υγρής σάρκας του Αλκιβιάδη μέσα της. 
Ο Αλκιβιάδης κολλάει τα χείλια του επάνω κωλότρυπα του Παυσανία που συνεχίζει  να νιώθει την γλώσσα σαν απαλό πινέλο, ίδιο από μετάξι να υγραίνει την τρύπα του. Ένα ηδονικό ρίγος τον διατρέχει ενώ οι τρίχες από το πέντε ημερών αξύριστο πρόσωπο του Αλκιβιάδη τσιμπάνε τα κωλομάγουλα του και τον αναστατώνουν. Σε λίγα λεπτά η σούφρα του Παυσανία έχει χαλαρώσει τόσο πολύ που η γλώσσα του Αλκιβιάδη  μπαινοβγαίνει ελεύθερα. Ο Παυσανίας έχει σταματήσει να τον τσιμπουκώνει, κάθεται και απολαμβάνει την αίσθηση από το γλειφοκώλι του φίλου του. Αυτό ο Αλκιβιάδης ήξερε πώς να το κάνει και το έκανε πολύ καλά. Η γλώσσα του όχι μόνο μπαινόβγαινε στην τρύπα του αλλά έκανε και μία κυκλική κίνηση γύρω από τα τοιχώματα του σφιγκτήρα του που τον κυριολεκτικά τον κατέκλυζαν ηλεκτρικοί παλμοί. Τα αρχίδια του είχαν γίνει μούσκεμα από το σάλιο που έτρεχε πιω του και η πούτσα του κόντευε να εκραγεί από την καύλα. Ομολογούσε ότι δε τον είχαν γαμήσει ποτέ τόσο καλά με τη γλώσσα, τον είχαν γλείψει και δυο τρεις άλλοι στο παρελθόν, όμως το έκαναν βιαστικά ίσα ίσα για να τον υγράνουν και μετά να του χώσουν την ψωλή τους, οπότε σήμερα αυτή η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη για τον Παυσανία. Είχε κλείσει τα μάτια και απολάμβανε αυτή την αίσθηση βογκώντας άπω ευχαρίστηση όταν κάποια στιγμή τον ένιωσε τον πούτσο του Αλκιβιάδη να χώνεται μέσα του.
«Αυτό δεν είναι που θέλεις καύλα μου;!»
«Μμ...Ναι! Θέλω να καυλώνεις εξαιτίας μου! Τέλειο είναι, πώς με γαμάς έτσι;» του λέει.
«Η τρυπούλα σου είναι σκέτη καύλα μωρό» Με τον πούτσο στο κώλο του ο Παυσανίας άρχισε να μουγκρίζει. «Τι καύλες είναι αυτές που έχω σήμερα.» μουρμούρισε ξέπνοος. Ένοιωσε ένα γλυκό πόνο στα ερεθισμένα αρχίδια του. Τόση ώρα του ήταν σηκωμένος και δεν έχυσε. 
Πάλι με μία απότομη κίνηση ο Αλκιβιάδης τον γυρίζει, και τον ξαπλώνει στο κρεβάτι, σηκώνεται και πέφτει επάνω του. Ο Παυσανίας δε μπορούσε να καταλάβει πού την έβρισκε τόση δύναμη ο Αλκιβιάδης. Τον αγκαλιάζει και όπως είναι πρόσωπο με πρόσωπο αρχίζει να πιπιλάει και να δαγκώνει τις ρώγες του ενώ τα καυλιά τους μπλέκονται μαζί. Ξεκινάει να κινεί το κορμί του πάνω κάτω σαν να τον γαμάει, το σάλιο από τα μουσκεμένα αρχίδια του και η υγρές από το τσιμπούκι ψωλές τους είναι το τέλειο λιπαντικό. Η θέση αυτή, όπως έχει εγκλωβίσει τα καυλιά τους μαζί και η τριβή που νιώθουν στέλνει κύματα ηδονής στα κορμιά τους. Ο Παυσανίας χαλάρωσε και χαμήλωσε για λίγο τα πόδια του κρατώντας τα όμως ανοιχτά καθώς ο Αλκιβιαδης ξάπλωνε ανάμεσα τους. Ένιωθε την σκλήρυνση του πούτσου του του πάνω στο δικό του πούτσο, κι έτσι ανάμεσα στα πόδια του είχε τώρα δύο πούτσους και τέσσερις όρχεις! Ποιος την χάρη του! Τα χέρια του Αλκιβιάδη αγκάλιαζαν τον σβέρκο του και ανασήκωναν ελαφρά το κεφάλι του ενώ του Παυσανία χάιδευαν την πλάτη του και επιχειρούσαν πότε πότε να γεμίσουν τις παλάμες τους με τον σφιχτό όγκο των γλουτών του Αλκιβιάδη.. 
«Δείξε μου πόσο πολύ με θέλεις πουτανάκι μου» του λέει ξεφυσώντας.
Ο Παυσανίας σηκώνει τα πόδια του και τα δένει γύρω από την μέση του Αλκιβιάδη εγκλωβίζοντας τον επάνω του σα γκόμενα. Η πίεση από το βάρος στο καυλί του όπως τρίβονται είναι τόσο μεγάλη που αρχίζει να ζαλίζεται. Έχουν γίνει και οι δύο μούσκεμα στον ιδρώτα και με κάθε κίνηση ακούγεται ο ήχος από τα κορμιά τους όπως χτυπιούνται επάνω τους.
«Είμαι σκρόφα, πουτάνα και τσούλα του γαμιά μου» ξεστομίζει ο Παυσανίας εξ αιτίας του ανομολόγητου πόθου του. Το αισθανόταν το γούσταρε και ασυναίσθητα αρχίζει να κουνιέται και αυτός ανασηκώνοντας την λεκάνη του προς το μέρος του Αλκιβιάδη κάθε φορά, σα να γαμιούνται κανονικά. Πηδιόντουσταν πλέον σαν ζευγάρι, θηλυκό και αρσενικό. Το πρόσωπο του Αλκιβιάδη είναι ακριβώς μπροστά στου Παυσανία, κοιτάζονται με ένταση και έτσι όπως έχουν έρθει κοντά ανοίγουν τα χείλια τους και αρχίζουν να φιλιούνται.
Για τον Αλκιβιάδη από το προηγούμενο βράδυ είναι μια καινούργια εμπειρια να φιλάει άλλον άνδρα στο στόμα, αλλά τώρα που έγινε η αρχή με τον φίλο του τον Παυσανία όχι απλώς δεν τον ένοιαζε αλλά είχε ήδη αρχίσει να του αρέσουν τα γλωσσόφιλα τους. Μόλις ο Παυσανίας νιώθει να του ανταποδίδει το φιλί και την γλώσσα του ο Αλκιβιάδης χώνεται στην αγκαλιά του δεν αντέχει άλλο, τον αγκαλιάζει σφικτά και αρχίζει να χύνει βογκώντας και σπαρταρώντας από την έξαψη. Ο Αλκιβιάδης τον κρατάει σφικτά στα χέρια του ρουφώντας τα χείλια του σε ένα ατελείωτο γλωσσόφιλο όση ώρα που ο Παυσανίας τινάζεται αδειάζοντας τα αρχίδια του. Νιώθει το σπέρμα του να έχει πλημμυρίσει τις κοιλιές τους και φτάνει σχεδόν μέχρι το λαιμό του. Είναι πλέον μούσκεμα από τον ιδρώτα και τα χύσια. Ο Αλκιβιαδης σταματάει, σηκώνεται λίγο και τον κοιτάει με χαμόγελο.
«Μπράβο σου μωρό μου, έλιωσες από την καύλα. Τώρα Μωρό μου, φοβάμαι ότι οι αβρότητες σταματούν κάπου εδώ, φαντάζομαι ότι το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο ανώδυνος γίνεται, θα ζοριστείς λίγο, για γαμήσι μιλάμε, δεν θα παίξουμε τις κουμπάρες. Όλα θα πάνε καλά, θα τα καταφέρουμε, θα περάσεις πιο όμορφα κι από μένα, στο υπόσχομαι! Αρκεί να μου δείξεις εμπιστοσύνη»
Ο Παυσανίας προσπαθει να βρει την ανάσα του και να απαντήσει αλλά μόνο του χαμογελάει. Φυσικά και του έδειχνε εμπιστοσύνη! Τι άλλο του έδειχνε δηλαδή όταν άνοιγε τις ποδάρες του κι έστηνε την κωλότρυπα μου φάτσα κάρτα στην μούρη του για να την κάνει ό,τι γουστάρει; 
Ο Αλκιβιαδης σηκώνεται όρθιος, στη συνέχεια βοηθάει τον Παυσανία να κατέβει και αυτός από το από το κρεβάτι, και με τα πόδια να πατούν στο πάτωμα του ζητάει τον υπόλοιπο κορμό του να βρίσκεται με το στήθος στο στρώμα του κρεβατιού..
«Στήσου καλά αγορίνα μου και σκέψου αυτό που ζητάει το μυαλό σου. Το μυαλό είναι το πιο δυνατό σεξουαλικό όργανο και αυτό είναι που χρειάζεσαι να γαμηθείς σωστά. Ετοιμάσου να περάσεις από την σφαίρα της φαντασίας στην σφαίρα της πράξης. Εμπιστεύσου το γαμιά σου και μην προβάλεις αντίσταση και θα σου αρέσει όταν νιώσεις την πούτσα μου που θα ξεκινήσει να στον ανοίγει και να στριμώχνεται μέσα σου. Νιώσε ελεύθερος, κλείσε τα μάτια και άσε έμενα να σε γαμήσω όπως ξέρω, με τον δικό του τρόπο. Θα κάνουν πάρτι απόψε ο πούτσος μου με το κωλαράκι σου παρέα.».
Ο Παυσανίας αφενός δεν είχε δύναμη να του αντισταθεί, αφετέρου όχι πως δεν το θέλει κιόλας μετά από τέτοια ηδονή που του χάρισε. Είχε παραδοθεί στις ορέξεις του και του άρεσε τόσο που καύλωνε πάλι μόνο στην σκέψη του τι άλλο θα του έκανε ο Αλκιβιάδης που τον πιάνει από τα μπούτια και τον στήνει καλύτερα τουρλώνοντας τον κώλο του.
«Αυτό δεν είναι που θέλεις μωρό μου; Πες μου το να το ακούσω!»
Πραγματικά η ηδονή που ένιωθε ο Παυσανίας τον είχε παραλύσει, οι αντιστάσεις του είχαν εκμηδενιστεί. Ηταν πλέον ένα υποχείριο στις ορέξεις του Αλκιβιάδη αφήνοντας τον εαυτό του στα χέρια του. «Να με γαμήσεις πάλι!» κατόρθωσε να ψελλίσει.»
«Μμμ... Αυτού ο κώλος είναι φτιαγμένος για γαμήσι Μωρό μου και θα στον γαμήσω πάλι εγώ απόψε!» είπε. «Πάρε βαθιά ανάσα και ετοιμάσου να γευθείς και πάλι την ψωλάρα μου.»
Τον αισθάνεται που σκύβει πίσω του, τα χέρια του πιέζουν κάτω την μέση του κάνοντας τον κώλο του να σηκωθεί ακόμα πιο ψηλά. Έριξε ένα γερό φτύσιμο στην σούφρα του, έβαλε δάχτυλο και σιγά σιγά άρχισε να λιπαίνει την τρύπα του. Έφτυσε στα δάχτυλά του και τα βύθιζε μέσα μου. Όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο δυνατά. Ο Παυσανίας απλά βογκούσε αδημονώντας να του χώσει επιτέλους το τελευταίο και μακρύτερο απ όλα τα δάχτυλά του. Τον πούτσο του!
Νιώθει την άκρη από το πουτσοκέφαλο στη σούφρα του. Κλείνει τα μάτια και κρατάει την αναπνοή μου, ανασήκωσε τον κώλο του περισσότερο και άφησε ένα «Μμμμ!» 
«Η τρύπα σου είναι πεινασμένη Μωρό μου, αλλά θα την ταΐσω καλά τώρα», του λέει ο Αλκιβιαδης χαϊδεύοντας του τα μαλλιά ενώ  στη συνέχεια, του  γράπωσε με τα δυο του χέρια τα κωλομάγουλα του και τα άνοιξε. Ακούμπησε τον πουτσοκέφαλο του στην τρύπα του και. έμεινε εκεί ακίνητος.Ο Παυσανίας δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν, και πάνω που ήταν έτοιμος να ρωτήσει τι είχε συμβεί, ο Αλκιβιαδης τον πρόλαβε.
«Έτοιμος Μωρό μου;»
«Ε;... Ναι,ναι! Νιώθω ότι είμαι έτοιμος να εκραγώ».
«Κρατήσου καύλα μου έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.»
Ο Αλκιβιάδης που είχε ακουμπήσει το κεφάλι του πούτσου του στη ροδαλή ροδέλα άρχισε να σπρώχνει προς τα μέσα χαϊδεύοντας τα κωλομάγουλα του Παυσανία και φτύνοντας συνέχεια εκεί που ο πούτσος χωνόταν στην κωλοτρυπίδα.
«Βλέπω το κωλαράκι σου μωρό μου να μου ρουφάει αχόρταγα τον πούτσο.»
Ένα μακρόσυρτο, καυλιάρικο «μαλάκα...» βγαίνει από το στόμα του Παυσανία κάτι σαν κραυγούλα πόνου ανακατεμένη με ηδονή και απόλαυση. Δεν πονάει όμως, περισσότερο τον ξάφνιασε η αίσθηση από το τέντωμα των σωθικών του που δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στο μέγεθος της ψωλάρας του Αλκιβιάδη. Μπορεί να τον είχε λιπάνει, μπορεί να με τον είχε ανοίξει κάπως με τα δάχτυλά του, μπορεί να τον είχε γαμήσει πριν λίγη ώρα, αλλά ο κώλος είναι κώλος, και δεν είναι λάστιχο! Ο Παυσανίας πόνεσε λίγο και ασυναίσθητα προσπάθησε να τραβηχτεί. 
Ο Αλκιβιαδης ήταν προετοιμασμένος. Είχε γραπώσει δυνατά τους ώμους του, αποτρέποντας τον να ξεφύγει, ενώ ταυτόχρονα τον έσπρωξε πάνω στο στρώμα και τον πλάκωσε με το βάρος του. Στην κυριολεξία κάρφωσε τον πούτσο του στο κώλο του και έμεινε εκεί ακίνητος καταπνίγοντας με την δύναμη του τις σπασμωδικές κινήσεις του.
Ένιωθε τις τρίχες από τα αρχίδια του που ακούμπησαν στα δικά του και κατάλαβε ότι του τον είχε καρφώσει μέχρι το τέρμα. Βολεύτηκε για λίγο έτσι, ακίνητος.  Ο Αλκιβιάδης  άρπαξε γερά γερά τα καπούλια του και άρχισε να τον οργώνει κανονικά. Αυτή η πρωτόγνωρη απόλαυση τον ξένιζε αλλά δεν με ένοιαζε πια καθόλου. Τον έβγαζε σιγά σιγά σχεδόν ολόκληρο και μετά να του τον έχωνε μέχρι το τέρμα. Σε κάθε κάρφωμα τα έντερα μου πιέζονταν και νόμιζε ότι θέλει να κατουρήσει. Στάλες ιδρώτα άρχισαν να κυλάνε στο μέτωπο του από το τέντωμα και από το μισοκαυλωμένο πουλί του έτρεχε μια μικρή ποσότητα κάτουρου όποτε τον παλούκωνε.
«Μην κάθεσαι ακίνητος καύλα μου. Σφίξε την σούφρα σου. Δείξε μου πόσο γουστάρεις να σε γαμάω»…
Τον Παυσανία τον καύλωναν τα λόγια του Αλκιβιάδη. Για να τον ευχαριστήσει άρχισε να σφίγγει τα κωλομέρια του γύρω από το καυλί του αιχμαλωτίζοντας το κάθε φορά που το τράβαγε έξω και να χαλαρώνει όταν του τον ξανάχωνε.
«Έτσι μπράβο μωρό μου. Τρέλανε την ψωλή μου μανάρι μου.»
Συνέχισε με αυτόν το ρυθμό για κάνα πεντάλεπτο και ο κώλος του πλέον είχε πάρει φωτιά από το συνεχόμενο τρίψιμο στο κωλάντερο του και το σφίξιμο. Η σούφρα του ήταν τέρμα τεντωμένη από την πούτσα που ένοιωθε ότι φούσκωνε διαρκώς, νόμιζε ότι θα του την έσκιζε.
Δεν ξέρει πόση ώρα κράτησε το ξεκώλιασμα της ζωής του. Νομίζει πως για κάποιο χρονικό διάστημα είχα εκτοξευθεί σε κάποια άλλη διάσταση, ίσως λόγω τον ενδορφινών που είχαν κατακλείσει για άλλη μια φορά το σώμα του. Ο Αλκιβιάδης είχε επιταχύνει κατά πολύ τον ρυθμό του ενώ έβγαζε κοφτές κραυγές καύλας κοντά στο αυτί του.
Ένιωθε τον ιδρώτα του Αλκιβιάδη να στάζει πάνω στα καπούλια του και άκουγε τις κοφτές του ανάσες. Το δωμάτιο είχε γεμίσει από τα χτυπήματα που ακούγονταν κάθε φορά που έσκαγε με ορμή το κορμί του πάνω του. Αφήνει τα μπούτια του και του πιάνει τα χέρια. Τα τραβάει προς τα πίσω στρίβοντας τα και τον ανασηκώνει από το στρώμα. Συνεχίζει το σφυροκόπημα και το όργωμα του κώλου του. Έτσι όπως τον κρατάει στον αέρα μπορεί να ελέγχει πλήρως το γαμήσι και κάθε φορά που του τον έχωνε τον τράβαγε επάνω του ενισχύοντας την δύναμη που η ψωλάρα του χωνόταν μέσα του.
«Είσαι πολύ καύλα Μωρό μου! Αχ θα σε παντρευτώ και γυναίκα μου θα σε κάνω και κάθε μέρα θα σε γαμάω από εδώ και πέρα.»
Τα λόγια του Αλκιβιάδη τον έφτιαχναν συνέχεια και το καυλί του Παυσανία δεν έλεγε να πέσει και η τρύπα του είχε πάρει φωτιά. Γύρισε όσο μπορούσε στο πλάι και τον κοίταξε.
«Αχ, ναι πουτσαρά μου. Σα μάνικα είναι η ψωλάρα σου. Τρελαίνομαι να με σκίζεις γαμιά μου»…φώναξε μέσα στο παραμιλητό της καύλας του και του τούρλωσε τον κώλο του όσο πιο ναζιάρικα μπορούσε.
«Ναι ξεκωλιάρη μου, κουνήσου να με καυλώσεις κι άλλο με την κωλάρα σου. Σ’ αρέσει που οργώνω τα καπούλια σου;;»
«Ναι, καίγομαι η πουτάνα. Γάμα με παιδαρά μου! Ξέσκισέ με! Γουστάρω να με γαμάς! Τι μου κάνεις με την ψωλάρα σου ρε παλιόπουστα;»
Ο Παυσανίας καταλάβαινε ότι ο Αλκιβιάδης έφτανε στην ολοκλήρωση, το πρόσωπο του είχε παραμορφωθεί από το σφίξιμο και την καύλα αλλά κι αυτός ένιωθε ότι ήταν έτοιμος να εκραγεί.
«Έτσι σε θέλω καύλα, να λύσσας για την πούτσα μου.». 
Ο Αλκιβιάδης έβγαλε μια κραυγή και έπεσε ολόκληρος επάνω του και τον συνθλίβει στο κρεβάτι. Έχωσε τα δόντια του στον ώμο του δαγκώνοντας τον άγρια ενώ η πούτσα του καρφωμένη στο τέρμα του πάτου του άρχισε να τινάζεται γεμίζοντας το κωλάντερο μου με καυτό ψωλόχυμα. Χώνει το κεφάλι του στο στρώμα μουγκρίζοντας από την καύλα ο Παυσανίας και με την πρώτη ριπή σπέρματος που νιώθει μέσα του να αρχίζει να χύνει και αυτός με τη σούφρα του να συστέλλεται σπασμωδικά γύρω από το καυλί του Αλκιβιάδη προσπαθώντας να ρουφήξει με τον κώλο του και την τελευταία σταγόνα από το νέκταρ που τον πότιζε.
Έμεινε έτσι καρφωμένος μέσα του μέχρι που άδειασαν εντελώς τα αρχίδια του στο κωλάντερο του Παυσανία κρατώντας τον σφικτά στην αγκαλιά του με μια τρυφερή προστατευτικότητα! Δεν μπορούσε να μην νιώσει τρυφερότητα για αυτό το πλάσμα που πριν μια ημέρα τον κοιτούσε σχεδόν ικετεύοντας τον να σμίξουν ερωτικά. Μάλιστα, ο Αλκιβιαδης ίσως να δίνει την εντύπωση του «ψυχρού» τυπικού και αυθεντικού αρσενικού. Πίσω όμως από αυτή τη «βιτρίνα» κρύβεται ένας ρομαντικός, τρυφερός κι εύθραυστος χαρακτήρας όπως έλεγαν όσοι τον γνώριζαν πολύ καλά. 
Χαϊδεύει τις ωμοπλάτες του Παυσανία με τρυφερότητα. «Ρε κωλόπαιδο το ξέρεις ότι σ΄ αγαπάω»
Ο Παυσανίας δεν μίλησε! Η παραδοχή του Αλκιβιάδη πως τον αγαπάει του δημιουργεί θετικά συναισθήματα, μόνο γουργούριζε σα μικρό γατάκι νιώθοντας μια ευχαρίστηση, μια χαλάρωση, που τον γέμισε η ικανοποίηση μιας ανάγκης του. 
Τον ξεκαβάλησε γυρίζοντας στο πλάι και μόλις το πουτσοκέφαλο του βγήκε από τη σούφρα του σαν φελλός, ένα ποτάμι χύσια άρχισε να τρέχει στα μπούτια του μουσκεύοντας τα πάντα. Ο Παυσανίας γυρίζει και τον κοιτάει συνοδεία με ένα ερωτικό βλέμμα, βάζει το χέρι του και χουφτώνει την θεϊκή ψωλάρα του Αλκιβιάδη.
«Δεν ξέρω τι λες ότι είσαι σκληρό αντράκι αλλά μ΄ αυτόν εδώ τον κύριο περάσαμε τόσο όμορφα απόψε Στην αρχή λίγο πιο δειλά, μα στη συνέχεια πιο τολμηρά, πιο ανοιχτά, κάναμε τα πιο όμορφα πράγματα. Σου είπα για τα όνειρά μου, για τον τρόπο που βλέπω τη ζωή και τους ανθρώπους. Μπέρδευα τα λόγια μου και πάσχιζα να βρω λέξεις να σου εξηγήσω τι έχω στο κεφάλι μου. Και μαζί μ’ αυτά, κι άλλα πολλά που δεν τα χωράνε οι λέξεις. Και να ξέρεις η αγάπη δεν έχει φύλο.»
Του χαμογελάει ο Αλκιβιάδης. «Ο εγκέφαλος είναι το πιο ισχυρό σεξουαλικό όργανο Μωρό μου, και εσύ Παυσανία μου έχεις γαμήσει το μυαλό τελικά..» 
Ο Αλκιβιαδης σηκώθηκε και μπήκε στο ντους, ήταν με κλειστά μάτια ξεπλένοντας τις σαπουνάδες όταν  άκουσε τον Παυσανία να μπαίνει μαζί του μέσα στο ντους. Τω νερό έτρεχε πάνω τους, έπλεναν ο ένας τον άλλο. Ο Παυσανίας του χάιδευε συνέχεια τ' αρχίδια και τον πούτσο ο οποίος δεν είχε πέσει εντελώς και τώρα ήταν πάλι όρθιος. Γονάτισε και τον πήρε στο στόμα, του έκανε το  καλύτερο τσιμπούκι που μπορούσε και το έκανε πολύ καλά. «Μωρό μου» του είπε στο τέλος και τον βοήθησε να σηκωθεί όρθιος, «είσαι το κάτι άλλο! Τι τσιμπούκι ήταν αυτό! Τύφλα να έχει το γαμήσι με την καλύτερη γκόμενα που είχα ως τώρα πριν από σένα!». «Την Κλέλια εννοείς;». Αντί για απάντηση τον αγκάλιασε σφιχτά, η πρόσφυση των σωμάτων τους, στήθος με στήθος, κοιλιά με κοιλιά τον Παυσανία τον εκτόξευσε στα ουράνια. Του έδωσε ένα βίαιο κι επιθετικό φιλί, σαρώνοντας με την ορμητική του γλώσσα το στόμα εκείνο που μέχρι πριν λίγο υποδεχόταν μέσα του το απόλυτο σύμβολο του ανδρισμού του ενώ με τα χέρια του χούφτωνε τους γλουτούς του πάνω πράγμα που τριπλασίαζε ή και τετραπλασίαζε την πρωτόφαντη έξαψη που τον είχε κυριεύσει τον Παυσανία. 
«Σου άρεσε στ’ αλήθεια Αλκιβιάδη μου;» ρώτησε με ένα ύφος ανασφάλειας.
«Πλάκα κάνεις καμάρι μου; Ο πούτσος μου ήδη σε λατρεύει!».
Τελείωσαν το ντους και σκούπισε ο ένας τον άλλο τα βρεγμένα σώματα τους με χάδια και φιλιά παθιασμένα!  Ο Παυσανίας ντύθηκε φίλησε τον Αλκιβιάδη πεταχτά στα χείλια που μύριζαν σαπούνι και αναχώρησε για την καμπίνα του, με μια ευδαιμονική ευεξία, που πηγάζει από την ερωτική τους σχέση, η οποία του επιφέρει ευχαρίστηση και σεξουαλική ικανοποίηση που με το πέρασμά του χρόνου αυξάνεται, όσο βαθαίνει ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους. Μια σχέση που σαν βασικό θεμέλιο έχει τον έρωτα, το σεξ, τον πόθο και την επιθυμία συνεύρεσης με τον Αλκιβιάδη τον άνθρωπο που έχει επιλέξει. 
........................Καλοκαίρι και μόλις έχει μπει ο Αύγουστος όταν το  πλοίο βρέθηκε σε Ολλανδικό λιμένα.  Ηταν στο Ρότερνταμ το πλοίο και αφού ολοκλήρωσε την εκφόρτωση εισήλθε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Verolme yard, located in Rotterdam's Botlek harbor, ξεκινώντας να πραγματοποιήσει την επιθεώρηση πενταετίας (special survey), που περιλαμβάνει εκτεταμένες επισκευές και ελέγχους κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να παραμείνει εκτός ναύλων για μερικές εβδομάδες, σύμφωνα με το πρόγραμμα δεξαμενισμού του. Έχουν ήδη διανύσει την πρώτη εβδομάδα που στο πλοίο κατέφθασε η Δάφνη επίσημη πλέον σύντροφος του Παυσανία που πρόκειται να την παντρευτεί.
Η Δάφνη ήταν μια νεαρή φινετσάτη γυναίκα είκοσι-δυο χρονών την εποχή εκείνη. Η Δάφνη στην εφηβεία της υπήρξε μια τυπική έφηβη των ανατολικών προαστίων, που  φοιτούσε σε ιδιωτικό κολέγιο και ζούσε σχετικά άνετα τη ζωή της όταν, γνώρισε τυχαία τον Παυσανία και οι ισορροπίες στη ζωή της μπαίνουν σε νέες γραμμές. Ο έρωτάς της για το νεαρό ναυτικό θα της φέρει τα πάνω-κάτω και θα τη βγάλει εκτός της συνηθισμένης τροχιάς της ζωή της. Είναι σημαντικό που άκουσε την καρδιά της, αλλά είναι και λογικό να αναρωτιέται για την επιλογή του συντρόφου της, καθώς η επιλογή συντρόφου είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά κριτήρια, όπως η συναισθηματική ωριμότητα, η επικοινωνία, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός και η συμβατότητα.
Ο Αλκιβιάδης ενέδωσε στο ασφυκτικό πρέσσινγκ και στα παρακάλια του Παυσανία και πήγαν παρέα στο αεροδρόμιο Schiphol του Amsterdam‎‎ να την καλωσορίσουν. 
«Σε θέλω έτσι και αλλιώς για κουμπάρο μας.» του λέει
«Το κορίτσι το ρώτησες αν με εγκρίνει;» τον ρωτάει.
«Όταν σε γνωρίσει είμαι σίγουρος πως θα δώσει την έγκριση της..» 
Δια χειραψίας και χαμογελαστός χαιρέτισε ο  Αλκιβιάδης την Δάφνη αφού περίμενε υπομονετικά και πήρε σειρά μετά το θερμό εναγκαλισμό της με τον Παυσανία. Ο Αλκιβιαδης να της βαστά το χέρι και να την κοιτά όχι μέσα στα μάτια της μα, πίσω απ’ αυτά. 
«Πάει καιρός που γνωριστήκαμε χωρίς να συναντηθούμε. Καιρός ήταν να γνωριστούμε και να τα πούμε και εκ του σύνεγγυς. Κοπέλα μου όμορφη, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα!,» Της λέει ο Αλκιβιαδης στην πρώτη τους γνωριμία και την σκέφτεται μια απόλυτη ροκ σταρ στην κρεβατοκάμαρα.
Η Δάφνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ελευθερώθηκε του χαμογέλασε αυτάρεσκα στου ανέμου το καλοκαιρινό παιχνίδισμα και τα μάτια της τα στεφάνωναν οι χρυσές ακίδες του πρώιμου καλοκαιριού.! «Σε ευχαριστώ συχνά μου κάνουν κομπλιμέντα για το χρώμα τους αλλά εσείς το κάνατε με τόσο ποιητική και ρομαντική έκφραση.»
«Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δεχτείς με τέτοιο ωραίο χαμόγελο το κομπλιμέντο μου! που αναρωτιόμουν και ήλπιζα να μη φάω ξύλο. Το «θα μπορούσα» υποδηλώνει μια φαντασίωση μου, ενώ το «όλη μέρα» ενισχύει την ένταση του θαυμασμού μου.» 
«Νιώθω πως με μαχαίρι τις λέξεις κόβεις αργά-αργά και αγνοείς όλο μου το armor και κάνεις damage να ξέρεις.» Του λέει η Δάφνη με το κελαρυστό της γέλιο που είναι διαυγές, καθαρό και ηχεί ευχάριστα στ' αυτιά του».
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν θανατηφόρες, αλλά δεν ντρέπομαι να δηλώσω ένοχος! Δεν το ξεχνώ πως είσαι έτοιμη για λαμπρό αρραβώνα, με τον φίλο μου. Συγγνώμη που σε κοιτάζω, αλλά θα μπορούσα να δώσω μερικές προτάσεις για πολύτιμους λίθους στο δακτυλίδι του αρραβώνα σας που θα ταιριάζουν με το χρώμα των ματιών σου.»
«Λοιπόν, δεν είμαστε ακόμη αρραβωνιασμένοι, αλλά πρόσφατες συζητήσεις με το άλλο μου μισό τον φίλο σου με κάνουν να σκέφτομαι σχέδια δαχτυλιδιών. Μου αρέσει πολύ η ιδέα ενός πολύτιμου λίθου με χρώμα, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά χρώματα που μου αρέσουν που είναι δύσκολο να περιοριστώ. Η πρόσφατη ιδέα μου είναι να πάρω ένα κόσμημα που να ταιριάζει κάπως με τα μάτια μου, οπότε θα ήταν ωραίο να έχω ένα συντονισμένο κόσμημα.»
Οι επόμενες ήμερες κύλησαν σε ένα φυσιολογικό ρυθμό όπως αυτόν που απαιτούσαν οι επισκευές ενός μεγάλου δεξαμενόπλοιου. Ο Αλκιβιάδης λόγω ειδικότητος ήταν συνήθως υπερβολικά απασχολημένος! Δουλεύει συνεχώς και βασικά νιώθει πως η δουλειά του παρέχει μια υπέροχη ισορροπία μεταξύ εργασίας και ζωής και έχει χρόνο κάποιες στιγμές για υποστηρίξει και την προσωπική του ζωή εκτός εργασίας. Τον Παυσανία τον έβλεπε τακτικά στους χώρους εργασίας άλλα την Δάφνη ελάχιστα και συνήθως τις ώρες του γεύματος στην τραπεζαρία των αξιωματικών. Την ρώτησε πως αισθάνεται τις ώρες της μοναξιά της στην καμπίνα του πλοίου αναμένοντας τον καλό της.
«Δυσκολεύομαι να συμφιλιώσω τα συναισθήματά μου, καθώς ο Παυσανίας είναι σε χειρότερη κατάσταση και τον νιώθω αγχωμένο, που δουλεύει συνεχώς και νιώθει πως δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για μένα. Αρχίζω να νιώθω λίγο μοναξιά, αλλά μισώ να νιώθω έτσι, γιατί είμαι εδώ μαζί του τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα για να περάσουμε χρόνο μαζί και τρώμε και το δείπνο μαζί.
Κάθε φορά που νιώθω  σε αυτή την κατάσταση, σκέφτομαι και εσένα, γιατί τελικά νιώθω ότι εσύ δουλεύεις τακτικά πάνω από δέκα δώδεκα ώρες την ημέρα κατά τη διάρκεια των επισκευών.
«Εξαρτάται δεν είναι πάντα το ίδιο και αυτή δεν θα είναι μια μόνιμη κατάσταση άλλα μια προσωρινή ανισορροπία. Εν κατακλείδι αυτός είναι ο τύπος απασχόλησης που θα απαιτεί πάντα η καριέρα μας, και τότε θα πρέπει να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του αν μπορεί να ζήσει με αυτό και πρέπει να βρει τρόπους να κρατηθεί όρθιος και με ισορροπία.»
«Από ότι μου είχε εκμυστηρευτεί ο Παυσανίας δεν έχει περάσει και πολύς καιρός που είχες μια ενδιαφέρουσα σχέση με μια κοπέλα που εργαζόταν στον ιατρικό κλάδο. Θα ήθελα να μου μιλήσεις γι΄ αυτή τη σχέση σου. Τι συνέβει και χωρίσατε;»
«Μάλλον ερωτεύτηκε άλλον; Να βρέθηκε ένας τύπος διαφορετικός από μένα που να της πήρε τα μυαλά;. Ο σοφός παππους μου, μου έλεγε! Με την ψυχή της γυναίκας μη προσπαθείς να βρεις άκρη. Ούτε αυτές δεν βρίσκουν! Αν δεν μπορείς να το αντέξεις απομακρύνεσαι, η κάνεις ότι οι περισσότεροι, δεν δένεσαι. Βέβαια εάν εσύ την έχεις δαγκώσει την λαμαρίνα, τότε, με τις υγείες σου, θα σου περάσει.
«Και για ν’ απαντήσω και σοβαρά και στην ερώτηση σου! Η σχέση μας έληξε άδοξα, ήξερα ότι ήταν ένα θέμα που συσσωρευόταν καιρό, ότι είχε κουραστεί από το να λείπω και ήθελε να είμαι μαζί της, ένιωθε μόνη και είχε κουραστεί να νιώθει έτσι και μου ζήτησε να τα παρατήσω  και να μείνω στη στεριά. Ήταν σαν να μου αφαιρούσε τη χαρά και το θεώρησα εντελώς μάταιο να περιμένω πως η σχέση μας θα οδηγούσε στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα! Επιπλέον, δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τη δουλειά μου που την αγαπάω. Και οι δύο αποφασίσαμε ότι ήταν καλύτερο να τελειώσει αυτή η σχέση. Τέλος πάντων. Τον πρώτο καιρό στα γενέθλια της, μου έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι από όλους όσους θα της ευχόταν χρόνια πολλά, περίμενε ένα από εμένα. Το σκεφτόμουν, μιας και χωρίσαμε φιλικά, αλλά σκέφτηκα ότι το να της στείλω μήνυμα δεν θα βοηθούσε καθόλου, οπότε απλά αποφάσισα να μην το κάνω.»
«Δεν αναρωτήθηκες αν προσπαθούσε να τα ξαναφτιάξει μαζί σου;» 
«Από ότι κατάλαβα αιφνιδιάστηκε από τον χωρισμό και γιατί δεν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε, οπότε ξέρω ήδη ότι είναι πρόθυμη να τα ξαναφτιάξουμε, αλλά αυτό πλέον δεν είναι επιλογή μου, ακόμα περισσότερο, που δεν κράτησε η φλόγα για εκείνη αναμμένη! Πώς θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα τη σχέση; Δεν τρελαινόμουν, δεν περίμενα διαρκώς την επόμενη συνάντηση μας, δεν μετρούσα τις ώρες για να ενωθούμε μαζί της; Την καταλάβαινα! Αναζητούσε αυτό το αίσθημα της ασφάλειας αυτό το μικρό λιθαράκι στον θεμέλιο λίθο της σχέσης μας που λέγεται εμπιστοσύνη! Καλώς ή κακώς, πίστευα ότι δεν νιώθαμε και οι δυο μας ασφαλείς μέσα σε αυτή τη σχέση! Ακροβατούσαμε σε ρευστά θεμέλια και αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε στην έξοδο. Νιώθω λίγο άσχημα για όλο αυτό, αλλά έπρεπε να τελειώσει. Υποθέτω ότι ο λόγος που μοιράστηκα την εμπειρία μου είναι για να ξέρεις ότι μπορώ να σε καταλάβω. Είναι μια δύσκολη συζήτηση γιατί η δουλειά μας είναι σημαντική, αλλά, το ίδιο και ο ποιοτικός χρόνος στα ζευγάρια. Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι σημαντική.»
Υποθέτω ότι ο λόγος που μοιράστηκα την εμπειρία μου είναι για να ξέρεις ότι μπορώ να σε καταλάβω. Είναι μια δύσκολη συζήτηση γιατί η δουλειά μας είναι σημαντική, αλλά, το ίδιο και ο ποιοτικός χρόνος στα ζευγάρια. Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι σημαντική.»
«Ευχαριστώ που άνοιξες την καρδιά σου! Είναι ένα τόσο δύσκολο σημείο όπου μπορείς να δεις κάποιον να κάνει τόσα πολλά και να είναι συνεχώς κουρασμένος, στρεσαρισμένος από τη δουλειά του και μετά απλά νιώθεις ανόητη που θέλεις να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί, ενώ η ζωή είναι μάλλον μια χαρά για σένα! Εκτιμώ αυτά που μοιράστηκες μαζί μου και πως με καταλαβαίνεις πως νιώθω!
Σαββάτο σήμερα και ο Παυσανίας με παρότρυνε να σου ζητήσω να βγεις μαζί μας το βράδυ, έκλεισε τραπέζι σ΄ ένα εστιατόριο στη συνοικία «Commercial Street» και στο το restaurant Willem van Gogh, νομίζω ότι το ξέρεις.»
«Πως το νομίζεις ότι το ξέρω;» εκφράζει την αμφιβολία του ο Αλκιβιαδης ώστε να αποσπάσει την πηγή της γνώσης της.»
«Κυκλοφορούν διάφορα, ακόμη και στο σαλόνι που συχνάζουν οι γυναίκες των αξιωματικών.»
«Κουβέντες του αέρα είναι, άλλες με μέλι, άλλες με δηλητήριο. Ιστορίες των ναυτικών που διαδραματίζονται σε πολυσύχναστα ή μελαγχολικά μπαρ, όπου ζωές μεθούν και θάνατοι ανασταίνονται, ή δαίμονες πνίγονται και άγγελοι γεννιούνται.» 
«Συμφωνώ για το κουβέντες του αέρα, αλλά νομίζω ότι ακόμα και έτσι δεν χαλάει πολύτιμες φιλίες για μένα. Οι άνθρωποι που σε αγαπούν, σε καταλαβαίνουν.»
«Είναι ωραίο να ξέρεις ότι οι φίλοι σε σκέφτονται και να νιώθεις ότι είσαι πραγματικά μέρος της παρέας μερικές φορές. Δέχομαι με μεγάλη μου ευχαρίστηση την πρόσκληση και ελπίζω ότι δεν θα με βρείτε πολύ βαρετό.»
«Αν Ανησυχείς ότι είσαι ένας βαρετός άνθρωπος στηρίξου επάνω μου και θα είμαι η κλινική ψυχολόγος σου να ξεπεράσεις την πλήξη σου.»
«Ίσως το δεύτερο χειρότερο έγκλημα στον κόσμο είναι η πλήξη. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός! Γι' αυτό για να το ξεπεράσω, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου που θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα, θα συμπληρώσω και όλο το Σαββατόβραδο!» Της λέει ο Αλκιβιαδης «Οπότε το λύσαμε το πρόβλημα.» συμπληρώνει τη φράση του.
«Θα το λύσουμε, αφού πρώτα πιούμε ένα ποτηράκι ζενέβα, εσύ το κερνάς και εγώ κλινική ψυχολόγος σου.»
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι μου ’κάνεις πέτρα την καρδιά κι η κάμα σου στομώνει.»
«Και μετά μου λες βαρετός; Υπάρχει πραγματικά αυτή η έννοια για σένα;»
...Η Δάφνη πλημμυρισμένη από συγκίνηση, μ' ένα συναίσθημα βαρύ και ακαθόριστο της προκαλούσε το γεγονός πως οι επισκευές του πλοίου αποπερατώθηκαν και ο χρόνος παραμονής της στο λιμένα του Ρότερνταμ για εκείνη έφτασε στο τέλος του. Φανερά στενοχωρημένη με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον καλό της στην αναχώρηση που φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι. Είχε φορέσει τα πιο καλά της ρούχα, και με τα δάκρυα στα μάτια της του λέει όλες τις ευχές. Και ο Παυσανίας ακούει τις ευχές της σαν ένα τραγούδι τόσο όμορφο. «Ένα πελώριο σ' αγαπώ και να προσέχεις!» από το στόμα της Δάφνης του που του άγγιξε την καρδιά! «Περιμένω πως και πως τη στιγμή που θα γυρίσω και θα στεφανωθούμε! Αντίο!» 
Όταν το λευκό μαντίλι τ’ αποχαιρετισμού βάραινε απ’ τα δάκρυα, το μεγάλο γκαζάδικο τραβούσε προς το πέλαγος. Τότε, γύρισε στεγνά τα μάτια της επάνω και τον είδε πίσω από τα ρέλια της γέφυρας να την κοιτάει και να τη χαιρετάει ανεμίζοντας τα χέρια του. «Αντήχησαν στ’ αφτιά της τα σ' αγαπώ του». Ένα χαμόγελο έσπασε την πικρή σφραγίδα των χειλιών της, και βρήκε διέξοδο ο ξαλαφρωτικός αναστεναγμός. Στο ξεπροβόδισμα της για κάλο ταξίδι η ψυχή του Παυσανία ξαστέρωσε, τέντωσε το κεφάλι του, να την βλέπει καλύτερα και όσο το πλοίο απομακρυνόταν ολοένα η φιγούρα της πάει και λιγοστεύει λες και βυθιζόταν στο έδαφος.
«Καλέ μου φίλε, σιγά σιγά θα συνηθίσεις τη νοσταλγία που φέρνει του ναυτικού η αναχώρηση από τα αγαπημένα του πρόσωπα.» τον παρηγορεί ο Αλκιβιάδης που είχε σταθεί για λίγο δίπλα του κουνώντας και εκείνος το χέρι του ανταποδίδοντας το χαιρετισμό της Δάφνης.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά καθώς η μέρα πλησιάζει στο τέλος της στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο σ΄ ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα στο δυτικό ορίζοντα που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Αυτό το σημείο του προσφέρει ένα γαλήνιο μέρος παρακολουθώντας τον ήλιο να βυθίζεται κάτω από τον ορίζοντα. «Οι σκέψεις του ταξιδεύουν» είναι απορροφημένος σε βαθιές σκέψεις, ανάμικτες με φαντασιώσεις και δεν είναι παρών στην πραγματικότητα. Η προσοχή του δεν είναι επικεντρωμένη στο εδώ και τώρα, αλλά σε κάτι άλλο, σε μελλοντικά γεγονότα και σ' ένα φανταστικό σενάριο. Το φανταστικό ταξίδι του, έχει συνοδοιπόρο την αγάπη του για τη Δάφνη και εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψει το όνειρο του σε πραγματικότητα και να αφήσει εκτός ονείρου τη μορφή μιας προσωπικότητας που έρχεται στην επιφάνεια σε συγκαλυμμένη μορφή. Να συγκρατήσει τις ορμές του και να καταπιέσει τις παρορμήσεις του που αναζητούν διέξοδο να απελευθερωθούν με κάποιο τρόπο.
Της ήμερες που πέρασε στην αγκαλιά της Δάφνης ήταν μια φλογισμένη άνοιξη, και είχε ρίξει στην πιο απόκρυφη γωνιά της καρδιάς του σαν ένα παράξενο όνειρο τις πρόσφατα ανθισμένες επιθυμίες του που είχαν ριζώσει μέσα του για τον Αλκιβιάδη, και αυτή η φλογισμένη άνοιξη, που η Δάφνη ξύπνησε στην καρδιά του μεμιάς του φάνταζε σαν κήπος, χρόνια φυτεμένος και φροντισμένος από χέρια έμπειρου κηπουρού.
Με τις ήμερες να διαβαίνουν στο πλοίο επικρατούσε η σιγή! Μα Αλίμονο του φαινόταν τόσο εκπληκτικό που η μορφή της Δάφνης ξεθώριαζε όσο οι μέρες περνούσαν και έγινε μια χαραμάδα στη σιωπή του. Ξεθώριασε όπως η τέντα από τον ήλιο στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, και όσο κι ο κάθε άλλος, απατηλός, αντικατοπτρισμός, όσο ο ίσκιος του, είτε μακραίνοντας προς τη δύση του όταν ο ήλιος, πρόσχαρος, γεννιέται, είτε στρογγυλεύοντας γύρω του, όταν ο ήλιος, γαληνεμένος βασιλιάς της μέρας, μεσουρανεί, είτε απλώνοντας στην ανατολή, το δειλινό την ώρα που ο ήλιος θλιβερός πεθαίνει. Την ένιωθε μια σχέση δίχως το ανάλογο έντονο πάθος σαν να είναι μια συννεφιασμένη μέρα μες στο καλοκαίρι.
Στον αντίποδα, το πάθος του για να έχει σύντροφο τον Αλκιβιάδη εκδηλώνεται μέσα του με έντονη επιθυμία και έλξη που διαπερνά ολόκληρο το σώμα του και  ξεχειλίζει στο κορμί του! Από τη στιγμή που ο Αλκιβιαδης τον έχει αποδεχτεί γι’ αυτό ακριβώς που είναι και υπάρχει μια αμοιβαία εμπιστοσύνη το συναίσθημα του βαθαίνει και το πάθος του δεν είναι απλά ένα συναίσθημα, αλλά ένα ρεύμα που διαπερνά το σώμα του, γεμίζοντας το και εκφράζοντας τον εαυτό του με κάθε κύτταρο. Του αρκεί να ακουμπήσει το κεφάλι του στον ώμο του Αλκιβιάδη και αυτός να του κρατήσει το χέρι του ενώ μέσα του πυροδοτούνται συναισθήματα που τον διαπερνά η ένταση τους. Και ενώ η ένωση τους απειλεί να τον κατακάψει αυτός την αποζητά μαζί του, γιατί η καρδιά του σκιρτά παρασέρνοντας τον σε κάτι που το παραφράζει ως γοητεία, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο ασκός του Αιόλου που έχει ανοίξει παρασέρνοντας τον σε μια μεθυστική γοητεία, όπου ναρκωμένος της παραδίνεται, ακόμα κι αν καραδοκεί ο όλεθρος να τον συντρίψει. Η σχέση του με τη Δάφνη στον ψυχικό του κόσμο έχει αποκτήσει ρήγματα που γίνονται χαράδρες στις οποίες τον κατακρημνίζει η έλξη που προκαλεί πάνω του ο Αλκιβιαδης και δεν αντιστέκεται στη πτώση του. Έχει πάρει απόφαση πως έχει επιλέξει αυτό που επιθυμεί περισσότερο, ετούτες τις δεδομένες στιγμές και όταν το σκέφτεται νιώθει ένα ηδονικό ρίγος να σαλεύει στην τρύπα του, γιατί ο Αλκιβιάδης του έχει δείξει πως σέβεται τις επιθυμίες του. με αποδοχή, κατανόηση και ανταπόκριση. 
Έχει περάσει σχεδόν μια βδομάδα που αναχώρησε το πλοίο και ο Παυσανίας νιώθει έλλειψη οικειότητας, που την προσλαμβάνει ως συναισθηματική και ταυτόχρονα και σωματική απόσταση να τους χωρίζει με τον Αλκιβιάδη. Νιώθει απομάκρυνση στη σχέση τους,. Ο Αλκιβιάδης δεν ανταποκρίνεται δεν δείχνει το ενδιαφέρον και τα ίδια συναισθήματα που του εκδήλωνε πριν από την παραμονή του πλοίου στην Ολλανδία και την έλευση της Δάφνης. Αν και βρίσκονται στον ίδιο χώρο και πολύ συχνά είναι δίπλα του τον νιώθει απόμακρο και ταυτόχρονα τον αισθάνεται, συναισθηματικά, χίλια μίλια μακριά. Μπορεί να τον βλέπει αλλά δεν μπορεί να νιώσει την επιθυμητή παρουσία του. Μπορεί να του μιλήσει αλλά όχι όπως θα ήθελε. Δυσκολεύεται. Είναι σαν ξαφνικά να υπήρξε ένας τοίχος μεταξύ τους. Ένας τοίχος που κτίστηκε ξαφνικά, και αναρωτιέται πως μπορεί να τον περάσει. Αυτός ο τοίχος για τον Παυσανία εμπεριέχει τη συναισθηματική παραμέληση του, που πέρασε αναμεταξύ τους από την «πίσω πόρτα» υπονομεύοντας σιωπηλά την επικοινωνία, και τη ζεστασιά στη σχέση τους.
Τα βράδια στην καμπίνα του, προσπαθει να μετρήσει την κίνηση του ρολογιού, καθώς η νύχτα λιγοστεύει και σώνεται. Τα σεντόνια του δροσερά μα το στήθος του έκαιγε. Τεντωνόταν και έτριβε την κοιλιά του πάνω στο λευκό ύφασμα μα δεν ήταν αρκετό να ικανοποιήσει τη φούντωση του. Χυνόταν ο πόθος και έκαιγε το διψασμένο κορμί του που παλλόταν και δεν μπορούσε να χειραγωγήσει την καύλα του. Σκεφτόταν γυμνό τον Αλκιβιάδη μέσα στο ντους και ανατρίχιαζε. Του καρφωνόταν η ιδέα ότι και ο Αλκιβιάδης χαϊδευόταν μέσα στο ντους κάτω από το νερό. Φανταζόταν το προικισμένο χάρισμα του να το  σκουπίζει με την πετσέτα και αυτή η ιδέα του άρεσε. Ψιθύριζε  το όνομα του! «Τον θέλω!». Είναι το πρώτο πράγμα που ξέρει όταν ξεκίνησαν τη σεξουαλική τους σχέση. Μια σχέση που σαν βασικό θεμέλιο έχει το σεξ, τον πόθο και την επιθυμία συνεύρεσης. Με τον Αλκιβιάδη επιθυμεί να έχουν αμοιβαία αισθήματα μεταξύ τους. Να τον θέλει όπως τον θέλει και αυτός. Όπως «διψάει» και αυτός για ένα άγγιγμα του και όταν τα σκέφτεται όλα αυτά τον ανατριχιάζουν και  τον κάνουν να θέλει να γίνει ένα μαζί του. Έχει μια βασική ανάγκη και επιθυμία για συνεύρεση μαζί του όταν ο ερωτισμός του χτυπάει κόκκινο καμπανάκι και αργά, αισθησιακά βάζει φωτιά στο κορμί του!
Προς τι η αναμονή; Ο έρωτας και το σεξ δε χρειάζονται ταμπού!  Με θέλει σίγουρα, κι εγώ το ίδιο! Να με σφίξει δυνατά, μελωδία να γίνει και να γλιστρά πάνω μου σαν αεράκι δροσερό την ώρα που καίγεται το κορμί μου για τον έρωτα του, γιατί η σεξουαλική συνεύρεση είναι μια όμορφη ανάγκη.
Τι θα έκανε που τον ήθελε τόσο πολύ! Και ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Δεν άντεξε όρμησε στην καμπίνα του και πήγε και ξάπλωσε δίπλα του. «Τι θέλεις;» τον ρωτάει ο Αλκιβιαδης.
«Είναι μέρες τώρα σου ψιθυρίζω τον έρωτα μου, αλλά εσύ κάνεις ότι δεν ακούς.» Η φράση του είχε μέσα της τρομερή απόγνωση. «Όταν σε βλέπω θέλω μόνο αυτό. Να με πάρεις στην αγκαλιά σου και να με γαμήσεις» του λέει χωρίς να ντρέπεται
Ο Αλκιβιάδης δεν του απάντησε αμέσως. Το σκεφτόταν. Η καρδιά του Παυσανία πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. Και όταν του μίλησε, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου! «Έλα ξάπλωσε,» του λέει «Θα γίνει κι αυτό όταν πρέπει.»
«Αγκάλιασε με ξανά Σφίξε με δυνατά» και με τα χέρια του έψαχνε την ανδρική υπόσταση του Αλκιβιάδη.  Αρχίζουν τα φιλιά. Δυνατά παθιασμένα. Τον θέλει τόσο πολύ που έχει ξεχάσει τη ζήλια του. (Τον ζήλευε που έμαθε πως ο Αλκιβιαδης πηδούσε μια Σλαβοκροάτησα στο Ρότερνταμ.)
Ακούμπησε τα χείλια του στην πλάτη του. Παράλληλα, μετρούσε την ραχοκοκαλιά του με τη γλώσσα του. Ο Αλκιβιαδης έστρεψε το βλέμμα του στο ταβάνι. Στέναξε όταν ένιωσε τη γλώσσα του Παυσανία, ανάμεσα στα πόδια του, στον ιστό του κορμιού του.
«Σε θέλω ακόμα πιο πολύ,» του ψιθυρίζει ο Παυσανίας και ο Αλκιβιαδης τέντωσε κι άλλο το κορμί του και δεν κρατήθηκε. Γύρισε τον Παυσανία μπρούμυτα  και άρχισε να τον φιλάει και να να τον μουσκεύει απόλυτα αφοσιωμένος, στην πίσω τρύπα του! Τώρα, για τον Αλκιβιάδη δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο  δωμάτιο πάρα η πίσω τρύπα του Παυσανία. Εκείνη την στιγμή, επάνω στο κρεβάτι ο Παυσανίας άρχισε να βογκάει από ηδονική ευχαρίστηση. Νιώθει τον πούτσο του Αλκιβιάδη να σηκώνεται. Ανυπομονεί να μπει μέσα του. Δε θέλει τίποτε άλλο από αυτόν, μόνο αυτό. Ότι και να σκεφτόταν πριν τα πήρε ο άνεμος. Μπήκε μέσα του. Βρήκε την αδυναμία του. Ο Παυσανίας ένιωθε τις ωθήσεις του. Τρεις βαθιές, μια πιο κοφτή, σύντομη, και μετά πάλι βαθιά. Ζούσαν στο κέντρο του κόσμου. Έκαναν ό,τι κάνουν οι άνθρωποι όσο υπάρχουν στη γη. Έκαναν κάτι εντελώς δικό τους. Χτίζανε το κώδικα τους, εκατοστό το εκατοστό που βυθίζονταν μέσα στα γυμνά κορμιά τους όταν και οι δυο τους χάνονταν μες στην ηδονή. Ο Αλκιβιαδης γύρισε ανάσκελα.Ο Παυσανίας σκαρφάλωσε πάνω του. Νιώθει ξανά να του ανοίγει ο κώλος του. Είναι ξανά μέσα του ο πούτσος του Αλκιβιάδη. Τον νιώθει να μπαίνει μέσα όλος. Τι απόλαυση. Πήρε τα ηνία. Κάνει αυτό που ήθελε! Να τον γαμάει ο Αλκιβιαδης που τον γουστάρει. Η μορφή της Δάφνης στριφογυρίζει μερικές στιγμές στο μυαλό του αλλά δε νοιώθει ενοχές! Του αρέσει τόσο πολύ που έχει τον πούτσο του Αλκιβιάδη μέσα του ενώ ταυτόχρονα θέλει και κάτι παραπάνω.! Καλπάζουν και οι δυο, καθώς ακούγανε το τραγούδι των σειρήνων, που όχι μόνον το ακούγανε αλλά και το τραγουδούσαν. Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τον κοιτούσε και τα δάχτυλά του έτριβαν τις θηλές του Παυσανία που ένιωθε ότι θα εκραγεί και θα γεμίσει η καμπίνα φως. Το κρεβάτι έτριζε και οι μέρες τους έγιναν ξανά φωτεινές. Ο Αλκιβιάδης το αποτελείωνε υπέροχα. Καθώς είχε φυτέψει ολότελα τον πούτσο του μέσα του, πήρε μια ανάσα, τον χούφτωσε σφιχτά από τα καπούλια του και έδωσε άλλη μια δυναμική ώθηση στη λεκάνη του, αναγκάζοντάς τον Παυσανία να κοντράρει με όση δύναμη μπορούσε να βρει σ’ εκείνη την υπέρτατη στιγμή ηδονής, ώστε να νιώσει ολόκληρο το μεγαλειώδες καυλί του να τον κυριεύει και να τον κατακτά διαμέσου της κερκόπορτας του πλέον εθισμένου στον πούτσο του κώλο του Παυσανία.
«Σ’ αρέσει ακόμα;» τον ρώτησε, χωρίς να μειώσει τη δύναμη με την οποία τον διατρυπούσε.
«Μ’ έχεις κάνει λιώμα...» του λέει, δυσκολευόμενος πραγματικά να βρει κάτι άλλο να πει.
«Λατρεύω το πως φαίνεται από εδώ πίσω ο τουρλωμένος, παλουκωμένος κώλος σου και η πλάτη σου... Νιώθω ότι ο πούτσος μου έχει φτάσει ως εδώ» του είπε σε μια έξαρση ειλικρίνειας, αγγίζοντας ένα σημείο ψηλά, ανάμεσα στις ωμοπλάτες του.
«Ως το λαιμό μου έφτασε, αγόρι μου, γι’ αυτό και βόγκηξα έτσι. Κι εγώ λατρεύω να νιώθω τ’ αρχίδια σου να παρενοχλούν τα δικά μου» του απαντάει, σηκώνοντας το δεξί του χέρι από το στρώμα και χουφτώνοντας με λαιμαργία τους δυο σάκους των αρχιδιών τους που αιωρούνταν πλάι-πλάι ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια του Παυσανία.
Έχοντας πλέον τον πλήρη έλεγχο του κώλου ο Αλκιβιαδης, σα γνήσιος άντρας ξεκίνησε το επόμενο στάδιο του έρωτά τους. Την παλινδρόμηση του πούτσου του μέσα κι έξω από την υγρή, ξεχειλωμένη κωλοτρυπίδα του Παυσανία. Ξεκίνησε τραβώντας έξω την πούτσα του αργά, υποβάλλοντας στα σωθικά του Παυσανία σε μια αβάσταχτη αναρρόφηση. Καθώς έβγαινε έξω, τα τοιχώματα του εντέρου του μαζεύαν πανικόβλητα, προσπαθώντας να αναπληρώσουν τον αχανή ελεύθερο χώρο που άφηνε πίσω της η απομακρυνόμενη πούτσα. Ταυτόχρονα τα εσωτερικά και τα εξωτερικά χείλη της κωλοτρυπίδας του εξασκούνταν τώρα στην κανονική τους λειτουργία, δηλαδή στην «εξαγωγή»’ μιας ζωντανής κουράδας, μόνο που η εξαγωγή αυτή γινόταν εξαναγκαστικά και όχι με τη δική τους θέληση.
Ο Αλκιβιάδης σταμάτησε να τραβάει έξω την πούτσα του, μόλις έφτασε στα όρια του πουτσοκέφαλου του.  Αυτή τη φορά η διείσδυση ήταν γλυκιά μεν, αλλά ταυτόχρονα και λιγότερο τρυφερή. Ο Παυσανίας χαμογέλασε μέσα στην απόλαυση του, καθώς αντιλαμβανόταν ότι ήταν η «τρύπα» και ο Αλκιβιάδης ήταν ο γαμιάς του. Η αμέριστη προσοχή που είχε δείξει στην αρχική του διείσδυση είχε πάει περίπατο, ενώ το μπήξιμο που ακολούθησε ήταν καρφωτό. Ο Παυσανίας μούγκρισε από καύλα, το ίδιο και ο Αλκιβιάδης. Και το τροπάρι αυτό συνεχίστηκε ακάθεκτο, προς μεγάλη τους απόλαυση. Ο Παυσανίας αυτοσχεδίαζε, κάνοντας διάφορα κόλπα με τον κώλο του, σφίγγοντας και χαλαρώνοντας αναλόγως του ρυθμού.  Μέσα στη ζάλη της ηδονής και των φερορμονών που εκκρίνονταν ποτάμια στον οργανισμό του, που και που ερχόταν μια αδύναμη εικόνα της Δάφνης και τον έβαζε σε σκέψεις για το αν αυτό που έκανε ήταν σωστό ή όχι. Αν ήταν φυσικό ή αφύσικο. Εκείνες τις στιγμές έκλεινε τα μάτια, φανταζόταν τον εαυτό του έξω από το σώμα του, να κοιτάει το κορμί μου πεσμένο στα τέσσερα στο στο κρεβάτι της καμπίνας του  Αλκιβιάδη, μέσα σ’ αυτό το κρησφύγετο της απόλαυσης, να ταλαντεύεται στο ρυθμό που επέβαλε ο «άνδρας» του πίσω του, χρησιμοποιώντας το μεγάλο, γυαλιστερό, λεκιασμένο και γλιστερό καυλί του για να παραβιάζει ασύστολα τα φυσικά όρια της κωλοτρυπίδας του και το άδυτο του κωλάντερου του...
Και οι εικόνες αυτές τον καύλωναν ακόμη περισσότερο! Του άρεσε τόσο πολύ να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση. Δε θα έκανε τίποτε για να αλλάξει όλα αυτά και δε θα μετάνιωνε ποτέ του για ότι έγινε. Άλλωστε η σταθερά καυλωμένη και αιωρούμενη κάτω από την κοιλιά του πούτσα του αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Είχε χάσει εντελώς το χρόνο όλη αυτή την ώρα που ο Αλκιβιάδης τον γαμούσε με σταθερό ρυθμό, γονατιστός πίσω του. Απλά είχαν περάσει μόνο μερικά λεπτά, μα αυτός νόμιζε ότι ήταν ώρες απόλαυσης. Παρεμπιπτόντως, θα μπορούσε να είχε χύσει από ώρα, μα κάποιο προφανώς νοσηρό ένστικτο του έλεγε να κρατηθεί, να μην αφήσει την εκσπερμάτωση να πάει χαμένη. Πάνω που το σκεπτόταν αυτό, ο Αλκιβιάδης σταμάτησε την ταλάντωση, στη θέση που είχε το καυλί του ολόκληρο μέσα του. 
«Τελειώνεις;» τον ρώτησε μη θέλοντας να δείξει την απογοήτευση του.
«Ορίστε;» τον ρώτησε ο Αλκιβιάδης σα να τον είχε ξυπνήσει από λήθαργο.
«Λέω... αν τελειώνεις, μη βγεις από μέσα μου ακόμα. Θέλω να τελειώσω κι εγώ!» του λέει χαμηλόφωνα ο Παυσανίας.
«Όχι, αγορίνα μου, δεν τελείωσα. Παίρνω μια ανάσα. Η τρύπα σου είναι τόσο σφιχτή και υγρή, που νιώθω ότι έχω τον πούτσο μου μέσα σ’ ένα ζουμερό γαλακτομπούρεκο. Θα μπορούσα να έχω τελειώσει ώρα τώρα, μα κρατιέμαι, αφού είσαι υπέροχη γκόμενα.» του απάντησε.
Του Παυσανία του άρεσε αυτή η θηλυκή κατάληξη... Ίσως να ήταν τυχαίο, ίσως σκόπιμο, μα εκείνον τον έκανε να νιώθει υπέροχα. Ήταν του Αλκιβιάδη το γυναικάκι του, το κορίτσι του, η κοπέλα του, η ερωμένη του. Βίωνε και πάλι τόσο έντονα αυτή τη φαντασίωση του που πλέον ήταν πραγματικότητα, ακόμη κι αν ο πόνος της ατελείωτης στύσης και της εξαναγκασμένης συγκράτησης του οργασμού του, του θύμιζε ότι ήταν άνδρας και μάλιστα δεσμευμένος με την Δάφνη.
«Κι εσύ είσαι υπέροχος!» του ανταπαντάει ο Παυσανίας.
«Θέλεις... θέλεις να σου τον παίξω;» τον ρώτησε ο Αλκιβιάδης.
«Μα τι λες;» του λέει ο Παυσανίας. «Αν μου αγγίξεις μόνο τον πούτσο αυτή τη στιγμή, θα εκραγώ!»
Γέλασαν κι οι δυο,  φυσικά και ελεύθερα. Πήγε να ξεκινήσει πάλι το γαμήσι του κώλου του, όμως κάτι τού έφταιγε.
«Έχεις κάποιο πρόβλημα, σε εμποδίζω εγώ σε κάτι;» τον ρωτάει αμέσως ο Παυσανίας, αφού δεν ήθελε να τους ενοχλεί απολύτως τίποτε.
«Όχι. Απλά με πόνεσαν τα γόνατά μου…» του λέει.
Είχαν πονέσει και του Παυσανία, αλλά δε τον ένοιαζε καθόλου.
«Θέλεις να αλλάξουμε στάση;» τον ρώτησε, αλλά ήλπιζε να του απαντήσει αρνητικά.
«Όχι... ίσως... αν σταθώ λίγο ποιο όρθιος είναι εντάξει» και λέγοντας αυτό, ανασηκώθηκε από τη γονατιστή θέση στα πόδια του, προσπαθώντας να ξεμουδιάσει!
Ένας ίλιγγος απόλαυσης κυρίευσε, τον Παυσανία χωρίς να ξέρει το γιατί. Δε μούγκρισε, ούτε βόγκηξε, αφού σχεδόν του είχε κοπεί η ανάσα από τα κύματα ηδονής που πήγαζαν από την κορυφή του πούτσου του και διαχεόντουσαν σε όλο του το κορμί. Κάθε τρίχα του είχε ανασηκωθεί ερεθισμένη, οι θηλές του, τα ακροδάχτυλα του, τα χείλη του είχαν μουδιάσει από την ένταση και η πούτσα του παλλόταν σε δονήσεις εκσπερμάτωσης, μα χωρίς να χύνει.
Ο Αλκιβιάδης είχε ανασηκωθεί πίσω του, λυγίζοντας τα γόνατα του και φέρνοντας την πούτσα του σε διαγώνια θέση προς την κωλοτρυπίδα του Παυσανία, με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω, και όλη αυτή η κίνηση έγινε χωρίς να βγάλει από μέσα του το καυλί του. Η καρδιά του Παυσανία χτυπούσε σε τρελούς ρυθμούς. Είχε μείνει άφωνος.
«Έλα, είσαι καλά; Τι έπαθες; Μάλλον δε σου αρέσει έτσι, ε;» το ρωτάει ο Αλκιβιάδης.
Δεν είχε λόγια να του απαντήσει. Ούτε ανάσα καν. Ενστικτωδώς το σώμα του πήρε μόνο του τη θέση που του άρμοζε. Λύγισε τους αγκώνες και σχεδόν ακούμπησε το στήθος του στο στρώμα αφήνοντας να προεξέχει μόνο ο κώλος του, που είχε βαθιά φυτεμένο μέσα του το σκήπτρο της απόλαυσης του Αλκιβιάδη του. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν!
«Γάμησε με... σε παρακαλώ... γάμησε με, τώρα...»
Δεν κράτησε πολύ η συνέχεια. Με βαθιές, κοφτές και δυναμικές κινήσεις άρχισε να βγάζει και να βάζει μέσα του τον πούτσο του. πιέζοντας ανελέητα  τον προστάτη μου. Η ανάσα του Παυσανία επανήλθε, μόνο και μόνο όμως για να διοχετεύσει αέρα στις κραυγές ηδονής και απόγνωσης ταυτόχρονα. Τραγουδιστές κραυγές, υψίφωνες, κοφτές όπως και τα παλινδρομικά βυθίσματα του άνδρα του. Κάθε του βύθισμα χτύπαγε καίρια πάνω στις ευαίσθητες περιοχές του προστάτη του, αυτού του τόσο παρεξηγημένου αδένα, χαρίζοντας του πρωτόγνωρες απολαύσεις και κλιμακώνοντας τον οργασμό του. Κάθε του βύθισμα ήταν σα να συσσωρευόταν ακόμη μια δόση σπέρματος στα προπύλαια του σπερματοδόχου σωλήνα της πούτσας του, κάνοντας αναπόφευκτη την επικείμενη εκσπερμάτωση σε αυτή την ανεπανάληπτη πανδαισία συναισθημάτων και απόλυτης ανατροπής φύλου που βίωνε. Και μετά από καμιά δεκαριά βυθίσματα, ήρθε η λύτρωση. Ήταν μια κραυγή απόλαυσης, ανακούφισης, λύτρωσης και απελπισίας μαζί.  Ανακούφιση, ακριβώς επειδή εκτονωνόταν όλη αυτή η ένταση, όλος ο ερεθισμός των τελευταίων λεπτών σε μια και μοναδική δόση σπέρματος που εκτινάχθηκε μέχρι το στήθος και το στόμα του.  Δίκοπο μαχαίρι αυτός ο οργασμός. Εμ ήθελε να τελειώσει, εμ ποθούσε να τον ξαναζήσει μόλις τελειώσει...
Όταν είχε αρχίσει να χύνει, ο κώλος του και το έντερο του παλλόταν στο ρυθμό της εκσπερμάτωσης του. Μα ο κώλος του και το έντερο του υποβαλλόντουσαν ταυτόχρονα στις αδιάκοπες διεισδύσεις του αχόρταγου και ασυγκράτητου πούτσου του Αλκιβιάδη. Αυτό το αγκάλιασμα του κώλου του στον πούτσο ήταν το κερασάκι στην τούρτα της ολοκλήρωσής του Αλκιβιάδη. Συντόνισε λοιπόν τα βυθίσματα του με τις δονήσεις του κώλου μου και μετά από το τέλος της εκσπερμάτωσης του Παυσανία και ενώ ο κώλος του ακόμα δονείτε στο ρυθμό της, ο Αλκιβιάδης άρχισε να κραυγάζει εξίσου άναρθρα με τον Παυσανία. Για όλο αυτό το χρόνο από την πρώτη εκσπερμάτωση του μέχρι και την έκρηξή του, ήμουν ένα κουρέλι στο έλεος του. Τον γαμούσε αλύπητα. Του τον έχωνε τόσο βαθιά που νόμιζε ότι θα του βγει από την κοιλιά και του τον τραβούσε σχεδόν ολόκληρο έξω. Του έσφιγγε τα κωλομέρια με τα δάχτυλά του, αφήνοντάς του σημάδια από το σφίξιμο και μπηξίματα από τα νύχια του. Και όταν ήρθε εκείνη η στιγμή της κραυγής, είχε σφηνώσει το καυλί του τόσο βαθιά μέσα του, που του είχε κόψει την ανάσα. Η κραυγή του Αλκιβιάδη συνοδεύτηκε από αυτό που έκανε τον Παυσανία να επιβεβαιώσει ενδόμυχα ότι ήταν ταγμένος να γίνει η γκόμενα του Αλκιβιάδη. Το έντερο του πλημμύρισε απ’ άκρη σ’ άκρη με το καυτό, πηχτό και πλούσιο σπέρμα του. Κι ύστερα ο Αλκιβιαδης τραβήχτηκε. Και του τον ξανά έχωσε, βογκώντας από ανακούφιση. Μια δεύτερη δόση με το παχύρρευστο σπέρμα, ανακατεμένο με τα υγρά του κώλου του, ξεχείλισε από την κωλοτρυπίδα του και ξεπήδησε προς όλες τις κατευθύνσεις, εκτινάχθηκε προς τα κωλομέρια του, προς τα αρχίδια του, προς τις ιδρωμένες πουτσότριχες του. Ο Αλκιβιάδης δεν ήθελε να σταματήσει να τον γαμάει, παρόλο που ο κώλος του Παυσανία είχε γίνει λίμνη σπέρματος και άλλων σωματικών υγρών. Συνέχισε μια, δυο, τρεις φορές το μέσα - έξω, και έπειτα λύγισε. Γονάτισε. Εξουθενωμένος. Εξαντλημένος. Ευτυχισμένος. Ο Παυσανίας δεν ξέρει τι τον έπιασε, μα χωρίς δεύτερη σκέψη και αφού ο Αλκιβιάδης είχε έξω την πούτσα του και την κρατούσε σφιχτά αδειάζοντας τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος πάνω στη μέση του, γύρισε το πρόσωπό του και χούφτωσε το αντικείμενο του πόθου του. 
Ο Αλκιβιαδης τον έπιασε από τους ώμους τρυφερά και ανασήκωσε τον κορμό του, έτσι ώστε να βρεθούνε πρόσωπο με πρόσωπο. Τον κοιτούσε με ένα βλέμμα απόλυτου σεβασμού, εκτίμησης και θαυμασμού. Ήταν σα να του έλεγε: «Ευχαριστώ».
Η σχέση τους συνέχισε αλλά κάποτε χώρισαν! Όχι επειδή δεν τους άρεσε, αλλά επειδή κυριολεκτικά χώρισαν οι δρόμοι τους και τόσο ο Αλκιβιάδης όσο και ο Παυσανίας ποτέ τους δεν ένιωσαν την ανάγκη να αναζητήσουν σε άλλον μια τέτοια σχέση και να που σήμερα μετά από πολλά-πολλά χρόνια εμφανίζεται απρόσμενα επιθετικά στην ήρεμη οικογενειακή ζωή του ο Παυσανίας να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του.
Είχαν από χρόνια χαθεί! Η Δάφνη έφυγε πολύ νέα από τη ζωή. Τον πληροφορούσε πως τα τελευταία χρόνια είναι μέλος πληρώματος σε ένα «Private Mega Yacht» που συνήθως ταξιδεύει στα «σμαραγδένια νερά της Καραϊβικής» μια έκφραση χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει την ιδιαίτερη ομορφιά των νερών της Καραϊβικής, τα οποία είναι γνωστά για το έντονο και κρυστάλλινο σμαραγδί χρώμα τους.
Νύχτα ακάματος ο Αλκιβιάδης σαν λύκος μοναχικός, στην φθινοπωρινή ερημιά της εξοχικής του κατοικίας έστειλε Email στον Παυσανία με συνημμένες σελίδες Α4 τυλίγοντας τις σκέψεις του με τα δικά του συναισθήματα, περιέχοντας και την οπτική γωνία με τα συναισθήματα του Παυσανία, σαν να «μπαίνει» στα παπούτσια του. Το συνημμένο περιλαμβάνει τη συναισθηματική τους ταύτιση, και τη συμβολή των αρμονικών σχέσεων, που είχαν αναπτύξει οι δυο τους και το μοίρασμα των συναισθημάτων τους με  κατανόηση εκεινους τους καιρούς.
...................Αγαπητέ μου Παυσανία! Έχει περάσει, πολύς καιρός από τότε που όλα αυτά μας συνέβησαν, μα σήμερα το παρελθόν γύρισε πίσω χτυπώντας την πόρτα μου χωρίς άδεια, κι όλα ζωντανεύουν τις στιγμές που ήθελα να θυμάμαι αλλά ήταν κρυμμένες κάπου στο ασυνείδητο μου, και εκείνες που ήθελα να ξεχάσω και μένουν ζωντανές μέσα στη μνήμη μου!
Η νοσταλγία μου είναι συναίσθημα που εκδηλώνεται μέσα μου με επιθυμία για το παρελθόν, για μια περίοδο με ευχάριστες αναμνήσεις που ζήσαμε μαζί. Νοσταλγία που καιροφυλακτεί στις σκοτεινές γωνίες του μυαλού μου και ξαναβγαίνει στην επιφάνεια και εισβάλει στο παρόν τις στιγμές που έχω αφεθεί νωχελικά στις αναμνήσεις μου.................................
Το παρελθόν δεν αλλάζει αν και μακρινό πονάει και ποτέ δεν θα πάρω την απάντηση του! Σήμερα μετά από τέσσερις δεκαετίες σε μια συνηθισμένη πτήση με το αεροπλάνο και με προορισμό το Μπαχρέιν θυμάμαι!Το Μπαχρέιν είναι μια ψηφίδα του παζλ αυτών που ζήσαμε μαζί! Είναι ένας τόπος που επαναφέρει στη μνήμη μου με συναισθηματική φόρτιση γεγονότα και παραστάσεις που συνέβησαν και ανήκουν στο παρελθόν! Τα ενθυμούμε και ένα πολύ οδυνηρό παράπονο βασανίζει τα σωθικά μου! Ταξιδεύοντας με τη φαντασία μου στα πιο βρώμικα κομμάτια του μυαλού μου ένιωθα εντελώς μπερδεμένος για αυτό που σήμερα επιθυμούσα! Καταλαβαίνεις γιατί μιλάω. Σου μιλάω για τη σεξουαλική μας δραστηριότητα, γι' αυτή που ταμπού και προκαταλήψεις δε χωράνε και για τον δικό μου ανεκπλήρωτο κρυφό μου πόθο. Ήμουν ο ενεργητικός και ήσουν ο δεκτικός σύντροφος στη ρομαντική σεξουαλική μας σχέση. Σήμερα υποβόσκει μέσα μου ένα απωθημένο. Ποιο ώριμος ηλικιακά μου αρέσει να με σκέφτομαι ότι συμμετέχω τόσο τον ενεργητικό ρόλο όσο και τον παθητικό στο σεξ μαζί σου και μπορούσαμε κάλλιστα να εναλλασσόταν μεταξύ μας οι σεξουαλικές καταστάσεις. Αυτός είναι ο ανεκπλήρωτος κρυφός μου πόθος η εναλλαγή από ενεργητικός σε παθητικός κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής μας συνεύρεσης να με γαμούσες και εσύ με τη σειρά σου όπως σε γαμούσα και εγώ. Για μένα, straigtht άντρας είναι αυτός που «τον έχει πάρει» έστω και μια φορά, και δεν του άρεσε, εν αντιθέσει όποιος τον έχει πάρει και του άρεσε τόσο που καταλαβαίνει ότι είναι bi sexual. Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι άνδρες θα θελαν να το δοκιμάσουν, αλλά ο φόβος μην χαρακτηριστούν «gay» τους κρατάει μακριά. Γενικότερα καλό είναι στο σεξ να δοκιμάσεις τα πάντα. Όσα σου χαρίζουν κρυφούς οργασμούς που κανείς άλλος δεν ξέρει. Γιατί αυτή η απόλαυση να μου μείνει ένα όνειρο;
Θα μου πεις είχα διάφορες δικαιολογίες του τύπου: «Ντρέπομαι», «τι θα γίνει αν μαθευτεί»», «δε θέλω να ξεφτιλιστώ»,. Αλήθεια; Χωράει ντροπή στο σεξ; Είναι ντροπή το σεξ. Σκέψου, πως με το να ντρέπεσαι το σεξ σε κάθε μορφή του, δίνεις δικαιολογία στον κάθε σεξιστή να σε ισοπεδώσει. Αν φοβάσαι πως θα μαθευτεί ένα έχω να πω. Ε και; Το γούσταρες, το έκανες. Αν σου άρεσε ξανακάν’το. Αν δε σου άρεσε τουλάχιστον τώρα ξέρεις. Αυτούς που θα σε κράξουν άστους βυθισμένους στον πουριτανισμό τους. Εξάλλου, ρόδα είναι και γυρίζει. Μπορεί κάποτε αυτοί να βρεθούν στη θέση σου και μάλιστα σε ακατάλληλη στιγμή της ζωής τους. Εσύ όμως δεν έχεις να φοβάσαι. Το έκανες. Πάει το απωθημένο που σε βασάνιζε ως φαντασίωση στο μυαλό σου. Δεν ξεχνώ πως υπάρχει και η περίπτωση να μην πετύχει και να μην σ’αρέσει. Δεν είναι για όλους κάποια πράγματα. Αλλά αν δεν το κάνω και εγώ εις πως θα μάθω. Γι αυτό τώρα θα σου πω τι θα ήθελα να μου κάνεις και εσύ ότι μου ζητούσες να σου κάνω εγώ! Αδικία δεν είναι η δική σου τρύπα να έχει νιώσει τόση χαρά και η δική μου να έχει μένει άνυδρη και απότιστη..
Ο Αλκιβιαδης θυμάται! ......Μπαχρέιν! Το πλοίο αγκυροβόλησε στον υπεράκτιο τερματικό σταθμό, που χειρίζεται την εξαγωγή αργού πετρελαίου και ο Αλκιβιάδης με τον Παυσανία ξεμπαρκάρησαν στο Βασίλειο του Μπαχρέιν μία μικρή αραβική μοναρχία της Μέσης Ανατολής που το όνομα στα αραβικά σημαίνει «Δύο θάλασσες». Στους Έλληνες της Ελληνιστικής περιόδου ήταν γνωστό ως Τύλος. Είναι μια νησιωτική χώρα, που αποτελείται από ένα επίπεδο και ξηρό αρχιπέλαγος στον Περσικό Κόλπο. Αφού υπέστησαν τη βασανιστική διαδικασία των συνοριακών ελέγχων προσώπων που αφορούσε την επιβεβαίωση των ταξιδιωτικών τους εγγράφων και την επαλήθευση της νόμιμης εισόδου στη χώρα δεν άργησαν να βρεθούνε στο ξενοδοχείο στη Μανάμα τη πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη.Οι δυο φίλοι έχουν αναπτύξει πλέον μια ιδιαίτερη σχέση. Υπάρχει αλληλοεκτίμηση, εχεμύθεια και από τις δύο πλευρές και μια τρομερή άνεση, που όμοια της δεν υπάρχει. Όσο για το σεξ; είναι friends with benefits. Η χημεία που έχουν είναι το κάτι άλλο, ίσως πιο πολύ να μη γίνεται. Στην πράξη, έχουν φιλική σχέση και περιστασιακές σεξουαλικές επαφές, χωρίς τις προσδοκίες και τους περιορισμούς που πολλές φορές συνοδεύουν μια ρομαντική σχέση. Επίσης, σε αντίθεση με μια «περιπετειούλα» ή ένα «one-night stand», η κατάσταση αυτή δεν έχει συγκεκριμένη διάρκεια ή ημερομηνία λήξης, ενώ υπάρχει η κατανόηση ότι η φιλία μπορεί να συνεχιστεί ακόμα κι αν τελειώσει το κομμάτι της σωματικής επαφής τους. Η σχέση, τους προσφέρει σεξουαλική ελευθερία, χωρίς περιορισμούς! Έχει εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο για να πειραματιστούν και να απολαμβάνουν τακτικό συναινετικό σεξ, αλλά με μεγαλύτερη συναισθηματική ανεξαρτησία. Δίνουν στους εαυτούς τους χρόνο και χώρο να εξερευνήσουν διαφορετικά στυλ σχέσεων, ανάλογα με τη φάση της ζωής τους και ικανοποιούν τις σεξουαλικές τους ανάγκες! Όπως κάθε είδους σχέση, έτσι κι αυτή μπορεί να έχει άδοξο τέλος. Μπορεί να σβήσει από μόνη της με το πέρασμα του χρόνου. Μπορεί να καταλήξουν να χάσει ο ένας τον άλλο, τίποτα δεν είναι γραμμένο σε πέτρα, επομένως μπορεί κάποια στιγμή τα θέλω, οι προσδοκίες και τα συναισθήματα των δυο φίλων που εμπλέκονται σε αυτή σχέση να αλλάξουν. 
«Το απόγευμα το σπατάλησαν τριγυρίζοντας την πλούσια εμπορική αγορά της πολιτείας με μια πληθώρα από καταστήματα με αμιγώς ευρωπαϊκά προϊόντα και κυρίως ο Παυσανίας ασχολήθηκε να ψωνίσει διάφορα δώρα για τη Δάφνη. Κάποια στιγμή γυρίζει και λέει του Αλκιβιάδη.
Λοιπόν, μιλήσαμε εχθές με τη Δάφνη για ρούχα και ιδιαίτερα για εσώρουχα, και συζητήσαμε πώς δεν θα την πείραζε να της αγοράσω μερικά καινούργια σέξι εσώρουχα για τις επερχόμενες διακοπές μας όπου θα αρραβωνιαστούμε και επίσημα επί τη ευκαιρία! Όταν το συζητήσαμε πρώτη φορά, φαινόταν ότι θα διαλέγαμε κάτι μαζί και εγώ απλά θα της το αγόραζα. Μου πρότεινε ότι της αρέσει πολύ η ιδέα να την εκπλήξω εντελώς και να διαλέξω ότι έμενα μου εξάπτει τις σεξουαλικές μου φαντασιώσεις να την αισθάνομαι πιο σέξι. Είμαι απόλυτα σύμφωνος μαζί της, καθώς καταλαβαίνω ότι υπάρχει κάτι σε αυτή την ιδέα που της αρέσει πολύ, ωστόσο δεν έχω ιδέα τι είδους εσώρουχα μου φαίνονται πιο σέξι. Λοιπόν, όταν μιλούσαμε, της είπα ότι νομίζω ότι έχω μια πολύ καλή ιδέα για το τι της αρέσει και ότι θα έπρεπε να μπορώ να πάρω κάτι στα γούστα της, αλλά είπε πολύ κατηγορηματικά ότι αυτό είναι για μένα, και δεν θέλει να είναι στα δικά της γούστα, αλλά στα δικά μου και ότι μου φαίνεται πιο σέξι. Και πάλι, μου αρέσει που το θέλει τόσο πολύ, αλλά αυτό που μου φαίνεται πιο σέξι είναι ότι νιώθει πιο σέξι, οπότε δεν έχω ιδέα από πού να ξεκινήσω! Για πες μου τη γνώμη σου. Έχεις εσύ κάποιες προτάσεις για συγκεκριμένα κομμάτια και τι χρώμα να τις πάρω;»
«Την αγαπημένη κλασική επιλογή: μαύρα δαντελένια εσώρουχα με το καλύτερο αξεσουάρ, που δεν είναι άλλο απ’ τις ζαρτιέρες. Αυτό το μικρό συμπλήρωμα, που μπορεί από μόνο του να κάνει τόσο θόρυβο, θηλυκό αλλά και πρόστυχο, τόσο όσο.»
Πήγανε και οι δύο στο κατάστημα που στεγαζόταν στο πολυτελές ξενοδοχείο και κοιτάζανε τη σειρά με τα «baby doll» και βρήκανε ένα διάφανο μαύρο νούμερο, με περιεκτικότητα υλικού περίπου 50c και είπε χαμογελώντας όλο πονηριά ο Αλκιβιαδης. «Θα σου πήγαινε πολύ αυτό» και με μια φωνή του απάντησε ο Παυσανίας. «Μμμ! Θα μου πήγαινε καλά αυτό... χαχαχα»
«Το σκέφτηκες ποτέ να ντυθείς σέξι σαν γυναίκα όταν κάνουμε έρωτα;» του λέει ο Αλκιβιάδης
«Γιατί, δεν σου αρκούν αυτά που κάνουμε; Καλά δεν περνάμε;»
«Δε λέω, αλλά βλέποντας πώς αφήνεσαι στα χέρια μου σαν γκόμενα πιστεύω ότι σίγουρα θα το έχεις σκεφτεί.»
«Πραγματικά το σκέφτηκα, αλλά πάντα με φόβιζε η ιδέα».
«Τι σε φοβίζει;»
«Πρώτα απ’ όλα να μην γίνω κουνιστός.»
«Κοίτα μωρό μου. Το αν θα γίνεις κουνιστός, δεν υπάρχει περίπτωση. Ένας παίδαρος σαν εσένα όσα γαμήσια και να φάει θα είναι πάντα άντρας. Λοιπόν τι λες; Θέλεις να τα δοκιμάσεις το βράδυ στο ξενοδοχείο;»
«Δηλαδη να φορέσω σέξι εσώρουχα και ζαρτιέρες;»
«Μωρό μου εσύ! Φόρα αυτές τις ζαρτιέρες να με τρελάνεις»
«Σοβαρά το λες;» 
«Δε θες να με τρελάνεις; Δε θες να με κάνεις να παραμιλάω! Μόνο που σε σκέφτομαι με ζαρτιέρες αρκεί για να γίνει πανικός. Μόνο στην ιδέα τους το μυαλό μου κάνει τα πιο τρελά σενάρια στενής επαφής μας. Όχι τίποτα χλιαρά φιλιά και χάδια, επαφή σκληρή κι άγρια ερωτική.»
«Οργιάζει η φαντασία σου βλέπω!»
«Φόρα εσύ τις ζαρτιέρες κι άσε το παράθυρο μας ανοιχτό για κάθε φαντασίωση που θα απογειώσει τη νύχτα σας και θα μας προκαλέσει μια αλλιώτικη ηδονή.»
Τελικά αποφάσισαν μια επιλογή από δυο σετ εσωρούχων brallet hollow out με ζαρτιέρες και δαντέλα και μαύρα κεντήματα. Ένα σετ που αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για γυναίκες που εκτιμούν τόσο τη λειτουργικότητα όσο και την κομψότητα στα εσώρουχά τους. Κατασκευασμένο από ελαστικό και απαλό υλικό, εγγυάται άνεση καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, προσφέροντας ελευθερία κινήσεων χωρίς να θυσιάζει το στυλ. Το μοτίβο προσθέτει μια πινελιά παιχνιδιάρικης κομψότητας στο σύνολο, αναβαθμίζοντας την αισθητική του και προσφέροντας μια επιπλέον γοητεία. Αυτή η λεπτομέρεια το καθιστά οπτικά ελκυστικό, για ξεχωριστές περιστάσεις. Το γοητευτικό openwork μοτίβο και την ευελιξία του επάνω μέρους, αποτελεί την ιδανική επιλογή για γυναίκες που θέλουν να νιώθουν άνετες, γεμάτες αυτοπεποίθηση και όμορφες σε κάθε πτυχή της ζωής τους.
Μετά το βραδινό δείπνο διασκέδασαν για μερικές ώρες στο πολυτελές καζίνο του ξενοδοχείου,  περασμένη η ώρα ο Παυσανίας κάλεσε τον Αλκιβιάδη ότι είναι ώρα να πάνε για «ύπνο» μ' ένα χαμόγελο πονηρό και το παιχνίδι του συνεχίζεται με τα μάτια και με τις σκέψεις! Μ' έναν και μοναδικό σκοπό. Να πάνε και να γαμηθούν στο δωμάτιο, μιας και η καύλα του είχε φτάσει στο απροχώρητο. Όταν έμειναν μόνοι στο ασανσέρ ο Παυσανίας δεν κρατιόταν έπιασε το κεφάλι του Αλκιβιάδη με το ένα χέρι και τον ρουφούσε στο λαιμό και το άλλο χέρι του έπιασε τον πούτσο του πάνω από το παντελόνι και τον ζούληξε ηδονικά..
 Όταν το ασανσέρ έφτασε στον προορισμό του και εισήλθαν στο δωμάτιο κλείνοντας η πόρτα πίσω τους βιαστικά ο Παυσανίας ξαναστρίμωξε στα όρθια στο χολ τον Αλκιβιάδη, δεν κρατιόταν του δίνει παθιασμένα γλωσσόφιλα, τεντώθηκε και αναστέναξε βαθιά. «Ξέρεις πόση ώρα το θέλω αυτό» του λέει του Αλκιβιάδη. «Εγώ  να δεις» του απαντάει Ο Αλκιβιαδης. Όπως ήταν ο Παυσανίας κατέβασε τα χέρια στο στήθος του Αλκιβιάδη, το χάιδευε έφτασε στις  θηλές του, τις τσίμπησε ελαφρά, άρχισε να τις παίζει και να τις τρίβει. Ο Αλκιβιάδης βογκούσε και χάιδευε τον πούτσο του πάνω από το παντελόνι. Ο Παυσανίας, γονάτισε και άρχισε να του τον φιλάει και να τον δαγκώνει πάνω από το jean. Του έλυσε τη ζώνη, και το πάνω πάνω κουμπί, του άνοιξε το φερμουάρ, έπιασε τις δυο άκρες και το άνοιξε με μια κίνηση. Ο πούτσος του πετάχτηκε  και τέντωσε το εσώρουχο. Τον απελευθέρωσε από το εσώρουχο και έμεινε για λίγο να κοιτάζει το υπέροχο αυτό καυλί. Οι τρίχες του κατέβαιναν από την κοιλιά και έκαναν ένα πλούσιο φόντο γι αυτό το υπέροχο παλούκι. T' αρχίδια του μεγάλα και τριχωτά  κρεμόντουσαν ανάμεσα στα δυνατά του μπούτια. Χούφτωσε το καυλί του και έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του Αλκιβιάδη και άρχισε να του γλύφει τ' αρχίδια σαν σκυλάκι, περνούσε με μια μεγάλη  κίνηση όλη τι γλώσσα πάνω τους και μετά άρχισε να τα ρουφάει απαλά. Ακολούθησε τη γραμμή του πούτσου του από κάτω και όταν έφτασε στο κεφάλι ελευθέρωσε το πουτσοκέφαλο και άρχισε να παίζει τη γλώσσα του στη βάση του. Τον έγλυφε  γύρο-γύρο και μετά άνοιξε τα χείλια του και ρούφηξε το κεφάλι μόνο. Το σάλιωσε καλά και άρχισε να το γλύφει σα ζουμερό παγωτό. Το μέγεθος του γέμιζε το στόμα του Παυσανία και ο Αλκιβιάδης του χάιδευε τα μαλλιά και βογκούσε. 
Όχι του λέει ο Αλκιβιαδης πρώτα θα κάνουμε μπάνιο! Να κάνουμε λέει ο Παυσανίας μπες εσύ πρώτα. Ο Αλκιβιαδης έβγαλε τα ρούχα γρήγορα και μπήκε στο μπάνιο, άρχισε να πλένεται και πολύ σύντομα μπαίνει μέσα στο χώρο και ο Παυσανίας. Δεν αντέχω άλλο του λέει και μπήκε στο ντούζ μαζί του και αφού έδωσε ένα γλωσσόφιλο στον Αλκιβιάδη άρχισε να κατεβαίνει γλείφοντας με τη γλώσσα του κάθε σπιθαμή του κορμιού του, φτάνοντας στα βυζιά και πιπιλώντας της θηλές του. Συνέχιζε να κατεβαίνει γλείφοντας συνεχόμενα και φτάνοντας στο πούτσο του. Έριξε άφθονο νερό στον πούτσο του Αλκιβιάδη τον σαπούνισε, και όταν τον ξέβγαλε έσκυψε και άρχισε να τον γλείφει. Τον πιάνει με το χέρι του και τον παίζει. Τον κοιτάει, τον πλησιάζει ανοίγει το στόμα του και τον βάζει μέσα. Αργά αλλά πολύ καυλωτικά ανεβοκατεβαίνει σε όλο τον πούτσο βάζοντάς τον όλον μέσα στο στόμα του. Τον παρατηρεί ο Αλκιβιαδης με πόσο πάθος, πόση γλύκα και πόσο απόλαυση το κάνει που του παίρνει πίπα τον πούτσο που τον καυλώνει ακόμα περισσότερο! Ο Παυσανίας ταυτόχρονα αφήνει να του ξεφεύγουν ήχοι ηδονής και καύλας. Μια υγρή και απίστευτη πίπα, με το καυλί του Αλκιβιάδη να χάνεται στο στόμα του Παυσανία και να το περιποιείται υπέροχα. Ρουφήγματα, παίξιμο με τη γλώσσα, γλείψιμο τα αρχίδια. Γενικά μια πίπα που δεν υπάρχει και το κάνει με ευχαρίστηση. Ο Αλκιβιαδης είναι πολύ καυλωμένος και απολαμβάνει τσιμπούκι, ενώ πιάνει σηκώνει τον Παυσανία του πιάνει με το ένα χέρι τον πούτσο που είναι τέρμα καυλωμένος και με το άλλο του έβαλε  δάχτυλο, και εξερευνούσε την τρύπα του. Τον παίζει με το χέρι του ενώ ο Παυσανίας τον σταματάει και του λέει: «Μη μου τον παίζεις γιατί θα χύσω και δε θέλω ακόμη.»
Ο Αλκιβιαδης τον φιλάει στην αγαπημένη του περιοχή τον αυχένα του Παυσανία και αναχωρεί για το κρεβάτι. Γυμνός αναμένει τον Παυσανία για μια νύχτα γεμάτη πάθος και ανομολόγητες επιθυμίες.
Τελειώνει το μπάνιο του και ο Παυσανίας ανοίγει στη συσκευασία από τα δώρα ένα σετ εσωρούχων δαντέλα και μαύρα κεντήματα και μαύρη ζώνη της ζαρτιέρας με ανοιχτό καβάλο που είναι μια πολύ τολμηρή πρόταση. Το ελκυστικό σέξι κόψιμο διεγείρει τις αισθήσεις και ενθαρρύνει το άτακτο παιχνίδι στην κρεβατοκάμαρα. Τα φοράει και όταν τα προσαρμόζει στο κορμί του κάνει ένα χορευτικό νάζι με τους γλουτούς να λικνίζονται αλλά Τζένιφερ Λοπέζ με τον Αλκιβιάδη να τον παρακολουθεί μ' ένα βλέμμα καθαρού πόθου στο πρόσωπό του και του είπε ότι πολύ τον ξεσηκώνει αυτό που βλέπει. 
Ο Παυσανίας πηγαίνει λικνίζοντας το κορμί του στο κρεβάτι καβαλάει στον Αλκιβιαδης γεμίζοντας τον φιλιά. Ξαπλώσαν αγκαλιά, φιλιόνταν και κυλιόταν πάνω στο κρεβάτι. Τα πόδια τους ήταν μπλεγμένα και τα χέρια τους χάιδευαν τα κορμιά τους.
Ο Παυσανίας έφερε ανάσκελα τον Αλκιβιάδη με κλειστά πόδια και κάθισε πάνω στα μπούτια του. Κόλλησε τον πούτσο του στου Αλκιβιάδη, τους έπιασε και τους δυο  μαζί και άρχισε να τραβάει μαλακία και στους δυο καθώς ήταν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα,  κατέβηκε στο λαιμό, στους ώμους, τον δάγκωσε απαλά, οι μυς του συσπάστηκαν και ένοιωσε τι δύναμη του άντρα που είχε από κάτω του. Φιλούσε το στήθος του, έτριβε το πρόσωπο του πάνω στο στέρνο, ρουφούσε τις θηλές του, τον βύζαινε, τον δάγκωνε.  Ανασηκώθηκε, έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του, φιλούσε τις παλάμες του, έχωνε τα δάχτυλα του στο στόμα του, απολάμβανε κάθε  εκατοστό του κορμιού αυτού του απίστευτα καυλιάρη Αλκιβιάδη. Συνέχισε να γλύφει την κοιλιά του, το πλάι του κορμιού του, και μετά ξανακατέβηκε στον πούτσο του. Τον κατάπινε μέχρι μέσα, ενώ του τραβούσε απαλά τ' αρχίδια. 
Τον γυρίζει μπρούμυτα ο Αλκιβιαδης και τον αρχίζει σ' ένα τρελό γλύψιμο, ξεκινάει από τον αυχένα κατεβαίνει στην σπονδυλική στήλη και στη ζώνη της ζαρτιέρας πιάνει το αραχνοΰφαντο μικροσκοπικό κορδόνι στην κωλότρυπα το παραμερίζει με τα δάκτυλα και μείνει ελεύθερη η κωλοτρυπίδα που έτσι και αλλιώς ελάχιστα έκρυβε και ο πούτσος του Παυσανία έχει αρχίσει και ανορθώνεται ελεύθερος στο ανοικτό καβάλο. Αρχίζει να φιλάει και να γλύφει τους γλουτούς γύρω από την τρυπούλα του και συνεχίζει με την γλώσσα ανάμεσα από τα μπούτια του να τα φιλάει με τρυφερότητα και με το ένα του χέρι να του χαϊδεύει τον όρθιο πούτσο τα αρχίδια, του Παυσανία και με το άλλο να χαϊδεύει τον δικό του. Σκέτη καύλα τα μάτια του Αλκιβιάδη ήταν καρφωμένα στη ψωλή του Παυσανία και για μια στιγμή κάνοντας «σσςςς» έβγαλε έξω την γλώσσα του που έσταζε από τα σάλια και την έπαιξε για δύο τρία δευτερόλεπτα στη βάση του πουτσοκέφαλου του, ακριβώς από κάτω από την τρυπούλα της κατουράω! O Παυσανίας ανατρίχιασε και κάτι σαν ηλεκτροπληξία ένοιωσε κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης! Ο Αλκιβιαδης τον κοίταξε ξανά στα μάτια να δει τις αντιδράσεις του. Ο Παυσανίας δεν περίμενε άλλη κίνηση για να εκδηλωθεί και πάλι. Απλά μέχρι τότε νόμιζε πως ήταν ο μόνος που ήθελε ο Αλκιβιαδης να του γλύψει τον πούτσο. Αλλά τώρα καταλαβαίνει πως κατά κάποιο τρόπο το ήθελε και ο Αλκιβιαδης για να τον ευχαριστήσει. Χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, έσκυψε και του τον πήρε και αυτός αμέσως στο στόμα. Όχι έτσι ντροπαλά όπως ο Αλκιβιαδης. Με το που τον ένοιωσε ζεστό και σκληρό στο στόμα του, άρχισε να του κάνει τσιμπούκι κανονικά, σαν να ήταν το εμπειρότερο πουσταριό του κόσμου. Τον έγλυφε σαν επαγγελματίας και συγχρόνως κύματα καύλας ερχόντουσαν από τον πούτσο του που τον έγλυφε και ο Αλκιβιαδης κανονικά τώρα.
«Αχχχχ ρε μωρό μου, το ήθελα τόσο να σε τσιμπουκώσω και εγώ!» 
Έγλυφε και ρούφαγε ο ένας το πουτσοκέφαλο του άλλου μεχρι που ξερόχυναν. Στη συνέχεια ο Αλκιβιαδης κράτησε τα χέρια του Παυσανία ακίνητα στο πλάι, ανοιχτά και ανεβαίνει ξανά στο λαιμό του. Τον φιλούσε στο πλάι, του δάγκωνε το αυτί, τους ώμους και πάλι την ωμοπλάτη ενώ του φιλούσε και πιπίλιζε τις θηλές αρκετό χρόνο μιας και ήξερε ότι του αρέσει του Παυσανία πάρα πολύ να του περιποιείται τα βυζάκια του ο Αλκιβιαδης και ο Παυσανίας είχε χαθεί πια στην καύλα, βογκούσε, φώναζε, του έλεγε πόσο του αρέσει αυτό που του κάνει. Μετά από ώρα νιώθει τον Αλκιβιάδη από πάνω του, που τον ανασηκώνει και του βάζει ένα διπλό μαξιλάρι κάτω από την κοιλιά του ώστε να έχει την κωλότρυπα του ψηλά έτοιμη για να την πολιορκήσει με πολιορκητικό κριό, τον εξοπλισμένο με το πυροβόλο κανόνι του ο Αλκιβιάδης και να διαρρήξει τις πύλες και τα τείχη της κωλοτρυπίδας του Παυσανία! Ο κώλος του Παυσανία υψώθηκε και τα «στρογγυλά» του κωλομέρια έμοιαζαν με μικρά  βουνά που περίμεναν να τα εξερευνήσει και να εισβάλλει ορμητικά στη χαράδρα τους ο Αλκιβιαδης. Τα άνοιξε και έχωσε τι γλώσσα του μέσα. Η γλώσσα του έκαιγε, γλιστρούσε γύρο-γύρο και του σάλιωνε την τρύπα, χωνόταν μέσα και τον γαμούσε, ο Παυσανίας την ένοιωθε σαν μικρό καυλί να χώνεται σκληρή μέσα του. 
Στη συνέχεια πήρε τη συσκευασία με το λιπαντικό Gel για την ευαίσθητη περιοχή άρχισε να του γαργαλάει την τρύπα με το δάχτυλό του, βάζοντας μια ποσότητα  Gel. Ο Παυσανίας έβγαλε ένα βογκητό και κουνήθηκε έντονα από την ανατριχίλα. Μια σφαλιάρα όμως στα κωλομέρια τον επανέφερε, εξηγώντας του ποιος κάνει κουμάντο.
«Ηρέμησε πουτανίτσα μου και μην κουνιέσαι να σου ετοιμάσω την τρύπα να δεχθεί με χαρούλες τον λεβέντη μας.» Πριν συνέλθει, και δεύτερο δάχτυλο ήδη πίεζε τη σούφρα του και το γαργαλητό αντικαταστάθηκε από έναν ελαφρύ στιγμιαίο πόνο.
«Αχ τι μου κάνεις Αγορίνα μου;»
«Τι φαντάζεσαι ότι κάνω; μωρό μου Αυτό που επιθυμεί η ψυχούλα σου όταν μου φόρεσες τις ζαρτιέρες και τα σέξι εσώρουχα μωρό μου. Σου ανοίγω τη σούφρα καυλιάρη μου. Θα γαμήσω και πάλι απόψε το τρυφερό κωλαράκι μωρό μου. Θα το γαμάω και δε θα θες να τελειώσει η νύχτα μας.. Και στο τέλος θα γεμίσω τη σέξι φορεσιά σου με τα χύσια μου και θα την πας πασαλειμμένη και άπλυτη στη Δαφνούλα σου.»
«Να τη πάω αγορίνα μου: Και τις θα της πω; Ότι ο Αλκιβιάδης με γάμησε και αυτά είναι τα τρόπαια από τον πούτσο του;»
«Όχι ρε μωρό μου. Θα της πεις ότι τη σκεφτόσουν και δεν κρατιόσουν από τις καύλες, τα πήρες αγκαλιά σου στο κρεβάτι και τον έπαιζες για πάρτη της μυρίζοντας με την πούτσα σου τα καινούργια σέξι εσώρουχα της.»
«Ναι αντράκλα μου! Αυτό θα της πω.»
«Είδες πουτανάκι μου πως για όλα υπάρχει λύση; Είδες πως τα ρουφάει τα δάχτυλα η τρυπούλα σου που θέλει να γαμηθεί;» και άρχισε να παίζει τα δάχτυλα του στην τρύπα του Παυσανία. Τώρα είχαν μπει ως το τέρμα μέσα. Η τρύπα του άνοιγε όλο και περισσότερο και δε κρατιόταν άλλο, ήταν έτοιμη και ανυπόμονη να δεχθεί τον πούτσο του Αλκιβιάδη που τον αναζητούσε να την ανακουφίσει από τις καύλες της! Να νιώσει το παλούκι του μέσα στην κωλότρυπα του να την οργώνει ηδονικά και τα χέρια του να χαϊδεύουν τα βυζιά του. Κάποια στιγμή νιώθει το καυλί του Αλκιβιάδη να ψάχνει τη κωλοτρυπίδα του, ενώ απολαμβάνει τα χάδια και τα φιλιά του. Του το ακουμπά στην τρύπα του και ο Παυσανίας θέλει να του φωνάξει να του τον βάλει μέσα. Η κωλοτρυπίδα του έχει πάρει φωτιά και περιμένει σαν μάνικα της πυροσβεστικής την πούτσα του Αλκιβιάδη να την σβήσει. Ο Αλκιβιαδης δεν προχωρά ακόμη ενώ ο Παυσανίας καίγεται. «Τι έγινε; Δε με θέλει;» Αναρωτιέται ανυπόμονος! 
Δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό αλλά του Παυσανία του φαίνεται για ώρες. Είναι που δε του μιλάει κιόλας ο Αλκιβιάδης και η αγωνία του χτυπάει κόκκινο ότι ίσως να το μετάνιωσε. Με ανακούφιση τον νιώθει να του βάζει και άλλο Gel μια γενναιόδωρη ποσότητα περιμετρικά, να την ανοίγει με το πουτσοκέφαλο και να μπαίνει μέσα της σιγά – σιγά. Δεν βιάζεται και ο Παυσανίας καταλαβαίνει με ικανοποίηση πως τελικά ο Αλκιβιάδης μαζί του έχει αποκτήσει εμπειρία από πρωκτικό γαμήσι ικανός να τον οδηγήσει στον ανεμοστρόβιλο των αισθήσεων που θα του προσφέρει ο πούτσος του. 
 Νιώθει τη κωλοτρυπίδα του να ανοίγει και το πουτσοκέφαλο να βρίσκει το δρόμο του μέσα της αργά-αργά, ηδονικά. Ο Παυσανίας ανασηκώνει τους γλουτούς του και παίρνει θέση για να απολαύσει την αίσθηση του να μπαίνει μέσα του ο πούτσος του Αλκιβιάδη. Πλέον η κωλότρυπα του Παυσανία δεν δυστροπεί έχει συνηθίσει τον πούτσο του Αλκιβιάδη που τον βάζει μέσα του, βασανιστικά αργά και ανυπομονεί να τον απολαύσει ολόκληρο, και δεν άργησε το σκληρό καυλί του Αλκιβιάδη να μπει μέσα του σχεδόν ως τη ρίζα του. Επιτέλους είναι όλος μέσα μου, ανάσανε ο Παυσανίας. Μόλις ο Αλκιβιάδη ένιωσε ότι το καυλί μπήκε όλο μέσα ξαπλώνει πάνω στον Παυσανία και αρχίζει να τον φιλάει στο λαιμό και στα αυτιά να του χαϊδεύει τα βυζιά έντονα, αλλά ταυτόχρονα και τόσο τρυφερά και αυτό τον καυλώνει τον Παυσανία περισσότερο.
Ενώ τον εμβόλιζε σταθερά και βαθιά ο Παυσανίας ανταποκρινόταν κι όσο μπορούσε τούρλωνε το κωλαράκι του επάνω για να διευκολύνει το έμβολο του Αλκιβιάδη να τον διαπεράσει. Όλα άρχισαν να παίρνουν πιο γρήγορο ρυθμό και ο Παυσανίας είχε αφεθεί και απολάμβανε όλο αυτό που του συνέβαινε και νομίζει ότι αυτό ήταν που ήθελε να κάνει στο κρεβάτι με τον Αλκιβιάδη από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ο Αλκιβιάδης συνεχίζει να τον γαμάει αρκετή ώρα πότε δυνατά και πότε πιο σιγά. Όλα του αρέσουν του Παυσανία δε μιλάει καθόλου ούτε διαμαρτύρεται, το απολαμβάνει. Νιώθει τη κωλοτρυπίδα μου να ρουφάει το πούτσο και σφίγγει να τον κλείσει μέσα όλον. Ο Αλκιβιάδης τον γαμούσε πάρα πολύ ώρα και δεν ήθελαν να τελειώσει η επαφή τους.  
« Δεν θέλω αγορίνα μου να τελειώσεις με τίποτα. Θέλω να με γαμάς μέχρι να ξημερώσει.» του λέει.
«Τόσο λίγο μωρό μου;…» του λέει ο Αλκιβιάδης, «σε λίγο ξημερώνει.»
« Θέλω να με γαμάς συνέχεια,» του λέει φωνάζοντας δυνατά. «Το άκουσες αντράκλα μου θέλω να είσαι συνέχεια μέσα μου.»
 Κάποια στιγμή ο Αλκιβιαδης τραβήχτηκε εντελώς, και γύρισε ανάσκελα. Ο πούτσος του ήταν κάγκελο, ο Παυσανίας τον χούφτωσε και άρχισε να τον παίζει, να σκληρύνει ακόμα πιο πολύ. Τον έβλεπε και σκεφτόταν πως κατάφερνε να παίρνει αυτό το παλούκι μέσα του Τον κράτησε όρθιο και κάθισε πάνω του βάζοντας τον στην ευθεία της τρύπα του. Προσπαθεί με τη κωλοτρυπίδα του να κεντράρει τον πούτσο του Αλκιβιάδη  να τον χώσει μέσα της. Κατεβαίνει με την ορθάνοικτη κωλοτρυπίδα του πάνω στο καυλί του Αλκιβιάδη. Μόλις το ακουμπάει νιώθει να τον ανοίγει. Έχει καρφωθεί πάνω του και ρουφάει με τη τρύπα του το καυλί. Μόλις μπαίνει λίγο νιώθει τα χέρια του Αλκιβιάδη να τον κρατάνε από τα κωλομέρια. Τον οδηγεί να κατέβει αργά. Η αίσθηση όσο χώνετε ο πούτσος στο κώλο του γίνετε καύλα. Θέλει κι άλλο. Μπαίνει μέσα του αργά, όμορφα και γλυκά!. Δεν ξέρει πόσος έχει μπει αλλά του φαίνεται ατελείωτος. Συνεχίζει να μπαίνει και νιώθει ένα τεράστιο παλούκι να μπαίνει μέσα του και δε θέλει να τελειώσει. Νιώθει τα χέρια του Αλκιβιάδη να τον αφήνουν και ο κώλος του ακουμπάει πάνω του. Τελείωσε; ο Παυσανίας θέλει κι άλλο τόσο. Παρ’ όλα αυτά τον νιώθει τεράστιο, χοντρό όπως δεν τον έχει νιώσει με άλλον γαμιά ποτέ. Ο Αλκιβιάδης τον πιάνει από τη μέση και με τα μαγικά του χέρια του ζητάει να αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει πάνω του. Ο Παυσανίας αρχίζει να ανεβοκατεβαίνει και η απόλαυση είναι τεράστια. Κάθε φορά που κατεβαίνει του φαίνεται τεράστιος. Τι καύλα είναι αυτή. Όταν ανεβαίνει νιώθει κενό αλλά όχι άδειο, η αίσθηση του παλουκιού είναι εκεί μέχρι να τον ξαναβάλει όλον μεχρι τον πάτο. Όταν κατεβαίνει νιώθει να γεμίζει το κενό με πούτσο τη μία φορά, με παλούκι την άλλη δεν ξέρει την επόμενη. Χαλάρωσε και αφέθηκε εντελώς καθώς τον πήρε όλο μέσα και ένιωθε απέραντη καύλα. Ο Αλκιβιάδης του έτριβε τις θηλές και τις χάιδευε. Ο Παυσανίας κρατώντας τον μέσα του γύρισε έχοντας τον πούτσο του Αλκιβιάδη σαν άξονα και βρέθηκε με την πλάτη γυρισμένη στον Αλκιβιάδη. Έσκυψε λίγο μπροστά, στηρίχθηκε στα μπούτια του Αλκιβιάδη και συνέχισε να ανεβοκατεβαίνει στη θέση αυτή για να μπορεί να βλέπει ο Αλκιβιάδης όπως ήταν ξαπλωμένος τον πούτσο του να γαμάει τον κωλοτρυπίδα του Παυσανία. Ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε εντελώς και έστησε τον Παυσανία στα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι, όρθιος πίσω του, χαμήλωσε, ακούμπησε την τρύπα του και του τον «ξανάχωσε». Συνέχισε να τον γαμάει έτσι, δυναμώνοντας την ένταση. Τον κρατούσε από την μέση και τον κάρφωνε με το  κοντάρι του, τραβιόταν εντελώς και τον «ξανακάρφωνε» με δύναμη. Το σώμα του χτυπούσε με δύναμη πάνω στον κώλο του Παυσανία και ο πούτσος χανόταν μέσα του. Τον γαμούσε όμορφα τον ένιωθε να βγαίνει και να μπαίνει μέσα του και πέθαινε από  καύλα. Νόμιζε ότι δε μπορούσε να ξεκολλήσει από πίσω μου όταν τον ένιωσε να σταματάει να μπαινοβγαίνει και μόνο να σπρώχνει με μεγαλύτερη πίεση να μπει πιο βαθιά μέσα του. Είχαν καυλώσει τόσο και οι δυο τους που βογκούσαν από ηδονή και καύλα.. Βρίσκονταν σε απόλυτη έκσταση. Βρίσκονταν σε τρελή καύλα. Το απολάμβαναν μέχρι τέλους.  Είχαν παραδοθεί και ο Αλκιβιάδης είχε μεταμορφωθεί σε ένα τυπικό αρσενικό που βάζει κάτω το θήραμά του και το ξεσκίζει στο γαμήσι. 
«Δώστα αγορίνα μου! Έλα άντρακλα μου, γάμησε με πιο δυνατά καύλα μου, πιο δυνατά! Χύσε αγορίνα μου Χύσε! Θέλω να αισθανθώ τα χύσια να με γεμίζουν. Θέλω να αισθανθώ τα χύσια σου να ξεχειλίζουν…», του λέει.
Αλλάξανε θέση, ο Παυσανίας γύρισε ανάσκελα με το μαξιλάρι κάτω από τον κώλο, και ο Αλκιβιάδης μπροστά του, έβαλε τα πόδια του στους ωμούς του, κρατούσε τα μπούτια του κολλημένα στο στήθος του και τον κάρφωνε συνεχεία.
«Χύνω Αγορίνα μου» βόγκηξε ο Παυσανίας και αμέσως εκτόξευσε τα χύσια του επάνω στη ζώνη στις ζαρτιέρες
«Χύνω Μωρό μου» βόγκηξε και ο Αλκιβιαδης. 
«Πάνω μου αγορίνα μου, πλημμύρισε με, με τα χύσια σου γαμιά μου. Λέρωσε μου τις ζαρτιέρες.» Τραβήχτηκε ο Αλκιβιαδης τρομπάρισε τον πούτσο του και άδειασε τα χύσια του πάνω στον Παυσανία, ήταν πηχτά και καυτά. Το χύσι του τιναζόταν με δύναμη, τα πρώτα τον βρήκαν στα βυζιά, όλη του η κοιλιά ήταν καλυμμένη με  πηχτό άσπρο σπέρμα. Ο Αλκιβιαδης έπεσε βαρύς ανάσκελα πλάι του. 
Ο Παυσανίας είχε πλέον αποδεχτεί το ρόλο μου. Στα φανερά θα εξακολουθούσε να είναι ο όμορφος άντρας που δεν πήγαινε το μυαλό σου ούτε μία στο εκατομμύριο ότι μπορεί να κάνει όλα αυτά που έκανε με τον Αλκιβιάδη, αλλά στα κρυφά θα απολάμβανε σαν πουτάνα τα χάδια, τα φιλιά, τα πούτσο-τριψίματα τους και τα γαμήσια από τον άντρακλα του. Καθώς είχαν και οι δύο κουραστεί και θέλανε πια να κοιμηθούνε, και ο Αλκιβιάδης του είπε:
«Μωρό μου έλα να κοιμηθούμε αγκαλιά.»
« Κι εγώ αυτό θέλω.» του λέει ο Παυσανίας. Έγειρε στο πλάι και ο Αλκιβιάδης κόλλησε στην πλάτη του και τον αγκάλιασε τρυφερά, και του χάιδευε τα βυζιά και τον πεσμένο πούτσο. Καθώς έκλειναν τα βλέφαρά τους, τον χάιδευε τον χούφτωνε απαλά και τον φίλησε γλυκά στον αυχένα. Αποκοιμήθηκε έχοντας στην κωλοχαράδρα του τη μισοσηκωμένη πούτσα του Αλκιβιάδη. Δε τον πείραζε. Δε τον πείραζε καθόλου. Του άρεσε πολύ γιατί ήξερε με τι τρόπο θα τον ξυπνούσε ο άντρας του και τα όνειρά του θα είχαν χρώμα.
Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email

From November 2024

Flag Counter

Labels

biographies (15) fiction (3) Historical (98) Legend (10) My Memories (1) Poetry (4) Science (22) Sosial (13) Space (4) youtube (1)

Blog Archive

Blog Total View

OnLine Opinions..

Click to Open Click to Open Click to Open antinews

Αναγνώστες

BTemplates.com

Theme Download

Το DNA μας, είναι ένας ταξιδιώτης από μια παμπάλαια χώρα που ζει μέσα σε όλους μας. Όλοι είμαστε συνδεδεμένοι, μέσω των μητέρων μας, με μια χούφτα γυναίκες που έζησαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Copyright © Seafarer97 | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes - Published By Gooyaabi Templates | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com