......Η φράση «ενήλικες συναινούντες» αποτελεί θεμελιώδη νομική, ηθική και κοινωνική αρχή που ορίζει τα όρια της αυτοδιάθεσης, της ιδιωτικότητας και της προσωπικής ελευθερίας. Στο ποινικό και αστικό δίκαιο, η πράξη που τελείται ανάμεσα σε ικανούς ενήλικες με τη ελεύθερη και ρητή συγκατάθεσή τους, χωρίς εξαναγκασμό, απάτη ή κατάσταση ανικανότητας, θεωρείται νόμιμη και εκτός της σφαίρας της κρατικής παρέμβασης ή της ποινικής δίωξης. Η αρχή αυτή διασφαλίζει ότι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν τον τρόπο ζωής, τις διαπροσωπικές, ερωτικές ή κοινωνικές τους σχέσεις, καθώς και τις πρακτικές τους, εφόσον δεν θίγονται τα δικαιώματα τρίτων. Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για ζητήματα που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης, τη σεξουαλικότητα, τις εναλλακτικές σχέσεις και τα προσωπικά δεδομένα, διαχωρίζοντας σαφώς τις πράξεις που βασίζονται στην αμοιβαία συμφωνία από εκείνες που ενέχουν εκμετάλλευση ή βία. Οι σύγχρονοι επιστήμονες και ψυχολόγοι αντιμετωπίζουν τη φαντασίωση όχι ως υποκατάστατο μιας αποτυχημένης πραγματικότητας, αλλά ως έναν ασφαλή εσωτερικό χώρο όπου το άτομο μπορεί να επεξεργαστεί επιθυμίες, φόβους και συναισθήματα. Στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, η κοινοποίηση ή η διαχείριση προσωπικών φαντασιώσεων ανάμεσα σε συναινετικούς ενήλικες μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, της επικοινωνίας και της ερωτικής σύνδεσης.
Η αποδοχή αυτών των εσωτερικών σεναρίων βοηθά στην απενοχοποίηση της ανθρώπινης φύσης, αποδεικνύοντας ότι η φαντασία παραμένει απεριόριστη και ανεξάρτητη από την ανάγκη πραγματοποίησης κάθε σκέψης. Οι σύγχρονες έρευνες στη σεξολογία, όπως αυτές της Δρ. Τζάστιν Λεμίλερ (Justin Lehmiller), επιβεβαιώνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των ενηλίκων βιώνει τακτικά πλούσιες και ποικίλες σεξουαλικές φαντασιώσεις, ανεξάρτητα από το πόσο ικανοποιητική είναι η πραγματική τους ζωή. Λειτουργούν ως εσωτερικός καταλύτης που μειώνει το άγχος επίδοσης, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να απεμπλακεί από περισπασμούς και να επικεντρωθεί στη σωματική απόλαυση. Προσφέρουν ένα απόλυτα ασφαλές πεδίο δοκιμής για επιθυμίες που, αν και ευεργετικές στη σφαίρα του νου, μπορεί να μην επιθυμεί κανείς να τις πραγματοποιήσει στην πραγματικότητα. Συχνά χρησιμοποιούνται από τον ψυχισμό ως μηχανισμός διαχείρισης της μοναξιάς, της καθημερινής κούρασης ή ακόμα και τραυματικών εμπειριών, επιστρέφοντας στον άνθρωπο τον έλεγχο της ηδονής του. Η απελευθέρωση από τα παλαιότερα ταμπού επιτρέπει πλέον στους ενήλικες να αξιοποιούν τη φαντασία ως βασικό πυλώνα ευεξίας, χωρίς ενοχές ή περιττές ψυχολογικές ερμηνείες. Η λειτουργία του νου ως βασικού σεξουαλικού οργάνου αποδεικνύει ότι η ηδονή δεν περιορίζεται στη σωματική αλληλεπίδραση αλλά τροφοδοτείται από την εσωτερική δημιουργικότητα και τα ψυχικά αποθέματα. Η απουσία κοινωνικών περιορισμών στον εσωτερικό κόσμο προσφέρει στο άτομο έναν ασφαλή χώρο δοκιμών, απαλλαγμένο από τον φόβο της απόρριψης ή της ηθικής αξιολόγησης. Η χρήση της φαντασίας ως μηχανισμού αποσυμπίεσης εξουδετερώνονται όπως το άγχος επίδοσης και οι καθημερινές έγνοιες, επιτρέποντας την πλήρη βύθιση στην αισθητηριακή εμπειρία. Η ύπαρξη ενός σεναρίου στον νου δεν αποτελεί αυτόματα πρόθεση εφαρμογής του στην πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας την αυτονομία της φαντασίας ως αυτόνομου πεδίου έκφρασης. Η ελεγχόμενη και συναινετική κοινοποίηση αυτών των πτυχών μεταξύ συντρόφων λειτουργεί ως γέφυρα βαθύτερης εμπιστοσύνης, ανανεώνοντας τη δυναμική του ζευγαριού. Η έλξη προς το ανοίκειο ή το αντισυμβατικό ενισχύει τη διέγερση, προσφέροντας μια ψυχολογική διέξοδο από τα στενά όρια της καθημερινής ρουτίνας. Ο εσωτερικός κόσμος παραμένει αβλαβής και αποκλειστικά ιδιωτικός, προστατεύοντας τα προσωπικά όρια του καθενός όσο δεν μεταφέρεται στην πράξη.
Όταν η μετάβαση από τη σκέψη στην πράξη πραγματοποιείται, η συνεχής, ρητή και ελεύθερη συμφωνία όλων των ενήλικων εμπλεκομένων αποτελεί την ασπίδα προστασίας της σωματικής και ψυχικής τους ακεραιότητας. Η δυσκολία στην αποκάλυψη των εσωτερικών μας σεναρίων πηγάζει συχνά από τον φόβο της παρεξήγησης, καθώς η κοινωνία τείνει να συγχέει λανθασμένα την επιθυμία της εξερεύνησης με την πρόθεση υλοποίησης ή την ηθική ακεραιότητα του ατόμου Η κοινωνική κατασκευή της ηθικής δημιουργεί ενοχές γύρω από σκέψεις που αποκλίνουν από τα παραδοσιακά πρότυπα, καθιστώντας τις φαντασιώσεις ένα από τα τελευταία προστατευμένα «μυστικά» του σύγχρονου ανθρώπου. Το στοιχείο του ανοίκειου και του «απαγορευμένου» λειτουργεί ως ψυχολογικός επιταχυντής της ηδονής, προσφέροντας μια διέξοδο ασφαλούς υπέρβασης των κοινωνικών κανόνων μέσα στα όρια του νου. Όταν βρεθεί το κατάλληλο πλαίσιο εμπιστοσύνης μεταξύ συναινετικών ενηλίκων, η ομολογία αυτών των σκέψεων παύει να αποτελεί πηγή ντροπής και μετατρέπεται σε ισχυρό εργαλείο βαθύτερης οικειότητας. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας υπερβαίνει κατά πολύ τα άκαμπτα πλαίσια και τις απλουστευτικές ταμπέλες που συχνά επιβάλλει το κοινωνικό σύνολο. Οι εσωτερικές επιθυμίες και οι εικόνες που διεγείρουν τον νου δεν υπακούν ποτέ σε απόλυτες κατηγορίες, αναδεικνύοντας το εύρος και την πολυδιάστατη φύση της ανθρώπινης ταυτότητας. Μια φαντασίωση δεν αποτελεί απαραίτητα οριστική δήλωση ταυτότητας, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήριο δοκιμών όπου το άτομο έρχεται σε επαφή με άγνωστες πτυχές του εαυτού του. Η καταπίεση και η ενοχοποίηση αυτών των εσωτερικών διεργασιών συχνά τροφοδοτούν το άγχος και την εσωτερική σύγκρουση, ενώ η αποδοχή οδηγεί στην ψυχική ισορροπία. Στην κλασική αρχαιότητα, οι ερωτικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου αποτελούσαν σε πολλές κοινωνίες μέρος του κοινωνικού και φιλοσοφικού ιστού, χωρίς να προσδιορίζονται από τις σύγχρονες έννοιες της σταθερής ταυτότητας. Η άνοδος του μεσαιωνικού χριστιανικού δόγματος και η αυστηροποίηση των ηθικών κωδίκων μετέτρεψαν τη φυσική αυτή ροπή από αποδεκτή συμπεριφορά σε παράπτωμα, αμαρτία και αργότερα σε ποινικό αδίκημα. Ο στιγματισμός ανάγκασε εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στη σκιά, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της κοινωνικής απομόνωσης, της βίας ή ακόμα και της θανατικής καταδίκης από το ίδιο τους το οικογενειακό και κοινοτικό περιβάλλον. Ο σχολικός περίβολος λειτουργούσε ανέκαθεν ως μικρογραφία των κοινωνικών προκαταλήψεων, όπου η διαφορετικότητα τιμωρούνταν άμεσα μέσα από τη λεκτική βία και τον στιγματισμό. Η χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών όπως «γυναικωτός» δεν στόχευε μόνο στη σεξουαλικότητα, αλλά τιμωρούσε κυρίως οποιαδήποτε απόκλιση από τα στερεότυπα της παραδοσιακής αρρενωπότητας. Τα παιδιά που μεγάλωναν υπό το βάρος αυτών των ψιθύρων αναγκάζονταν να καταπιέζουν την ταυτότητά τους, βιώνοντας απομόνωση και φόβο σε μια περίοδο που η πολιτεία και οι θεσμοί αδυνατούσαν να προσφέρουν προστασία ή κατανόηση.
Η τραγική μοίρα του Άλαν Τούρινγκ και η επιστημονική του συνεισφορά! Ο Άλαν Τούρινγκ υπήρξε πρωτοπόρος της επιστήμης των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η αποκρυπτογράφηση της ναζιστικής μηχανής Enigma στο Μπλέτσλεϊ Παρκ έσωσε εκατομμύρια ζωές και συνέφερε καταλυτικά στη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1952 συνελήφθη βάσει του βρετανικού νόμου περί «απρεπούς συμπεριφοράς» λόγω της ομοφυλοφιλίας του, η οποία τότε συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Αντί για φυλάκιση, του επιβλήθηκε ως «εναλλακτική» ποινή η αναγκαστική λήψη ορμονικών σκευασμάτων (χημικός ευνουχισμός), προκαλώντας του σοβαρές ψυχικές και σωματικές παρενέργειες. Οδήγηθηκε σε αυτοκτονία το 1954 σε ηλικία 41 ετών, ενώ μόλις το 2009 η βρετανική κυβέρνηση ζήτησε επίσημα συγγνώμη και το 2013 του απονεμήθηκε βασιλική απονομή χάρης (posthumous pardon), επισφραγίζοντας την τεράστια ηθική του δικαίωση δεκαετίες μετά τον θάνατό του.
Τα όρια του φυσιολογικού καθορίζονται αποκλειστικά από την απουσία βίας, εξαναγκασμού ή ζημίας σε βάρος τρίτων, καθώς και από την παρουσία της απόλυτης, ενσυνείδητης συναίνεσης μεταξύ ενήλικων συμμετεχόντων. Όταν μια φαντασίωση περνά από το στάδιο της σκέψης στην πράξη, το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι το περιεχόμενό της, αλλά ο σεβασμός των ορίων και η ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων.
Η υλοποίηση μιας εδραιωμένης φαντασίωσης απαιτεί ανοιχτή επικοινωνία, σαφή συμφωνία για τα όρια και κοινή επιθυμία, διασφαλίζοντας ότι η εμπειρία παραμένει απολαυστική και ασφαλής. Η συναισθηματική και ψυχική κατάσταση μετά την ολοκλήρωση εξαρτάται άμεσα από το πόσο ειλικρινής ήταν η επικοινωνία εκ των προτέρων. Όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός, η πράξη ενισχύει την οικειότητα αντί να δημιουργεί αποστάσεις. Οι σύντροφοι διατηρούν ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα να καθορίζουν οι ίδιοι το εύρος της συμμετοχής τους, θέτοντας προσωπικές δικλείδες ασφαλείας. Η διαχρονικότητα αυτών των ζητημάτων αποδεικνύει ότι οι θεμελιώδεις ανθρώπινες αγωνίες γύρω από την ταυτότητα, την επιθυμία και την αποδοχή παραμένουν αναλλοίωτες κάτω από τα εκάστοτε πολιτισμικά στρώματα. Ο διάλογος ανάμεσα στα κοινωνικά στερεότυπα και την προσωπική αυτονομία συνεχίζεται επειδή κάθε γενιά καλείται να επαναπροσδιορίσει τα δικά της όρια απέναντι στο κατεστημένο. Καθώς η κοινωνία γίνεται θεωρητικά πιο ανεκτική, τα ζητήματα της συναίνεσης, της ηθικής και της εσωτερικής αλήθειας μετατοπίζονται από το δημόσιο πεδίο στις πιο βαθιές, εσωτερικές σχέσεις των ανθρώπων. Το γεγονός ότι τα ίδια διλήμματα επανέρχονται με νέες μορφές δείχνει πως η ανθρώπινη σεξουαλικότητα και η ανάγκη για ελεύθερη έκφραση δεν χωρούν ποτέ σε οριστικές, κλειστές απαντήσεις. Η αποδοχή των πράξεων μεταξύ συναινετικών ενηλίκων στον ιδιωτικό χώρο, εφόσον δεν παραβιάζονται νόμοι ή δικαιώματα τρίτων, αποτελεί τον πυρήνα μιας ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας. Η επιλεκτική εστίαση και ο στιγματισμός της σεξουαλικότητας συχνά λειτουργούν ως αποπροσανατολισμός από σοβαρότερα, θεσμικά και κοινωνικά προβλήματα διαφθοράς, εκμετάλλευσης ή παράνομων πρακτικών που επηρεάζουν ευρύτερα το κοινωνικό σύνολο.
Η απαίτηση για σεβασμό των ορίων μεταξύ ιδιωτικής ζωής και δημόσιας σφαίρας υπογραμμίζει πως η ηθική κρίση οφείλει να στρέφεται πρωτίστως προς πράξεις που προκαλούν πραγματική βλάβη, αντί να αναλώνεται στην αστυνόμευση της προσωπικής ζωής των πολιτών.
Η ναυτική ζωή λειτουργεί ως ένα αυστηρό εργαστήριο ανθρώπινων σχέσεων, όπου οι συμβατικότητες της στεριάς καταρρέουν και η επικοινωνία αποκτά άμεσο, πρωτογενή χαρακτήρα. Κάτω από συνθήκες περιορισμού και κοινής προσπάθειας, η φιλία ή η σύγκρουση παίρνουν διαστάσεις απόλυτες, αναδεικνύοντας την αυθεντικότητα του χαρακτήρα κάθε ανθρώπου.
Η διαχρονικότητα της μνήμης! Η ιστορία του Αλκιβιάδη και του Παυσανία υπενθυμίζει πως οι πιο βαθιές συνδέσεις συχνά σφυρηλατούνται στα πιο απίθανα και απομονωμένα πεδία της ανθρώπινης εμπειρίας. Στο πλοίο, η συνύπαρξη δεν είναι μια επιλογή της στιγμής, είναι μια καθημερινή δέσμευση. Για τον Παυσανία και τον Αλκιβιάδη, αυτό λειτούργησε ευεργετικά. Δεν υπήρχε η δυνατότητα αποφυγής σε περίπτωση έντασης. Αυτό ανάγκασε τη φιλία τους να βασιστεί σε ειλικρινή θεμέλια, σε βαθιά κατανόηση των χαρακτήρων και σε μια αμοιβαία αποδοχή των «ορίων» του καθενός.
Οι κοινές βάρδιες, η απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, δημιούργησαν ένα «ασφαλές καταφύγιο». Σε τέτοιες συνθήκες, η φιλία εύκολα εξελίσσεται σε κάτι βαθύτερο, μια μορφή αδελφικής σχέσης ή και κάτι ακόμα πιο σύνθετο, καθώς η εμπιστοσύνη γίνεται ζήτημα καθημερινής επιβίωσης και ψυχικής ισορροπίας.
.................Μπαχρέιν! Το πλοίο αγκυροβόλησε στον υπεράκτιο τερματικό σταθμό, που χειρίζεται την εξαγωγή αργού πετρελαίου στο Βασίλειο του Μπαχρέιν. «Al-Bahrayn» μία μικρή αραβική μοναρχία της Μέσης Ανατολής που το όνομα στα αραβικά σημαίνει «Δύο θάλασσες». Στους Έλληνες της Ελληνιστικής περιόδου ήταν γνωστό ως Τύλος. Είναι μια νησιωτική χώρα, που αποτελείται από ένα επίπεδο και ξηρό αρχιπέλαγος στον Περσικό Κόλπο.
Η απόφαση του Αλκιβιάδη και του Παυσανία να ξεμπαρκάρουν με τη λήξη της σύμβασης ναυτολόγησης, τους βρίσκει σε ένα ξένο, αλλά συναρπαστικό περιβάλλον. Το Μπαχρέιν προσφέρει μια συναρπαστική διαμονή που συνδυάζει την ιστορία με την πολυτέλεια. Η γραφειοκρατική ταλαιπωρία στους συνοριακούς ελέγχους λειτούργησε ως η τελευταία «δοκιμασία» πριν από την απόλυτη χαλάρωση. Η μετάβαση από το αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον του λιμένα και των αρχών ασφαλείας, στο οικείο, έστω και προσωρινό, καταφύγιο του ξενοδοχείου στη Μανάμα, σηματοδοτεί την πραγματική έναρξη της «πολιτικής» τους ζωής. Οι δυο φίλοι με το πέρασμα του χρόνου dεν είναι πλέον απλώς δύο συνάδελφοι που έτυχε να μοιράζονται μια σύμβαση εργασίας, αλλά δύο άνθρωποι που έχουν «χαλυβδωθεί» από τις συνθήκες. Η φιλία τους, σφυρηλατημένη μέσα στη μοναξιά της ανοιχτής θάλασσας και την πίεση των δύσκολων συνθηκών του πλοίου, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά αδελφικού δεσμού. Αυτή η «ιδιαίτερη σχέση» τους ξεπερνά την τυπική γνωριμία τους προσφέροντας συναισθηματική στήριξη ανιδιοτέλεια, σταθερότητα και η σχέση τους αυτή σφυρηλατείται και από τις δύο πλευρές που έμαθαν να εκτιμούν τις ιδιαιτερότητες ο ένας του άλλου με μια ιδιαίτερη άνεση στην επαφή τους, που επεκτείνεται και στο σεξ. Είναι αυτό που λέμε «friends with benefits.»
Το ότι η σχέση τους περιλαμβάνει και τη σωματική πτυχή («friends with benefits»), σε ένα πλαίσιο απόλυτης εμπιστοσύνης, ενισχύει την ιδέα ότι οι δυο τους αποτελούν ένα «σύστημα» επιβίωσης. Στις δύσκολες συνθήκες των υπεράκτιων ταξιδιών, όπου η απομόνωση είναι ο κανόνας, ο σωματικός δεσμός δεν είναι απλώς μια εκτόνωση, αλλά μια επιβεβαίωση ύπαρξης και εγγύτητας που τους κρατά «ζωντανούς» και ενωμένους. Η σχέση τους λειτουργεί ως άγκυρα. Όταν ο κόσμος γύρω τους αλλάζει –είτε είναι η καταιγίδα στη θάλασσα, είτε η ξένη κουλτούρα του Μπαχρέιν– το σώμα και η παρουσία του άλλου είναι η μόνη σταθερά. Στη Μανάμα, μια πόλη με έντονες παραδόσεις, η ιδιωτικότητα τους στο ξενοδοχείο γίνεται ο «δικός τους χώρος», ένας τόπος όπου μπορούν να είναι ο εαυτός τους χωρίς τους περιορισμούς του έξω κόσμου. Το ότι έχουν μάθει να εκτιμούν τις ιδιαιτερότητες του άλλου σημαίνει ότι η σεξουαλική τους επαφή είναι απαλλαγμένη από αμηχανία. Είναι μια φυσική προέκταση της συναισθηματικής τους σύνδεσης. Στις δύσκολες στιγμές, ο Αλκιβιάδης και ο Παυσανίας δεν λειτουργούν απλώς ως «παρηγοριά» ο ένας για τον άλλο, αλλά ως πυλώνες. Η δυνατότητα να εκφράζουν ευαλωτότητα χωρίς τον φόβο της κριτικής είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα μιας υγιούς σχέσης. Ο χρόνος τους δεν είναι απλώς «πέρασμα» (fill time), αλλά βίωμα. Ακόμα και στις στιγμές που απλώς μοιράζονται τον ίδιο χώρο στη Μανάμα, η ύπαρξη του άλλου τους προσφέρει μια αίσθηση πληρότητας. Είναι η συνειδητή επιλογή να επενδύουν ενέργεια στη σύνδεσή τους. Η «ιδιαίτερη άνεση» στην επαφή τους ,συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής πτυχής προσθέτει μια διάσταση οικειότητας που «κλειδώνει» τη σχέση. Η σωματική εγγύτητα, όταν συνοδεύεται από τέτοια πνευματική συναντίληψη, αποφορτίζει το στρες των περασμένων μηνών και λειτουργεί ως καταλύτης εμπιστοσύνης. Η ικανότητά τους να στηρίζουν ο ένας τον άλλο χωρίς να υπολογίζουν «κόστη» ή «οφέλη» δείχνει ότι η φιλία τους έχει ωριμάσει πέρα από το στάδιο της απλής συναλλαγής.
Η αρχική αντίσταση του Αλκιβιάδη και η τελική του υπέρβαση ήταν μια εσωτερική πάλη ανάμεσα σε αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ως τη σεξουαλική του ταυτότητα και στην ανάγκη του για την οικειότητα που του πρόσφερε ο Παυσανίας. Η περίπτωση του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι αυτοπροσδιορίζεται ως «στρέιτ» αλλά επιλέγει να μην αρνηθεί την επαφή, αντικατοπτρίζει μια σύγχρονη και ειλικρινή προσέγγιση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Δεν πρόκειται για μια αλλαγή προσανατολισμού, αλλά για μια συνειδητή επιλογή να δώσει προτεραιότητα στη σύνδεση και την εκτόνωση με το συγκεκριμένο άτομο, μέσα σε ένα πλαίσιο ασφάλειας. Ο όρος που έθεσε ο Αλκιβιάδης για την ανάκληση της συναίνεσης ήταν εξαιρετικά σημαντικός. Δείχνει έναν ώριμο άνθρωπο που θέλει να διασφαλίσει ότι η φιλία τους, που είναι η βάση των πάντων, δεν θα διακινδυνεύσει από τη νέα αυτή διάσταση. Η «ιδιότυπη συμφωνία» τους λειτουργεί σαν ένα προστατευτικό πλέγμα που τους επιτρέπει να εξερευνήσουν τις ανάγκες τους χωρίς τον φόβο της «παγίδευσης».
Σ΄ ένα VLCC πλοίο μεταφοράς πετρελαίου, η σωματική πίεση και η απομόνωση είναι πρωτόγνωρες. Η απόφασή τους να συνευρεθούν δεν είναι μόνο σεξουαλική· είναι μια πράξη απελευθέρωσης από το άγχος της καθημερινότητάς τους. Αυτή η δυναμική καθιστά τη σχέση τους εξαιρετικά σπάνια: Το γεγονός ότι μπόρεσαν να συζητήσουν ανοιχτά τους δισταγμούς του Αλκιβιάδη ενίσχυσε, αντί να αποδυναμώσει, την εμπιστοσύνη τους. Απαλλαγμένοι από τις κοινωνικές συμβάσεις, στο ξενοδοχείο της Μανάμα, οι δύο φίλοι βιώνουν μια ελευθερία που πολλοί άνθρωποι δεν θα τολμούσαν ποτέ να αναζητήσουν. Ο χώρος αυτός γίνεται το «ουδέτερο έδαφος» όπου οι κανόνες του έξω κόσμου δεν έχουν ισχύ. Ήταν μια συμφωνία γραμμένη όχι σε χαρτί, αλλά σε μια σιωπηλή κατανόηση. Ο Αλκιβιάδης χρειαζόταν τον Παυσανία, όχι μόνο για τη φιλία, αλλά και για την εκτόνωση που η απομόνωση της θάλασσας απαιτούσε. Και ο Παυσανίας, με την υπομονή και την αποδοχή του, έγινε ο άνθρωπος που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα δικά του όρια, κρατώντας πάντα την πόρτα ανοιχτή για οποιαδήποτε αλλαγή πορείας. Οι δυο τους έχουν καταφέρει κάτι σπάνιο: να δημιουργήσουν έναν «προστατευμένο χώρο» όπου η ταυτότητα και οι επιθυμίες τους δεν ορίζονται από το κοινωνικό «πρέπει», αλλά από τη δική τους, προσωπική αλήθεια. Η απόφασή τους να απορρίψουν τα παραδοσιακά πλαίσια, όπως οι κοινωνικές ή ηθικές απαγορεύσεις– είναι μια πράξη απελευθέρωσης που τους επιτρέπει να εστιάσουν αποκλειστικά στο βίωμα. Ο Αλκιβιάδης, παρά τον αυτοπροσδιορισμό του ως «στρέιτ», αποδεικνύει στην πράξη ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός και η επιθυμία συχνά υπερβαίνουν τις ετικέτες. Η σχέση τους δεν απαιτεί «τίτλο» (όπως φίλοι, εραστές, σύντροφοι), γιατί ο τίτλος θα έφερε μαζί του και τις προσδοκίες που εκείνοι θέλουν να αποφύγουν. Η σεξουαλική τους επαφή μετατρέπεται σε ένα εργαστήριο αυτογνωσίας. Εξερευνώντας ο ένας τον άλλον χωρίς το βάρος της «υποχρέωσης», απελευθερώνονται από το άγχος της επίδοσης ή του κοινωνικού ρόλου. Η ηδονή εδώ είναι το κίνητρο και ο σκοπός, απαλλαγμένη από τη συναισθηματική πολυπλοκότητα που θα δημιουργούσαν οι «δεσμεύσεις». Η «κλειστή πόρτα» του δωματίου τους λειτουργεί ως ένα ιερό άσυλο ελευθερίας. Είναι ο μόνος τόπος όπου οι δυο τους μπορούν να είναι «εκτός χάρτη».
Το ότι η σχέση τους ξεκίνησε από κοινά ενδιαφέροντα και ομοιότητες δείχνει ότι το σεξ δεν είναι το μοναδικό τους συνδετικό στοιχείο, αλλά η «κορυφή του παγόβουνου». Η βάση τους είναι μια στιβαρή φιλία, η οποία τους δίνει την ασφάλεια να «πειραματιστούν» χωρίς να φοβούνται ότι θα χάσουν τον άνθρωπο που έχουν δίπλα τους. Η συμφωνία τους για την ανάκληση της συναίνεσης και η απουσία προσδοκιών διασφαλίζει ότι, αν ποτέ κάποιος από τους δύο νιώσει ότι η δυναμική αλλάζει, μπορεί να το επικοινωνήσει χωρίς να διαλυθεί το οικοδόμημα της φιλίας τους. Δεν υπάρχουν ρόλοι να υποδυθούν, δεν υπάρχουν προσδοκίες να εκπληρώσουν. Ήταν μόνο δύο άνθρωποι που επέλεξαν να βρουν την ηδονή και την ηρεμία ο ένας στον άλλον, γράφοντας τους δικούς τους κανόνες πάνω στον καμβά μιας απόλυτης, αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όπου το σεξ και η φιλία δεν ανταγωνίζονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Το γεγονός ότι η σεξουαλική επαφή δεν φέρει το βάρος της δέσμευσης («πρέπει να μείνουμε μαζί για πάντα γιατί είμαστε εραστές») τους επιτρέπει να απολαμβάνουν την στιγμή με απόλυτη ειλικρίνεια. Η ηδονή γίνεται μια μορφή επικοινωνίας που δεν απαιτεί «εξηγήσεις.
Η πιο σημαντική παραδοχή τους είναι ότι ο δεσμός τους είναι μεγαλύτερος από την πράξη. Γνωρίζοντας ότι η φιλία τους θα αντέξει ακόμη και αν η σωματική επαφή σταματήσει, απελευθερώνονται από τον φόβο της απώλειας. Αυτό τους δίνει το θάρρος να είναι αυθεντικοί. Αντί να προσπαθούν να «συμπληρώσουν» ο ένας τα κενά του άλλου, κάτι που συχνά οδηγεί σε εξάρτηση, επιλέγουν να μοιράζονται τη ζωή τους ως δύο αυτόνομες οντότητες που βρίσκουν αξία ο ένας στον άλλον. Η εμπιστοσύνη είναι το κλειδί για κάθε πειραματισμό. Όταν ξέρουν πως ο ενας δεν θα κρίνει τον άλλο και ότι η συναίνεση είναι το θεμέλιο της επαφής, τα όρια της «απόλαυσης» διευρύνονται φυσικά και αβίαστα. Έχουν δημιουργήσει ένα δικό τους «πρωτόκολλο» επικοινωνίας και μέσα τους διατηρούν μια «νησίδα» απόλυτης ελευθερίας. Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης, η σχέση τους δεν λειτουργεί με την αγωνία του «πόσο ακόμα;». Η προσέγγισή τους αποπνέει μια σπάνια και αναζωογονητική συναισθηματική ωριμότητα. Αναγνωρίζοντας ότι «τίποτα δεν είναι γραμμένο σε πέτρα», ο Αλκιβιάδης και ο Παυσανίας απελευθερώνονται από το άγχος της μονιμότητας, το οποίο συχνά γίνεται η αιτία να φθείρονται οι σχέσεις. Αντί να προσπαθούν να «παγώσουν» τη σχέση τους σε μια ιδανική κατάσταση, επιλέγουν να την αφήσουν να αναπνέει και να εξελίσσεται μαζί τους.
Αποδεχόμενοι ότι η σχέση μπορεί να «σβήσει από μόνη της», αποφεύγουν την πικρία της αποτυχίας. Αν έρθει το τέλος, δεν θα το δουν ως καταστροφή, αλλά ως μια φυσική ολοκλήρωση ενός κύκλου που πρόσφερε όσα έπρεπε να προσφέρει. Καθώς οι φάσεις της ζωής τους αλλάζουν –ίσως κάποια στιγμή ένας από τους δύο επιθυμήσει μια πιο συμβατική σχέση ή αλλαγή περιβάλλοντος– η ήδη υπάρχουσα «συνθήκη» τους επιτρέπει να επικοινωνήσουν την αλλαγή χωρίς ενοχές. Η φιλία τους, έχοντας ως πυρήνα την ειλικρίνεια, μπορεί να μετασχηματιστεί χωρίς να προκληθεί ρήξη. Η παραδοχή ότι οι προσδοκίες και τα «θέλω» μπορεί να αλλάξουν, μετατρέπει κάθε μέρα που περνούν μαζί σε μια συνειδητή επιλογή. Δεν είναι μαζί από συνήθεια ή αναγκαιότητα, αλλά επειδή εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή το επιθυμούν και οι δύο. Αυτή η δυναμική καθιστά τη διαμονή τους στο Μπαχρέιν ένα «παράθυρο στο χρόνο». Ζουν στο «τώρα», απολαμβάνοντας την οικειότητα και τη σεξουαλική ελευθερία, χωρίς να χτίζουν κάστρα στην άμμο.
.....Αφού απόλαυσαν ένα εξαιρετικό βραδινό δείπνο από τις κορυφαίες επιλογές του σεφ στο ρεστοράν του ξενοδοχείου που περιελάμβανε ψητά λαχανικά με τυρί, σαλάτα με κοτόπουλο, και Αραβική πίτα με χούμους, προσφέροντας τους κορεσμό χωρίς να επιβαρύνουν την πέψη τους. .Ακολούθως μετακόμισαν για διασκέδαση στην αίθουσα του πολυτελές καζίνο του ξενοδοχείου εκεί που οι επισκέπτες απολαμβάνουν μια εμπειρία πολυτέλειας και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Η νύχτα είχε προχωρήσει καθώς ο Παusανίας, αποφασισμένος να κάμψει τις αντιστάσεις του Αλκιβιάδη, άφησε στην άκρη τους εκλεπτυσμένους τρόπους και πέρασε σε πιο ωμές, προκλητικές κουβέντες. Αντλεί έμπνευση από την χαρισματική και προκλητική προσωπικότητά του Αλκιβιάδη όσο και από τους ερωτικούς του δεσμούς με γυναίκες, αλλά και σε την αντίθεση με την αυστηρή δημόσια εικόνα του και με άνδρες στην πιο ιδιωτική, τολμηρή του πλευρά. Ο Αλκιβιάδης, πάντα έτοιμος για παιχνίδια ηδονής και ερωτικής αποπλάνησης, άκουγε με ένα μισό χαμόγελο στα χείλη, αφήνοντας τον Παυσανία να συνεχίζει όλο και πιο έντονα, μέχρι που η ένταση ανάμεσά τους έγινε απολύτως ηλεκτρισμένη. Η ατμόσφαιρα στο καζίνο , με τον χαμηλό φωτισμό, τον ήχο από τις μάρκες που χτυπούν, τη μυρωδιά των ακριβών αρωμάτων και την ηλεκτρισμένη ένταση στον αέρα, γίνεται το ιδανικό σκηνικό για αυτό το παιχνίδι των δύο τους. Η πολυτέλεια του χώρου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ωμότητα των λόγων του Παυσανία, δημιουργώντας μια αίσθηση «απαγορευμένου» που ανεβάζει την αδρεναλίνη τους στα ύψη.Ο Παυσανίας χρησιμοποιεί το «Dirty Talk» ως όπλο και ως εργαλείο, γνωρίζοντας ακριβώς τι χρειάζεται ο Αλκιβιάδης για να ξεφύγει από το «εδώ και τώρα» του καζίνο και να βυθιστεί ολοκληρωτικά στις ην ερωτικές ή επιθυμίες του συντρόφου του. Οι φασαριόζικοι ήχοι από τα φρουτάκια και τα τραπέζια της ρουλέτας άρχισαν να ξεθωριάζουν, χάνοντας κάθε σημασία μέσα στο πυκνό, ηλεκτρικό πετσί της στιγμής που ύφανε ο Παυσανίας. Με κάθε προκλητική λέξη που του ψιθύριζε στο αυτί, κόβοντας την ανάσα και αγνοώντας τα αδιάκριτα βλέμματα γύρω τους, αποσπούσε τον Αλκιβιάδη από τον θόρυβο και τον ναρκισσισμό του εξωτερικού κόσμου, προσγειώνοντας τον βίαια αλλά απολαυστικά στη φωτιά του σώματός του.
Ο Παusανίας δεν περίμενε να περάσουν την πόρτα του δωματίου για να κερδίσει το παιχνίδι. Μετατρέποντας τη φωνή του σε εργαλείο απόλυτης κυριαρχίας, έκανε τον Αλκιβιάδη να ξεχάσει πού βρίσκεται, αφήνοντάς τον να καίγεται από την προσμονή και να νιώθει το βλέμμα και την επιθυμία του συντρόφου του να τον διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα μέσα στη μέση του καζίνο. Η δημόσια αδιακρισία μετατράπηκε σε συνενοχή, κάνοντας τον Αλκιβιάδη όχι απλώς να ενδώσει, αλλά να διψάει για τη συνέχεια. Αυτή η ωμή, άνευ όρων ειλικρίνεια λειτουργεί σαν καθρέφτης που δεν αφήνει περιθώρια για παιχνίδια ρόλων ή υπεκφυγές. Ο Παυσανίας δεν καταφεύγει σε υπονοούμενα, κατονομάζει την επιθυμία με ακρίβεια, γκρεμίζοντας κάθε αμυντικό τείχος που συνηθίζει να υψώνει ο Αλκιβιάδης γύρω του λόγω της θέσης και του εγωισμού του. Μέσα σε αυτό το καζίνο, ανάμεσα στον θόρυβο και τα φώτα, τα λόγια αυτά γίνονται πράξη. Η απόλυτη διαφάνεια ισoδυναμεί με μια μορφή ψυχικής και σωματικής γύμνιας, όπου οι δύο άνδρες δεν μοιράζονται απλώς μια στιγμή ηδονής, αλλά μια ιεροτελεστία αμοιβαίας παράδοσης. Ο Αλκιβιάδης, που είναι συνηθισμένος να ελέγχει τα πάντα, παραδίδεται με ευχαρίστηση σε αυτή τη φωνή που τον απογυμνώνει, βρίσκοντας στην ωμή αλήθεια του Παυσανία το μόνο πράγμα που μπορεί να τον καθηλώσει πραγματικά.
Ο Παusανίας δεν περίμενε να περάσουν την πόρτα του δωματίου για να κερδίσει το παιχνίδι. Μετατρέποντας τη φωνή του σε εργαλείο απόλυτης κυριαρχίας, έκανε τον Αλκιβιάδη να ξεχάσει πού βρίσκεται, αφήνοντάς τον να καίγεται από την προσμονή και να νιώθει το βλέμμα και την επιθυμία του συντρόφου του να τον διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα μέσα στη μέση του καζίνο. Η δημόσια αδιακρισία μετατράπηκε σε συνενοχή, κάνοντας τον Αλκιβιάδη όχι απλώς να ενδώσει, αλλά να διψάει για τη συνέχεια. Αυτή η ωμή, άνευ όρων ειλικρίνεια λειτουργεί σαν καθρέφτης που δεν αφήνει περιθώρια για παιχνίδια ρόλων ή υπεκφυγές. Ο Παυσανίας δεν καταφεύγει σε υπονοούμενα, κατονομάζει την επιθυμία με ακρίβεια, γκρεμίζοντας κάθε αμυντικό τείχος που συνηθίζει να υψώνει ο Αλκιβιάδης γύρω του λόγω της θέσης και του εγωισμού του. Μέσα σε αυτό το καζίνο, ανάμεσα στον θόρυβο και τα φώτα, τα λόγια αυτά γίνονται πράξη. Η απόλυτη διαφάνεια ισoδυναμεί με μια μορφή ψυχικής και σωματικής γύμνιας, όπου οι δύο άνδρες δεν μοιράζονται απλώς μια στιγμή ηδονής, αλλά μια ιεροτελεστία αμοιβαίας παράδοσης. Ο Αλκιβιάδης, που είναι συνηθισμένος να ελέγχει τα πάντα, παραδίδεται με ευχαρίστηση σε αυτή τη φωνή που τον απογυμνώνει, βρίσκοντας στην ωμή αλήθεια του Παυσανία το μόνο πράγμα που μπορεί να τον καθηλώσει πραγματικά.
.... Η ατμόσφαιρα μεταξύ τους βαραίνει από την προσμονή, καθώς το παιχνίδι του μυαλού μετατρέπεται σε έναν αόρατο, ηλεκτρισμένο κρίκο που τους απομονώνει από ολόκληρο το πλήθος γύρω τους. Ακόμη και καθισμένοι στον θόρυβο του καζίνο, τα βλέμματά τους είναι καρφωμένα ο ένας στον άλλον με μια ένταση που σχεδόν πονάει, μια σιωπηλή γλώσσα που προδίδει ακριβώς τι σκέφτεται ο καθένας. Ο Παυσανίας δεν σταματάει, συνεχίζει να του ψιθυρίζει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια κάθε τους επόμενο βήμα, ζωγραφίζοντας με τις λέξεις του το σκηνικό της επερχόμενης νύχτας στο δωμάτιο. Περιγράφει τις κινήσεις, τα αγγίγματα, τον τρόπο που θα υποχωρήσουν οι αντιστάσεις και πώς ο ένας θα παραδοθεί ολοκληρωτικά στον άλλον, μετατρέποντας τη φαντασία σε μια σχεδόν απτή πραγματικότητα. Δεν έχει καμία σημασία αν τελικά θα πραγματοποιήσουν κάθε λέξη από αυτές που σχεδιάζουν. Η ίδια η πρόθεση, η ωμή αποκάλυψη της επιθυμίας και η προσμονή αρκούν για να τους κάψουν. Το παιχνίδι τους είναι το ίδιο η ηδονή. Ένα κυνήγι όπου ο θρίαμβος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη λεπτομερή, αδίστακτη υπόσχεση του τι πρόκειται να συμβεί μόλις κλείσει πίσω τους η πόρτα στο δωματιο του ξενοδοχείου.
Ο Αλκιβιάδης τον σταματά απότομα, βάζοντας χειροπέδες στην ορμή του με ένα πονηρό χαμόγελο. «Όχι, πρώτα θα κάνουμε μπάνιο!» του λέει, και πριν προλάβει ο Παυσανίας να διαμαρτυρηθεί τον απωθεί από την αγκαλιά του! Οι μεταλλικές πόρτες του ασανσέρ έκλεισαν, αποκόπτοντας τους από τον υπόλοιπο κόσμο, και ο Παυσανίας λύγισε αμέσως στην πίεση του χρόνου και της επιθυμίας του. Χωρίς δισταγμό, άρπαξε το κεφάλι του Αλκιβιάδη με το ένα χέρι, τραβώντας τον απότομα για να θάψει τα χείλη του στο λαιμό του με μια ακόρεστη βιαιότητα, ενώ το άλλο του χέρι γλίστρησε με δύναμη πάνω από τα ρούχα, πιάνοντας σφιχτά και διεκδικητικά τον πούτσο του μέσα από το ύφασμα. Ο Αλκιβιάδης έχασε για μια στιγμή την ανάσα του, αφήνοντας ένα χαμηλό, κοφτό στεναγμό να του ξεφύγει καθώς το ασανσέρ κυλούσε προς τον επάνω όροφο. Μόλις οι πόρτες άνοιξαν με ένα χαρακτηριστικό κουδούνισμα, ο Παυσανίας τον έσυρε κυριολεκτικά έξω, ανίκανος να περιμένει ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Φτάνοντας στο σκοτεινό χολ έξω από το δωμάτιό τους, πριν καν προλάβουν να βάλουν το κλειδί στην πόρτα, τον ξαναστρίμωξε βίαια και στα όρθια στον τοίχο, κολλώντας το σώμα του πάνω του. Η λογική είχε εξαφανιστεί κάτω από το βάρος ενός ανεξέλεγκτου, πρωτόγονου πάθους. Ο Παusανίας δεν μπορούσε να συγκρατηθεί ούτε με λέξεις ούτε με πράξεις, επαναλαμβάνοντας λαχανιασμένος, ξανά και ξανά, πόσο τρελά τον ποθεί, με τη φωνή του να τρέμει από την ένταση και την απόλυτη ανάγκη να τον κατακτήσει ολοκληρωτικά. Η ανταπόκριση του Αλκιβιάδη είναι άμεση και εξίσου σαρωτική. Με τα δάχτυλά του μπλεγμένα στα μαλλιά του Παυσανία, τον τραβάει βίαια πάνω του, παίρνοντας τον απόλυτο έλεγχο και φιλώντας τον με μια άγρια, κατακτητική ορμή που δεν του αφήνει περιθώρια ανάσας. Η ξαφνική αυτή εναλλαγή από την ωμή διεκδίκηση στην κυριαρχική, σχεδόν τιμωρητική τρυφερότητα εξάπτει ακόμα περισσότερο τον Παυσανία. Κάθε του αντίσταση διαλύεται καθώς κολλάει πιο σφιχτά στον τοίχο, αφήνοντας βαθιά μουγκρητά και κοφτούς, απεγνωσμένους στεναγμούς να του ξεφύγουν στο στόμα του Αλκιβιάδη. Το πάθος έχει φτάσει σε οριακό σημείο, κάνοντας την προσμονή αφόρητη. Ο Παusανίας τρέμει ολόκληρος από την καύλα και την ανάγκη, λαχταρώντας απεγνωσμένα να παραδοθεί και να ενωθεί ολοκληρωτικά μαζί του, χωρίς άλλο χρόνο για αναβολές.
«Να κάνουμε, λέει ο Παυσανίας, μπες εσύ πρώτα».
Ο Αλκιβιάδης γδύνεται με γρήγορες, κοφτές κινήσεις, πετάει τα ρούχα του στο πάτωμα και χώνεται στο μπάνιο, αφήνοντας το ζεστό νερό του ντους να τρέξει πάνω στο δέρμα του. Δεν περνάει ούτε λεπτό και η πόρτα ανοίγει ξανά. Ο Παυσανίας δεν αντέχει άλλο. Πετάει και τα δικά του ρούχα βιαστικά και μπαίνει κάτω από το νερό δίπλα του, με την ανάσα του κομμένη από την προσμονή.
Τον αρπάζει από το πρόσωπο, του δίνει ένα βαθύ, λαίμαργο γλωσσόφιλο και αρχίζει να κατεβαίνει αργά, γλείφοντας με τη γλώσσα του κάθε σπιθαμή από το βρεγμένο κορμί του. Τα χέρια του σφίγγoυν τους γοφούς του καθώς φτάνει στο στήθος, παγιδεύοντας τις θηλές του στα χείλη του και πιπιλίζοντας τες με μια λύσσα που κάνει τον Αλκιβιάδη να ανατριχιάσει κάτω από τους καυτούς πίδακες του νερού. Ο Παυσανίας συνέχισε το αχόρταγο έργο του, γλείφοντας και φιλώντας κάθε εκατοστό από το βρεγμένο κορμί του Αλκιβιάδη, καθώς κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά. Το ζεστό νερό του ντους έρεε άφθονο πάνω τους, ανακατεμένο με τον ιδρώτα και την πρωτόγονη ένταση της στιγμής, μέχρι που τα χείλη και η γλώσσα του έφτασαν στον πυρήνα της επιθυμίας. Εκεί, αφού του έριξε άφθονο νερό για να τον καθαρίσει, τον σαπούνισε απαλά με τις παλάμες του κάτω από τους πίδακες. Όταν τον ξέβγαλε σχολαστικά, έσκυψε ακόμα πιο χαμηλά, αρχίζοντας να τον χαϊδεύει και να τον φιλάει με ευλάβεια και λαγνεία. Τον έπιασε στην αρχή με τον δείκτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού, παίζοντας μαζί του απαλά και ρυθμικά, τραβώντας ελαφρά το πετσάκι για να αποκαλύψει το μεγάλο, σαν μανιτάρι πορτομπέλο, κατακόκκινο πουτσοκέφαλο. Ο πούτσος του Αλκιβιάδη, σκληρός πλέον σαν πέτρα από τα ερεθίσματα, ορθωνόταν περήφανα μέσα στους υδρατμούς, σημαδεύοντας το ταβάνι του ντους και μαρτυρώντας την απόλυτη κορύφωση της διέγερσης του. Ο Παυσανίας άλλαξε λαβή, χουφτώνοντας ολόκληρο τον καυτό πούτσο με την παλάμη του, πριν τον πλησιάσει με τα μάτια ορθάνοιχτα και γεμάτα λαγνεία. Άνοιξε το στόμα του και τον κατάπιε αργά, παίρνοντάς τον ολόκληρο μέσα του μέχρι τη βάση με μια κίνηση που του έκοψε την ανάσα. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, με μια βαθιά αισθησιακή μαεστρία, αφήνοντας το ζεστό, υγρό του στόμα να τυλίξει κάθε χιλιοστό του σκληρού δέρματος. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν κάτω από το νερό, κοιτάζοντάς τον από ψηλά με τα μάτια μισόκλειστα από την ηδονή, παρατηρώντας με πόσο πάθος, πόση γλύκα και με πόση απόλαυση του χάριζε αυτή την αφοσιωμένη πίπα. Η εικόνα και μόνο, σε συνδυασμό με το συναίσθημα, τον καύλωνε ακόμα περισσότερο. Ο Παυσανίας δεν μπορούσε να κρατηθεί· καθώς δούλευε ακατάπαυστα, από το στόμα του ξέφυγαν βραχνά, πνιχτά μουγκρητά ηδονής και καύλας που ανακατεύονταν με τον ήχο του νερού. Το γεμάτο, σκληρό καυλί γέμιζε εντελώς το στόμα του, κι εκείνος το περιποιούνταν σαν πολύτιμο θησαυρό. Εναλλασσόμενα δυνατά ρουφήγματα, παιχνίδια με τη γλώσσα γύρω από τη φλέβα και το κεφάλι, και βυθίσματα προς τα κάτω για να γλείψει λαίμαργα τα βαριά, ιδρωμένα αρχίδια του συνθέτουν ένα απολαυστικό θέαμα απόλυτης παράδοσης. Ο Αλκιβιάδης, παραδομένος στο τσιμπούκι, άφηνε τα δάχτυλά του να βυθίζονται στα βρεγμένα μαλλιά του Παυσανία, απολαμβάνοντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ανεπανάληπτης επαφής..Ο Αλκιβιάδης σκύβει, πιάνει τον Παυσανία από τα μπράτσα και τον σηκώνει όρθιο κάτω από το ζεστό νερό του ντους. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον τραβάει πάνω του και τον περικυκλώνει με τα δύο του χέρια από πίσω, σε μια σφιχτή, προστατευτική αγκαλιά. Η κίνηση αυτή, βαθιά ρομαντική και τρυφερή μέσα στην ωμότητα του προηγούμενου πάθους, γεμίζει το χώρο με μια αίσθηση απόλυτης ασφάλειας, οικειότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Το γυμνό και βρεγμένο στήθος του Αλκιβιάδη κολλάει γεμάτα στην πλάτη του Παυσανία, ενώ τα χέρια του τον τυλίγουν σφιχτά γύρω από τη μέση, κλείνοντας έναν κύκλο ζεστασιάς που εκμηδενίζει κάθε απόσταση. Ο Αλκιβιάδης ακουμπά το κεφάλι του τρυφερά στον ώμο και στο λαιμό του Παυσανία, αφήνοντας την ανάσα του να ανακατευτεί με τους υδρατμούς. Τον σφίγγει ακόμα πιο κοντά του για λίγα δευτερόλεπτα, απολαμβάνοντας την ατόφια εγγύτητα των σωμάτων τους και αποδεικνύοντας πως δεν φοβάται ούτε την ευθύνη ούτε το βάθος των συναισθημάτων τους. Αυτή η αγκαλιά δεν είναι απλώς μια ανάπαυλα στη φωτιά της ηδονής, αλλά μια σιωπηλή υπόσχεση φροντίδας και αφοσίωσης, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η επιθυμία τους συνοδεύεται πλέον από την απόλυτη πρόθεση να προσφέρει ο ένας στον άλλον χαρά, ηρεμία και ευχαρίστηση. Ο Αλκιβιάδης γέρνει μπροστά, ξεκινώντας με απαλά, μικρά φιλιά στον αυχένα του Παυσανία, ενώ η γλώσσα του γλιστρά υγρά στα αυτιά του, συνοδευόμενη από ελαφρά, παιχνιδιάρικα δαγκώματα. Το απόλυτο «κλειδί» εκείνης της στιγμής είναι η φωνή του! Χαμηλή, ζεστή, γεμάτη πάθος, να του ψιθυρίζει ακριβώς δίπλα στο δέρμα του σκηνές έντονου αισθησιασμού, όπου η ωμή ερωτική επιθυμία δένει αρμονικά με βαθιά, τρυφερά συναισθήματα. Τα χέρια του Αλκιβιάδη γλιστρούν από τη μέση προς τα κάτω, χαϊδεύοντας την ευαίσθητη περιοχή της κοιλιάς και προχωρώντας στη λεκάνη, καθώς η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα. Τα δάχτυλά του πιάνουν τον ήδη ερεθισμένο και σκληρό πούτσο του Παυσανία, αρχίζοντας να τον παίζουν αργά και ρυθμικά, ενώ παράλληλα θωπεύουν τα βαριά, καυτά αρχίδια του. Ο Παυσανίας, απορροφημένος ολοκληρωτικά από το κύμα της καύλας και την τρυφερή διεκδίκηση που του προσφέρεται, νιώθει την παρουσία του σκληρού σώματος του Αλκιβιάδη ακριβώς πίσω του και ενστικτωδώς γέρνει τη λεκάνη του προς τα πίσω, αναζητώντας την επαφή και την είσοδο. Τα μακρόσυρτα, κοφτά επιφωνήματα ηδονής αρχίζουν να ξεφεύγουν από τα χείλη του Παυσανία, καθώς η απόλαυση πλημμυρίζει κάθε κύτταρο του σώματός του. Το κορμί του λυγίζει προς τα πίσω παίρνοντας τη μορφή τόξου, εντελώς παραδομένος στα χέρια και στη φλόγα του συντρόφου του κάτω από τους ζεστούς πίδακες του ντους Ο Παυσανίας, κυριευμένος από το απόλυτο παραλήρημα της ηδονής και της υποταγής, αφήνει τη φωνή του να σπάσει από την καύλα, εκλιπαρώντας τον με λόγια ακατέργαστης επιθυμίας κάτω από το τρεχούμενο νερό. Ο Αλκιβιάδης, παίρνοντας ξανά τα ηνία με μια κίνηση απόλυτης κυριαρχίας, πιάνει τα βρεγμένα μαλλιά του από πίσω, τραβώντας απότομα το κεφάλι του προς τα πάνω για να τον αναγκάσει να τον κοιτάξει. Τον φιλάει κατακτητικά στο στόμα, γεύοντας την ίδια του την αγωνία, και του ψιθυρίζει στο αυτί με φωνή βραχνή και κοφτή: «Σαν καλό πουτανάκι θα κάνεις το ντους σου, θα έρθεις στο κρεβάτι και θα σου κάνω τα πιο βρώμικα παιχνίδια, θα σου γαμήσω όλες τις τρύπες». Ο Παυσανίας, λιώνοντας απόλυτα από την προσμονή και τη διαταγή, ανταποκρίνεται με σπασμούς ευχαρίστησης, φωνάζοντας λαχανιασμένος: «Ναι-ναι! Καυλιάρη μου, καυλιάρη μου! Ξεφτίλισε με! Τιμώρησε με! Βάλε μου μέσα και τ' αρχίδια, όλο το βράδυ!» Η ένταση ανάμεσά τους έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικής, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη δίψα για το τελικό, σαρωτικό δέσιμο στο κρεβάτι που τους περιμένει.
Και ο Αλκιβιάδης, άλλο που δεν ήθελε. «Πουτανάκι μου θα σε σκίσω. Θα σε τρελάνω το στο γαμήσι.»
«Ναι γαμιά μου! Ότι θες! Δεν φαντάζεσαι πόσο σε θέλω αυτή τη στιγμή.»
Ο Αλκιβιάδης με τα βήματα του να βαραίνουν από την προσμονή καθώς αφήνει το μπάνιο και κινείται προς το μεγάλο κρεβάτι του δωματίου, με την ατμόσφαιρα να καίει από την ένταση και τον πυρετό της στιγμής εντελώς πέφτει στο μεγάλο κρεβάτι, απλώνοντας το γυμνό, αθλητικό του κορμί πάνω στα σεντόνια, περιμένοντας τον Παυσανία με τα μάτια του να λάμπουν από ανυπομονησία. Σε αυτόν τον απομονωμένο χώρο, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της και τους κανόνες της δημόσιας ηθικής, οι δύο άνδρες αφήνουν πίσω τους κάθε προσωπείο. Πίσω από τη στιβαρή και αψεγάδιαστη εικόνα που προβάλλουν στην κοινωνία, οι επιθυμίες τους αυτές αποτελούν καταφύγιο και λύτρωση. Η ενοχή και οι θρησκευτικοί ή πολιτισμικοί περιορισμοί της εποχής λειτουργούν ως αόρατες αλυσίδες, όμως εδώ, μέσα στην ασφάλεια της μεταξύ τους συνενοχής, η σεξουαλική καταπίεση μετατρέπεται σε ωμή, ασυγκράτητη απελευθέρωση. Κάθε ταμπού γκρεμίζεται, δίνοντας χώρο σε βαθιά ριζωμένα πάθη που δεν χωρούν σε νόρμες ή συμβιβασμούς.
Ο Παυσανίας βγαίνει από το μπάνιο, με το δέρμα του να ατμίζει από το ζεστό νερό και το σώμα του να τρέμει από την ένταση, και βλέπει τον Αλκιβιάδη ξαπλωμένο στο κρεβάτι να τον περιμένει με μάτια που γυαλίζουν από πόθο. Ο Αλκιβιάδης, ανίκανος να συγκρατήσει τη φωτιά του, αρπάζει τα γεννητικά του όργανα, χαϊδεύοντας αργά και επιθετικά τις βαριές, καυτές του αρχιδάρες, ενώ τα μάτια του καρφώνονται πάνω στον Παυσανία. Με φωνή βραχνή και κομμένη από την καύλα, του φωνάζει! «Πουτανάκι μου τρελό! Τον έχεις κάνει τον πούτσο μου κάγκελο, χαϊδεύω τις αρχιδάρες μου. Για σένα μόνο, καύλα. Για σένα! Τούρλωσε τον κώλο σου καλά να τον θαυμάσω. Τούρλωσε τον!».
Ο Παυσανίας, εντελώς παραδομένος στη δύναμη της στιγμής, λυγίζει μπροστά του με ανάσα βαριά και λαχανιασμένη: «Ναι, αγάπη μου, ναι... Ναι, μωρό, ό,τι σε φτιάχνει με αρέσει».
Ανεβαίνει στο κρεβάτι, γονατίζει μπροστά του και τουρλώνει τον κώλο του ψηλά, προσφέροντας τον εαυτό του χωρίς δεύτερη σκέψη, έτοιμος να δεχτεί όλη τη φωτιά και το πάθος που του ανήκει δικαιωματικά. Ο Παυσανίας ξαπλώνει μπρούμυτα στα σεντόνια, και ο Αλκιβιάδης σκύβει από πάνω του. Πριν φτάσουν στην κορύφωση της ωμής ηδονής, μια βαθιά, οικεία στιγμή τρυφερότητας ενδυναμώνει τη σιωπηλή τους σύνδεση, ένα απαλό χάδι στα μαλλιά και ένα αργό, χαλαρωτικό μασάζ στην πλάτη που διώχνει κάθε περιττή ένταση. Αυτή η γαλήνη, ωστόσο, διαρκεί ελάχιστα, καθώς μεταλλάσσεται γρήγορα σε ένα έντονο, ηδονικό γλύψιμο. Ο Αλκιβιάδης ξεκινάει από τον αυχένα, κατεβαίνει αργά κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, περνάει ανάμεσα από τα κωλομέρια και κολλάει τη γλώσσα του στην τρυπούλα του Παυσανία, γλείφοντας και πιπιλώντας επίμονα, ενώ παράλληλα περιποιείται τα βαριά, καυτά του αρχίδια.Οι αναστεναγμοί του Παυσανία γίνονται όλο και πιο μακρόσυρτοι και απεγνωσμένοι μέσα στη σιωπή του δωματίου. Όσο πιο δυνατά αναστενάζει, τόσο πιο παθιασμένα και βαθιά τον γλείφει ο Αλκιβιάδης, μέχρι που η φωτιά γίνεται αφόρητη. Με τη φωνή του να τρέμει από την καύλα και την προσμονή, ο Παυσανίας γυρίζει το κεφάλι του στο μαξιλάρι και τον εκλιπαρεί: «Βάλ’ τον μου... Μη περιμένεις άλλο, βάλε μου τον πούτσο σου στην κωλότρυπα, δεν αντέχω άλλο!»
Ο Αλκιβιάδης γεμίζει τη σφιχτή, ορθάνοιχτη κωλοτρυπίδα άφθονα σάλια, κάνοντας το δέρμα να γυαλίζει κάτω από το αμυδρό φως, ενώ ο σκληρός, έτοιμος πούτσος του παίρνει θέση. Τον ακουμπάει αργά στην είσοδο και αρχίζει να τον σπρώχνει προς τα μέσα, νιώθοντας κάθε χιλιοστό της αντίστασης να υποχωρεί. Είναι μια μαγική, σχεδόν υπνωτική στιγμή! Το κωλάντερο του Παυσανία φαίνεται να τον ρουφάει από μόνο του, με τους σφιγκτήρες να χαλαρώνουν και να τον τραβούν βαθύτερα με μια ακαταμάχητη, φυσική αναρρόφηση. Ο Αλκιβιάδης προχωράει αργά και σταθερά, χάνοντας την αίσθηση του ποιος κινεί ποιον, καθώς ο σφιχτός, καυτός εσωτερικός θόλος αγκαλιάζει κάθε πόντο του κορμιού του. Κάθε χιλιοστό που βυθίζεται συνοδεύεται από βαθιούς αναστεναγμούς και βογκητά απόλυτης ευχαρίστησης που γεμίζουν την ατμόσφαιρα, με τους δύο άνδρες να συντονίζονται σε έναν κοινό, ασταμάτητο ρυθμό ηδονής.
Ολόκληρος ο πούτσος του Αλκιβιάδη εξαφανίζεται βαθιά μέσα στον καυτό κωλάντερο του Παυσανία, σημαδεύοντας την κορύφωση μιας αμείλικτης, πρωτόγονης έντασης. Ο Αλκιβιάδης ξεκινάει τις βαθιές, ασταμάτητες κινήσεις του, γαμώντας τον υπέροχο κώλο του συντρόφου του, ενώ οι τοίχοι του δωματίου γεμίζουν από τα αδιάκοπα, άγρια βογγητά και τις κραυγές καύλας και των δύο. Ο ρυθμός αλλάζει αδιάκοπα. Πότε αργά και βασανιστικά, νιώθοντας κάθε εκατοστό της τριβής, και πότε γρήγορα και κοφτά, τραβώντας τον σχεδόν έξω πριν τον ξαναχώσει ολόκληρο μέσα μεμιάς. Η νύχτα ξεδιπλώνεται μέσα από εναλλαγές στάσεων που εξαντλούν και απογειώνουν τις αισθήσεις. Από τα τέσσερα, με τον Παυσανίας να λυγίζει κάτω από το βάρος του, περνούν στα πλάγια, και έπειτα σε μια στάση όπου ο Παυσανίας ανεβαίνει από πάνω του, μέχρι που ο Αλκιβιάδης τον τραβάει ξανά κοντά του, του ανεβάζει τα πόδια στους ώμους, στηρίζεται γερά με τα χέρια στο προσκέφαλο του κρεβατιού και λυγίζει τα γόνατα ακριβώς όσο χρειάζεται για να ευθυγραμμιστεί τέλεια με τον στόχο. Κατάκοπος από το αδιάκοπο κυνηγητό της ηδονής αλλά φλεγόμενος από το πάθος, ο Αλκιβιάδης εξαπολύει τα τελικά, βίαια χτυπήματα, καρφώνοντας τον με όλη του τη δύναμη. Σε λίγα δευτερόλεπτα, η εσωτερική πίεση σπάει, με μια δυνατή, βραχνή κραυγή απόλυτης καύλας, απελευθερώνει το καυτό σπέρμα του, πλημμυρίζοντας ολόκληρη την τρύπα του Παυσανία. Ο Παυσανίας, εντελώς εκστασιασμένος και τρελαμένος από το κύμα της απόλαυσης, συνεχίζει να χαϊδεύει και να παίζει τον δικό του πούτσο ασταμάτητα, εκτοξεύοντας τη δική του εκτόνωση πάνω στα σεντόνια.
...Ο Παυσανίας, νιώθοντας τις δυνάμεις του να επανέρχονται μετά από εκείνη την ολιγόλεπτη ανάσα χαλάρωσης, αισθάνεται το κύμα της επιθυμίας να φουντώνει ξανά μέσα του. Η κούραση δίνει τη θέση της σε μια νέα, αχόρταγη δίψα. Το μυαλό και το σώμα του διεκδικούν άμεσα τη συνέχεια, θέλοντας να χαθούν ξανά σε αυτόν τον κόσμο της απόλυτης παράδοσης. Κοιτάζει τον Αλκιβιάδη που είναι ξαπλωμένος δίπλα του, με το δέρμα του ακόμα ζεστό από την προηγούμενη φωτιά, αλλά εμφανώς κουρασμένο και μισοκοιμισμένο, χωρίς άμεση διάθεση για δράση. Χωρίς να διστάσει, γλιστράει απαλά προς το μέρος του, σκύβει πάνω από το ημι-αναπαυμένο σώμα του και αρχίζει να του παίρνει πίπα με αργές, υπομονετικές και γεμάτες αφοσίωση κινήσεις, προσπαθώντας να τον ξυπνήσει και να τον παρασύρει ξανά. Καθώς ο Αλκιβιάδης αρχίζει να αντιδρά σε αυτή την τρυφερή και πονηρή φροντίδα, ο Παυσανίας σταματά, ανεβαίνει πιο ψηλά και ξαπλώνει ανακουφισμένος στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά και τη σιωπηλή τους οικειότητα. Τότε, ο Αλκιβιάδης γυρίζει προς το μέρος του με ένα βλέμμα πονηρό, γεμάτο συνέργεια, ενώ μια χαλαρότητα σαν τα απαλά κύματα μιας χλιαρής θάλασσας απλώνεται αργά σε ολόκληρο το κορμί του, προμηνύοντας πως η νύχτα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά τους.
Ο Παυσανίας αφήνει την ομολογία του να πέσει σαν σπίθα στο σκοτάδι του δωματίου. «Καυλώνω απίστευτα, δεν σ’ το κρύβω, το πόσο με καυλώνεις μονάχα με το βλέμμα σου που με κάνεις να σε θέλω ακόμα περισσότερο». Με μια απαλή, επίμονη κίνηση, σπρώχνει ελαφρώς πίσω τον Αλκιβιάδη στα σεντόνια για να ελευθερώσει χώρο, απλώνει την παλάμη του και τυλίγει τα δάχτυλά του γύρω από τον πούτσο του, νιώθοντας τον ξανά να φουσκώνει και να σκληραίνει κάτω από το άγγιγμα του. Τα μάτια του τον κοιτούν με μια μεθυσμένη ικεσία, παρακαλώντας τον να μη τον βασανίζει άλλο με την αναμονή, την ώρα που ολόκληρο το κορμί του σπαρταράει από τη δίψα για επαφή.
«Μπες μέσα μου, δεν αντέχω άλλο» του ψιθυρίζει με φωνή πνιχτή από την ηδονή. Ο Αλκιβιάδης, αφήνοντας ένα βαθύ, επιβεβαιωτικό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη του, δεν του χαλάει το χατήρι, σηκώνεται, τοποθετείται πάνω του και υπακούει αμέσως στην επιθυμία τους, και προσπαθει να βυθίσει ολόκληρο το είναι του μέσα στον Παυσανία για έναν ακόμα, ασταμάτητο γύρο ηδονής.Η κόπωση της περασμένης νύχτας αρχίζει επιτέλους να επιβάλλεται ακόμα και σε αυτούς, καθώς η σωματική εξάντληση μπαίνει εμπόδιο στην αστείρευτη επιθυμία τους. Ο Αλκιβιάδης πασχίζει με πείσμα να ξαναβρεί τον ρυθμό του, σπρώχνοντας τον εαυτό του πέρα από τα όρια της κούρασης, αλλά ο πούτσος του, βαρύς και σχεδόν μισοσηκωμένος, αρνείται πεισματικά να υπακούσει στην ορμή του μυαλού του.
Κάθε προσπάθεια μοιάζει πλέον με μηχανική κίνηση, μια σιωπηλή αγγαρρεία που στερείται τη φωτιά και την ηλεκτρική ένταση των προηγούμενων ωρών. Αντί για την άγρια, αχόρταγη διείσδυση που λαχταρούν, ο Αλκιβιάδης νιώθει το σώμα του να χαλαρώνει και να γλιστρά σε μια λήθη υπνηλίας, αδυνατώντας να κρατήσει την απαραίτητη σκληρότητα μέσα στον σφιχτό κωλάντερο του Παυσανία. Ο Παυσανίας, νιώθοντας την προσπάθεια να χάνει τη δύναμή της και το σώμα του συντρόφου του να βαραίνει πάνω του, γυρίζει το κεφάλι του στο μαξιλάρι. Χωρίς ίχνος απογοήτευσης, καταλαβαίνει πως η νύχτα έχει φτάσει στα φυσικά της όρια. Απλώνει τα χέρια του, τον αγκαλιάζει σφιχτά γύρω από τη μέση και τον τραβάει να ξαπλώσει αναπαυτικά δίπλα του, αφήνοντας πίσω τους τη δράση για χάρη μιας βαθιάς, λυτρωτικής ηρεμίας.
Ο Αλκιβιάδης δεν το βάζει κάτω, σφίγγει τα δόντια και δοκιμάζει εκ νέου τις αντοχές του, πεισμωμένος να τιμήσει την επιθυμία τους παρά τη σωματική κούραση. Αλλάζει στάσεις, προσπαθώντας να βρει τη σωστή γωνία, και επιστρατεύει στο μυαλό του εικόνες που γνωρίζει καλά πως μπορούν να του ανάψουν τη φλόγα. Φέρνει μπροστά του πρόσωπα από άντρες και γυναίκες που ποτέ δεν έπαψαν να τον εξιτάρουν, φαντασιώσεις αχαλίνωτες που συναντιούνται στα σκοτεινά όρια της σκέψης του. Και τότε, μέσα στο μυαλό του σχηματίζεται η απόλυτη σπίθα, η Βαλερία. Ο ανομολόγητος, βαθιά κρυμμένος ερωτικός του πόθος, μια φαντασίωση τόσο τολμηρή που ξεπερνά κάθε λογική. Τη φαντάζεται γυμνή, παραδομένη, να στενάζει κάτω από έναν άλλον πούτσο, να ζει την πιο ωμή και αχόρταγη ηδονή, να χαίρεται την επαφή με πάθος. Η εικόνα αυτή λειτουργεί σαν ηλεκτρικό σοκ στις φλέβες του. Δεν είναι απλώς διέγερση, είναι ένα βασανιστήριο και ταυτόχρονα μια λύτρωση, μια σκοτεινή, απαγορευμένη δύναμη που συνήθς τον αναγκάζει να ξεπεράσει τα όριά του, κάνοντας το σώμα του να αντιδράσει ξανά με πρωτόγνωρη, φρενήρη ένταση. Η ζήλια χτυπάει σαν μαστίγιο μέσα στο μυαλό του, μετατρέποντας τη φαντασίωση σε ένα κοφτερό μαχαίρι. Η εικόνα ενός άλλου άντρα να την αγγίζει, να την κυριεύει και να καρπώνεται αυτό που ο ίδιος λαχταρά με τόση τρέλα, τον τσακίζει. Κι όμως, αντί να τον απομακρύνει, αυτό το δηλητήριο θεριεύει τον πόθο του ακόμα περισσότερο, σπρώχνοντάς τον στα άκρα όπου η ηδονή και η οδύνη γίνονται ένα αδιάσπαστο, εκρηκτικό κουβάρι. Το μυαλό του καίγεται από τη φωτιά αυτής της γλυκόπικρης φυλακής, στριφογυρίζοντας ασταμάτητα γύρω από το κορμί της Βαλερίας. Τη θέλει δική του, να την κλείσει στην αγκαλιά του και να τη λιώσει στο πάθος, μα την ίδια στιγμή το ίδιο του το σώμα τού θυμίζει τα όριά του. Παρά τον πυρετό που έχει ανάψει στο κεφάλι του, ο πούτσος του παραμένει πεισματικά χαλαρός, προδίδοντας τον και αρνούμενος να υπακούσει στις εντολές της τρελής του φαντασίας. Ο Παυσανίας, βλέποντας την αγωνία και την προσπάθεια του συντρόφου του, δεν τον αφήνει να χαθεί στη σκέψη ούτε στιγμή. Παίρνει ξανά την πρωτοβουλία με κινήσεις γεμάτες πάθος, αποδεικνύοντας πως ό,τι κι αν περνάει από το μυαλό του Αλκιβιάδη, η πραγματικότητα εδώ στο κρεβάτι τους είναι καυτή και αμείλικτη. Ο Αλκιβιάδης πέφτει πάνω του με ανανεωμένη ορμή, διοχετεύοντας όλη την ένταση και την εσωτερική του φλόγα στην πράξη. Το γλείφει ασταμάτητα, το ρουφάει, τον φιλάει μανιωδώς παντού, αλλάζοντας συνεχώς στάσεις, από πάνω, από κάτω, από τα πλάγια, κάνοντας κάθε εκατοστό του κορμιού τους να καίει. Ο Παυσανίας, εντελώς παραδομένος στα χέρια του, δεν σταματά να τον προκαλεί, μουρμουρίζοντας κολλημένος στα χείλη του λόγια που τον τρελαίνουν: «Σκίσε με, αγορίνα μου... Έτσι, έτσι, να καυλώνω στην αγκαλιά σου!», ενώ τα βογγητά του γεμίζουν το δωμάτιο, δίνοντας στον Αλκιβιάδη ακριβώς την ώθηση που χρειαζόταν.
Ο Αλκιβιάδης σταματά απότομα την άκαρπη προσπάθεια, αφήνοντας το σώμα του να γλιστρήσει δίπλα στον Παυσανία. Κοιτάζει για μια στιγμή τον μισοκαυλωμένο του πούτσο με απορία και εκνευρισμό, πριν ένα σκοτεινό, πονηρό χαμόγελο σπάσει τη σοβαρότητά του. Σηκώνεται στους αγκώνες του, κοιτάζει τον σύντροφό του κατάματα και η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο αλλάζει μέσα σε δευτερόλεπτα. Η κούραση και η απογοήτευση εξαφανίζονται, δίνοντας τη θέση τους σε μια ηλεκτρική προσμονή. Η ασφαλής οικειότητα του κρεβατιού μετατρέπεται σε πεδίο παιχνιδιού και νέων εξερευνήσεων, όπου οι κανόνες ξαναγράφονται από την αρχή. «Αφού το σώμα μου σήμερα δεν κάνει τα χατίρια μου όπως το θέλω, θα παίξουμε αλλιώς», του λέει με φωνή χαμηλή και γεμάτη πρόκληση. Ο Αλκιβιάδης τραβάει τον Παυσανία από τη μέση, φέρνοντάς τον ακριβώς πάνω του με μια κίνηση απόλυτης κυριαρχίας, αποφασισμένος να αποδείξει πως η ηδονή δεν εξαρτάται μόνο από μια σκληρή εξερεύνηση αλλά από τη φωτιά που καίει ανάμεσά τους. Με τα χέρια του να γλιστρούν στους μηρούς και την πλάτη του, αρχίζει να τον αγγίζει με μια νέα, πιο αργή και βασανιστική μαεστρία, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα, τα χείλη και την ανάσα του για να μετατρέψει την αποτυχία της στιγμής σε μια πρωτόγνωρη, αισθησιακή πρόκληση. Ο Παυσανίας, νιώθοντας την αλλαγή στη διάθεσή του, αφήνει έναν κοφτό αναστεναγμό, έτοιμος να ακολουθήσει τον Αλκιβιάδη σε κάθε σκοτεινό και απρόβλεπτο μονοπάτι που εκείνος θα διαλέξει.
Ξαφνικά του λέει. «Μωρό μου δεν θέλω να σε αφήσω έτσι αλλά το βλέπεις πως δυσκολεύομαι να σε γαμήσω.! Το σκέφτηκα! Έλα και γάμησε με εσύ, μωρό μου..», ψιθυρίζει του Παυσανία σε μια ρομαντική χειρονομία που ενισχύει τον δεσμό μεταξύ τους, προσφέροντας ασφάλεια και ζεστασιά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια ερωτικών τους στιγμών. Ο Παυσανίας μόλις άκουσε τι του πρότεινε ο φίλος του, τα έπαιξε, ένιωσε ξαφνικά, έκπληξη, μπερδεύτηκε και αποδιοργανώθηκε.
Τα λόγια του Αλκιβιάδη πέφτουν σαν κεραυνός μέσα στη ζεστή σιωπή του δωματίου, αφήνοντας τον Παυσανία άφωνο. Με τα μάτια ορθάνοιχτα από την ξαφνική ανατροπή, μένει ακίνητος πάνω στο σώμα του, ανίκανος να πιστέψει αυτό που μόλις άκουσε. Η πρόταση αυτή γκρεμίζει μονομιάς κάθε καθιερωμένο ρόλο και δυναμική ανάμεσά τους, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με μια ευθύνη και μια θέση ισχύος που ποτέ του δεν είχε φανταστεί. «Εσύ... να σε γαμήσω εγώ;» ψελλίζει με φωνή τρεμάμενη, νιώθοντας το μυαλό του στροβιλίζεται από τα αντίρροπα συναισθήματα της έκπληξης, της αμηχανίας και μιας βαθιάς, πρωτόγνωρης προσμονής. Ο Αλκιβιάδης τον κοιτάζει στα μάτια με απόλυτη ηρεμία και ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος δισταγμού ή εγωισμού, αποδεικνύοντας πως η εμπιστοσύνη τους ξεπερνά κάθε στερεότυπο. Αυτή η πράξη παράδοσης, πέρα από τη σωματική της διάσταση, λειτουργεί ως η απόλυτη απόδειξη αγάπης και τρυφερότητας, δένοντάς τους ακόμα πιο σφιχτά. Καθώς ο Παυσανίας συνέρχεται από το αρχικό σοκ, η σύγχυση αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια νέα, ηλεκτρική αίσθηση κυριαρχίας, καθιστώντας τον έτοιμο να πάρει τα ηνία.
Ο Παυσανίας τον κοιτάζει βαθιά στα μάτια, προσπαθώντας να διαβάσει την αλήθεια πίσω από το βλέμμα του, καθώς η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να του προκαλέσει ακούσιο πόνο τον κάνει να διστάζει. Ο φόβος μήπως κάτι πάει στραβά και η ευαίσθητη ισορροπία της σχέσης τους κλονιστεί λειτουργεί σαν φρένο, κάνοντάς τον να αναρωτιέται αν πρέπει να το αναβάλουν. «Μήπως θέλεις να το αφήσουμε για αργότερα;! Όταν θα ηρεμήσεις;» τον ρωτάει με τρυφερότητα, ψάχνοντας μια διέξοδο ασφάλειας. Ο Αλκιβιάδης όμως δεν αφήνει περιθώρια για δεύτερες σκέψεις. Σηκώνεται ελαφρά, παίρνοντας ύφος απόλυτης αυθεντικότητας, και του απαντά κοφτά, με τη φωνή ενός πλοιάρχου που δίνει διαταγή στη γέφυρα ενός πολεμικού πλοίου: «Σου είπα! Γάμησε με εσύ!». Η αυστηρότητα στη φωνή του μαλακώνει αμέσως μόλις βλέπει τη σύγχυση του συντρόφου του, προσθέτοντας με πιο ζεστό τόνο. «Θα δοκιμάσουμε και αν με πονέσεις σταματάμε αμέσως». Η εσωτερική ένταση του Παυσανία αρχίζει να λιώνει μπροστά σε αυτή την απόλυτη επίδειξη εμπιστοσύνης. Οι ρόλοι αντιστρέφονται οριστικά, και η προσμονή παίρνει τη θέση του φόβου, καθώς ετοιμάζεται να περάσει σε μια εντελώς νέα, ανατρεπτική φάση της επαφής τους.
Ο Αλκιβιάδης γυρίζει και στήνεται στα τέσσερα πάνω στα σεντόνια. Ο πούτσος του παραμένει αδρανής και η αρχιδοσακούλα του χαλαρή από την κούραση, όμως το σώμα του τρέμει από την προσμονή αυτής της πρωτόγνωρης ανατροπής. Ξαφνικά, νιώθει τον Παυσανία να σηκώνεται και να απομακρύνεται από το κρεβάτι, κάνοντάς τον να τιναχτεί ελαφρά. «Εε, που πας;» ρωτάει με μια ξαφνική αγωνία στη φωνή του.
«Ηρέμησε, αγορίνα μου, εδώ είμαι, δεν φεύγω» του απαντάει καθησυχαστικά ο Παυσανίας.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα επιστρέφει, πλησιάζει από πίσω και στήνεται ακριβώς πίσω του. Το ένα του χέρι αρχίζει να χαϊδεύει καταπραϋντικά την ιδρωμένη πλάτη του Αλκιβιάδη, ενώ το άλλο γλιστρά χαμηλότερα, χαϊδεύοντας απαλά τους γλουτούς και τον κώλο του. Ο Αλκιβιάδης αισθάνεται ξαφνικά ένα δάχτυλο να πλησιάζει την κωλοτρυπίδα του και, μαζί του, μια δροσερή, γλυκιά υγρασία καθώς αυτό γλιστράει προσεκτικά προς τα μέσα.
«Ρε μωρό μου, τι είναι αυτό που μου βάζεις;» ρωτάει μπερδεμένος, νιώθοντας το λιπαντικό να απλώνεται.
«Είπαμε, ηρέμησε, αντράκλα μου! Ημιδιαφανής σύνθεση GEL ξυρίσματος για ευαίσθητες περιοχές, χωρίς χρωστικές, αρώματα και σιλικόνες» του εξηγεί ψιθυριστά ο Παυσανίας.
Ο Αλκιβιάδης γυρίζει ελαφρά το κεφάλι πίσω, με τα μάτια του γεμάτα απορία και μια δόση χιούμορ μέσα στην καύλα της στιγμής:
«Τι, θα με ξυρίσεις;»
«Όχι, αντράκλα μου, μην ανησυχείς! Να σε γαμήσω θέλεις, όχι να σε ξυρίσω!» του απαντά χαμογελώντας ο Παυσανίας, έτοιμος να πάρει τα ηνία και να προχωρήσει στο επόμενο βήμα.
Εντάξει μη κρυβόμαστε θελει λιγο επίπονη δουλίτσα από ότι βλέπω η κωλότρυπα σου! Αλλά τη φαντάζομαι πως μόλις γευτεί ευχάριστα το κωλοδάχτυλο, η αλανιάρα μας θα αναζητάει και πούτσο. Κοίτα πως της αρέσει που την χαϊδεύω. Απλά τώρα που ήρθε η ώρα να χάσεις και εσύ την παρθενιά σου βάζω και το δροσιστικό τζελ για να στον βάλω ποιο ανώδυνα, και όταν ο πούτσος μου θα μπαίνει να ανοίγει πιο εύκολα την τρύπα σου.»
Ο Αλκιβιάδης γυρίζει το κεφάλι του κοιτάζοντάς τον με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο, αφήνοντας ένα ελαφρύ, ανακουφισμένο γέλιο να ξεφύγει από τα χείλη του: «Καλά, για δες τον... Εσύ ήρθες να με γαμήσεις ή να μου κάνεις σεμινάριο λίπανσης; Άντε, τελείωνε, μη μασάς, ξέρεις εσύ!».
Ο Παυσανίας, με το βλέμμα του να σκοτεινιάζει από την ηδονή και την απόλυτη συγκέντρωση, συνεχίζει τις κινήσεις του. Το δάχτυλό του, τυλιγμένο στη δροσερή αίσθηση του τζελ, αρχίζει να κινείται πιο ρυθμικά μέσα στον σφιχτό, απροετοίμαστο ακόμα κώλο του Αλκιβιάδη. Με αργές, σταθερές περιστροφές, διευρύνει το στενό πέρασμα, μαλακώνοντας τους μυς που αντιστέκονται στη νέα πραγματικότητα. «Χαλάρωσε, αγορίνα μου, άσε με να κάνω τη δουλειά μου... να δεις πόσο ωραία θα το πάρεις σε λίγο», του ψιθυρίζει στο αυτί, σκύβοντας να του φιλήσει την ιδρωμένη πλάτη.
Ο Αλκιβιάδης σφίγγει τα δόντια του πάνω στα σεντόνια, νιώθοντας το εσωτερικό του να ανοίγει και να προσαρμόζεται σε αυτό το ξένο, απολαυστικό βάρος. Η αίσθηση της πλήρους παράδοσης τον διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα, κάνοντας τον χαλαρό του πούτσο να αρχίζει σιγά-σιγά, σχεδόν αθέλητα, να ξυπνάει ξανά από το λήθαργο, έτοιμος να υποδεχτεί το επόμενο στάδιο αυτής της τολμηρής εναλλαγής ρόλων.
Ο Αλκιβιάδης, στημένος στα τέσσερα πάνω στα σεντόνια, αφήνει έναν βαθύ, ηδονικό αναστεναγμό καθώς η δροσερή αίσθηση του τζελ και η κίνηση του δαχτύλου τον τραβούν σε έναν άλλο κόσμο απόλαυσης. Ανασηκώνει πιο ψηλά τον πισινό του, προσφέροντας τον εαυτό του ολοκληρωτικά, και γυρίζει το κεφάλι του πίσω με βλέμμα λαμπερό. «Ναι, μωρό μου... παίξε κι άλλο μαζί της, άνοιξέ με καλά, να είμαι έτοιμος για σένα».
Ο Παυσανίας ανταποκρίνεται αμέσως στην επιθυμία του. Σκύβει πιο χαμηλά και αρχίζει να καλύπτει με φιλιά τα σφιχτά κωλομάγουλα του, αφήνοντας τα χείλη του να γλιστρούν αργά προς την ευαίσθητη περιοχή. Η γλώσσα του αρχίζει να χορεύει κυκλικά, γλείφοντας πότε το ένα και πότε το άλλο μάγουλο με μαεστρία, πριν επικεντρωθεί αποκλειστικά στον στόχο. Με μια απαλή κίνηση, αφήνει μια γενναία ποσότητα από το δροσερό τζελ πάνω στην κωλοτρυπίδα του Αλκιβιάδη, ανακατεύοντας το με τη ζεστή του ανάσα και τις υγρές κινήσεις της γλώσσας του, μέχρι να μαλακώσει κάθε μυς και να προετοιμάσει το έδαφος για την τελική, ανατρεπτική διείσδυση.
«Μωρό μου πως το βλέπεις τι λέει η σούφρα μου είναι σφιχτή;»
«Αγορίνα μου, η κωλότρυπα σου είναι σουφρωμένη σαν γκρόβερ, που δεν αφήνει τη βίδα να ξεσφίξει! Άλλο πράμα! Έτοιμη να μου πιάσει το πουτσοκέφαλο και να μου το πνίξει. Σ’ ευχαριστώ για τον κώλο που μου δίνεις. Δεν υπάρχει», του απαντά με φωνή βαριά και γεμάτη προσμονή ο Παυσανίας. Ταυτόχρονα, καθώς τα λόγια του αιωρούνται στο δωμάτιο, γυρίζει αργά το δάχτυλό του ακριβώς πάνω στην υγρή τρύπα και, δειλά, πολύ δειλά, το αφήνει να γλιστρήσει προς τα μέσα όσο παίρνει, ίσα ίσα μέχρι το νύχι, δοκιμάζοντας την πρώτη αντίσταση.
Ο Αλκιβιάδης τινάζεται ελαφρά, αφήνοντας έναν κοφτό βογκητό να του ξεφύγει, και γυρίζει να τον κοιτάξει παραξενεμένος από την ξαφνική πίεση.
«Ώπα, ρε μωρό μου!» του λέει με ύφος μισό αστείο, μισό προειδοποιητικό.
«Τι;» τον ρωτάει απορημένος ο Παυσανίας, παγώνοντας την κίνηση του χεριού του.
«Για πάμε λίγο σιγά!» του λέει, ζητώντας του να μετρήσει καλύτερα τα βήματά τους σε αυτόν τον εντελώς αχαρτογράφητο για εκείνον δρόμο.
Ο Αλκιβιάδης γυρίζει ελαφρά το κεφάλι του πίσω, κοιτάζοντας τον Παυσανία με ένα πονηρό, σχεδόν φιλοσοφικό χαμόγελο μέσα στην κάψα της στιγμής, και αφήνει τον αρχαίο μύθο να πέσει ανάμεσά τους σαν μια ελαφριά, παιχνιδιάρικη πρόκληση. «Βλέπεις;» του λέει με φωνή χαμηλή και ζεστή, ενώ το σώμα του παραμένει στημένο στα τέσσερα. «Ο Δίας μπορεί να ξέχασε την ντροπή και να την έστειλε να τρυπώσει από εκεί κάτω, αλλά έβαλε και τον όρο της. Αν μπει ο έρωτας, αυτή εξαφανίζεται αμέσως. Ε, λοιπόν, απόψε εδώ μέσα, ο έρωτας όχι απλά μπήκε από την μπροστινή πόρτα, αλλά έχει καταλάβει όλο το κάστρο. Οπότε, άσε την ντροπή να φύγει και κάνε αυτό που πρέπει...».
Ο Παυσανίας χαμογελάει με τα λόγια του, νιώθοντας το βάρος της αμηχανίας να διαλύεται εντελώς. Με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση, τυλίγει ξανά το δάχτυλό του με το δροσερό τζελ, σκύβει κοντά στο αυτί του και του ψιθυρίζει: «Αφού το λέει και η ιστορία, ποιος είμαι εγώ να χαλάσω το χατήρι του Δία;», πριν το ξαναγλιστρήσει αργά, σταθερά και με απόλυτη τρυφερότητα προς το εσωτερικό του.
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να χαλαρώσει ο έξω σφιγκτήρας για να επιτρέψει στον πούτσο να μπει στον κώλο. Το χάιδεμα και το δούλεμα της κωλοτρυπίδας με τα δάχτυλα ή τη γλώσσα βοηθάνε να ανοίξει η τρύπα.Το λιπαντικό γι’ αυτόν τον σκοπό είναι όχι μόνον απολύτως απαραίτητο, αλλά και πολύ πιο ευχάριστο από το σάλιο, το οποίο στεγνώνει αμέσως.» του λέει ο Παυσανίας.
Ο Αλκιβιάδης γυρίζει ελαφρά το κεφάλι του, κοιτάζοντάς τον με βλέμμα γεμάτο θαυμασμό και πονηρή λαχτάρα, ενώ τα λόγια του στάζουν απόλαυση: «Επιστήμονας είσαι στο πρωκτικό γαμήσι, μωρό μου! Επιστήμονας! Όλα τα κάνεις τόσο όμορφα, γι' αυτό ταιριάζουμε κι ώρα είναι να το προχωρήσουμε».
Ο Παυσανίας χαμογελάει με τα λόγια του, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα από την προσμονή. Η πρακτική τους ανάλυση δίνει τη θέση της στην πράξη. Αφού βεβαιώνεται ότι το δροσερό τζελ έχει απλωθεί επαρκώς και έχει μαλακώσει τους μυς, επιστρέφει στο δάχτυλό του, αποφασισμένος να το προχωρήσει λίγο πιο βαθιά με απόλυτη προσοχή. Με αργή, μεθοδική κίνηση, το αφήνει να γλιστρήσει πέρα από το νύχι, πιέζοντας απαλά τον σφιγκτήρα που αντιδρά γλυκά, αγκαλιάζοντάς το σφιχτά.
«Αναστέναζε, αγάπη μου... έτσι, πάρε μια βαθιά ανάσα και άφησέ το να μπει», του ψιθυρίζει στο αυτί, παρατηρώντας το κορμί του να τρέμει ελαφρά από την πίεση και την ηδονή. Καθώς το δάχτυλο κινείται ρυθμικά μέσα του, η ατμόσφαιρα βαραίνει από την προσμονή, φέρνοντάς τους όλο και πιο κοντά στην τελική, καθοριστική στιγμή της ένωσής τους.
Ο Αλκιβιάδης γέρνει ελαφρά το κεφάλι μπροστά, απορροφώντας κάθε λέξη του Παυσανία σαν να ακούει ευαγγέλιο. Η ηρεμία στη φωνή του συντρόφου του, συνδυασμένη με τα αργά, σταθερά χάδια στα ημισφαίρια των γλουτών του, διώχνει κάθε υποψία άγχους και μετατρέπει την αγωνία σε μια γλυκιά, σχεδόν υπνωτική προσμονή.
«Ο πρωκτός με το που θα μπουν τα πρώτα τρία εκατοστά είναι πολύ ευαίσθητος τόσο στον πόνο όσο και στην ηδονή», του εξηγεί απαλά ο Παυσανίας, συνεχίζοντας να κινεί το δάχτυλό του με απόλυτη μαεστρία, κάνοντας τους μύες να χαλαρώνουν όλο και περισσότερο κάτω από την πίεση του τζελ. «Σαν άντρας που έχεις προστάτη θα νιώσεις μια έντονη αίσθηση με τη βαθιά διείσδυση. Μπορεί να σου προκαλέσει έντονους οργασμούς σε όλο το σώμα που συνήθως είναι βαθύτεροι από τους αντίστοιχους του πέους. Και μπορεί να είναι οργασμοί χωρίς εκσπερμάτωση. Μερικές φορές η στύση χάνεται με τη διέγερση του προστάτη. Αυτό δεν είναι κακό, αγορίνα μου, σημαίνει ότι το επίκεντρο της καύλας μεταφέρθηκε αλλού».
Η συνειδητοποίηση αυτή πέφτει σαν λύτρωση στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Ξαφνικά, η προηγούμενη «αποτυχία» του πέους του παύει να είναι ήττα, μετατρέπεται σε φυσική συνέπεια ενός άλλου, πιο βαθύ μονοπατιού ηδονής. Ο Αλκιβιάδης αναστενάζει βαθιά, αφήνοντας το κορμί του να βυθιστεί ακόμα πιο πολύ στα χέρια του Παυσανία, νιώθοντας τη θερμοκρασία του σώματός του να ανεβαίνει επικίνδυνα. «Άντε λοιπόν... φέρε με εκεί», του ψιθυρίζει με φωνή πνιχτή, έτοιμος να παραδοθεί άνευ όρων στον οργαστικό κόσμο που του ανοίγει ο σύντροφός του.
Ο Παυσανίας προσθέτει μια ακόμα γενναία ποσότητα από το δροσερό τζελ στο δάχτυλό του και, με κινήσεις αργές και απόλυτα μετρημένες, το αφήνει να βυθιστεί ξανά στο εσωτερικό του Αλκιβιάδη, προχωρώντας βαθύτερα αυτή τη φορά.
«Πω ρε μωρό μου... Τι’ ν’ αυτό;» ψελλίζει ο Αλκιβιάδης με τα μάτια σφιχτά κλειστά, καθώς η κορυφή του δαχτύλου αγγίζει ευαίσθητες χορδές του σώματός του. Η αίσθηση δεν είναι απλώς ανεκτή, είναι απολαυστική, γεμάτη μια πρωτόγνωρη ζεστασιά. «Μη σταματάς, τι καύλα είναι αυτή, ρε μωρό μου!»
Ο ρυθμός παραμένει σταθερός, αργός και βασανιστικός, μακριά από βιασύνες. Ο σφιγκτήρας του Αλκιβιάδη, έχοντας πλέον χαλαρώσει και αποδεχτεί την ξένη παρουσία, αρχίζει να ανοιγοκλείνει ρυθμικά, αναρροφώντας το δάχτυλο σαν μικρή βεντούζα με μια σχεδόν αυτόνομη, ηδονική λαχτάρα.
«Μωρό μου, για δοκίμασε και βάλε ένα δεύτερο δάχτυλο στον κώλο μου, δεν βλέπεις ότι το πρώτο το συνήθισε η σούφρα μου και δεν το χορταίνει;» του ζητάει με φωνή λαχανιασμένη, νιώθοντας την ανάγκη για περισσότερη πληρότητα.
Ο Παυσανίας δεν του χαλάει το χατήρι. Ακολουθώντας τη ροή της επιθυμίας τους, γλιστράει προσεκτικά και ένα δεύτερο δάχτυλο δίπλα στο πρώτο, διευρύνοντας απαλά το πέρασμα. Την ίδια ακριβώς στιγμή, το ελεύθερο χέρι του τυλίγεται γύρω από τον μαλακό, μισοσηκωμένο πούτσο του Αλκιβιάδη, αρχίζοντας να τον χαϊδεύει και να τον ανεβοκατεβάζει με ρυθμό.
«Έτσι, έτσι...» βογκάει ο Αλκιβιάδης, με το κορμί του να σπαρταράει κάτω από την πίεση των διπλών ερεθισμάτων. «Γάμα τον... γάμα το πούστη τον κώλο μου για να μάθει που μας κάνει νάζια πως δεν θέλει! Έχει καυλώσει η τρύπα μου, μωρό μου, έχει καυλώσει η κατεργάρα η κωλότρυπα μου και θέλει ένα πούτσο μέσα της να ηρεμήσει, που μας κάνει κόνξες δήθεν πως δεν της αρέσει! Τώρα θυμάμαι τι μεγάλες χαρές που έκανε η τρύπα μου όταν τη χάιδευε με επιμονή στο παιχνίδι της απόλαυσης η Θεσσαλονικιά στο λιμάνι του Ρότερνταμ. Με τρέλανε και ήθελε να μου βάλει κωλοδάχτυλο η ρουφιάνα αλλά εγώ δεν την άφησα. Αυτή ήταν ικανή αν της έδινα την ευκαιρία μέχρι το δονητή της να μου βάλει.»
Ο Παυσανίας σταματά για ένα δευτερόλεπτο την κίνηση των δαχτύλων του μέσα στον σφιχτό κώλο του, τον κοιτάζει με ένα μείγμα έκπληξης και παιχνιδιάρικης ζήλιας, και αφήνει ένα ελαφρύ γέλιο να του ξεφύγει. «Ένα ένα μας τα λες, βαρβάτη αγορίνα μου... Τελικά έχεις ιστορία ολόκληρη στα λιμάνια της Ευρώπης, ε; Και τώρα μου κάνεις εμένα τον ντροπαλό».
Με τα δάχτυλά του να παραμένουν χωμένα και ζεστά στο εσωτερικό του, αρχίζει πάλι να τα ανοιγοκλείνει ρυθμικά, πιέζοντας απαλά προς την κατεύθυνση του προστάτη. «Καλά έκανες και δεν την άφησες τότε, γιατί αλλιώς δεν θα ήσουν τώρα εδώ στα χέρια μου να μου δίνεσαι έτσι. Άσε τη Θεσσαλονικιά στο Ρότερνταμ και κοίτα εδώ ποιος σε περιποιείται», του λέει ψιθυριστά στο αυτί, σκύβοντας να του δώσει ένα καυτό φιλί στον σβέρκο, ενώ το άλλο του χέρι συνεχίζει να ερεθίζει τον πούτσο του με κοφτές, απολαυστικές κινήσεις.
Ο Αλκιβιάδης αναστενάζει βαθιά, νιώθοντας τη μνήμη εκείνης της βραδιάς να σβήνει μπροστά στη φωτιά που καίει τώρα πάνω στα σεντόνια τους, απόλυτα παραδομένος στην κυριαρχία του Παυσανία.
Ο Παυσανίας, βλέποντας τα δάχτυλά του να εξαφανίζονται μέσα στον υγρό, ορεξάτο κώλο του Αλκιβιάδη, νιώθει το δικό του κορμί να φλέγεται από μια ακατανίκητη, πρωτόγονη ορμή. Η υπομονή του έχει εξαντληθεί, το οχυρό είναι πλέον ανοιχτό, οπλοστάσιο και τείχη έχουν παραδοθεί, και ο ίδιος δεν αντέχει ούτε δευτερόλεπτο μακριά από αυτό που λαχταρά. Τραβάει απότομα αλλά προσεκτικά τα δάχτυλά του έξω από τον Αλκιβιάδη, αφήνοντας μια ελαφριά κενότητα που αμέσως ζητά αναπλήρωση. Αμέσως μετά, αρπάζει τον καυλωμένο, σκληρό πλέον δικό του πούτσο και αρχίζει να τον τρίβει πάνω-κάτω, νωπά-νωπά πάνω στην αφρώδη από το τζελ κωλοτρυπίδα του συντρόφου του. Η τριβή είναι ηλεκτρική, μια παλαβή αίσθηση που κάνει τα δέρματα να κολλάνε και να γλιστρούν μες στην κάψα.
Ο Αλκιβιάδης, στημένος στα τέσσερα, αισθάνεται τον σφιγκτήρα του να συσπάται ακούσια, παλλόμενος από μόνος του σε κάθε άγγιγμα της καυτής ψωλής.
«Χαλάρωσε, αγορίνα μου, να μπει πιο εύκολα!» του ψιθυρίζει λαχανιασμένος στο αυτί ο Παυσανίας, με τη φωνή του να τρέμει από την ένταση. «Βλέπω πως είναι έτοιμη, λες και ανοιγοκλείνει αυτόματα μόλις ένιωσε τη καυλωμένη ψωλή μου! Είδες πόσο έτοιμη πουτανίτσα είσαι, αγορίνα μου, που μου κάνεις το βαρβάτο αρσενικό;»
Ο Αλκιβιάδης θάβει το πρόσωπό του στα μαξιλάρια, αφήνοντας έναν βαθύ, τρελό στεναγμό να του ξεφύγει, εντελώς παραδομένος στον ρόλο του, έτοιμος να δεχτεί το τελικό χτύπημα και να νιώσει τον Παυσανία να τον κυριεύει ολοκληρωτικά.
Ο Αλκιβιάδης κουνάει νευρικά τους γλουτούς του πάνω στα σεντόνια, πνιγμένος στην κάψα και ανίκανος να συγκρατήσει τα σκιρτήματα του σώματός του.
Ο Παυσανίας του αρπάζει τα ισχία με τα δύο του χέρια, ακινητοποιώντας τον ελαφρά για να του δώσει την τελική οδηγία. Η φωνή του είναι βαριά, γεμάτη αυταρχική τρυφερότητα: «Δες πως άρχισε να κωλοκουνιέται ο ξεκωλιάρης μου. Δεν συγκρατείται από την καύλα. Έλα τώρα να φας και την πούτσα μου. Πάρε αναπνοή και κράτα τη. Άκου με και σε λίγο θα με παρακαλάς να σε γαμήσω σκληρά. Κράτα ανάσα. Μην τραβηχτείς με τίποτα! Ο πρώτος πόνος θα περάσει γρήγορα. Δεν είναι εύκολο να χαλαρώσεις αυτούς τους μυς».
Συνεχίζει να τον καθοδηγεί ψιθυριστά, δίνοντάς του το μυστικό της απόλυτης χαλάρωσης: «Δοκίμασε αυτό. Όταν είμαι έτοιμος να μπω μέσα σου, σφίξε σαν να σφίγγεις για να μην κάνεις κακά. Σφίξε μέχρι να μην μπορείς άλλο. Θα χάσεις κυριολεκτικά την ικανότητα να σφίγγεις μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Θα πρέπει να νιώσω ότι ο μυς σου χαλαρώνει και θα μπω λίγο μέσα καθώς θα σε γαμάω. Επανάλαβε μερικές φορές μέχρι να μπω όλος μέσα και οι μύες σου να έχουν χαλαρώσει στο μέγεθός μου». Ο Αλκιβιάδης παίρνει μια βαθιά, κοφτή ανάσα, κλείνει τα μάτια και κάνει ακριβώς αυτό που του είπε. Σφίγγει τον σφιγκτήρα του με όλη του τη δύναμη μέχρι που οι μύες του τρέμουν από την υπερπροσπάθεια, περιμένοντας το κρίσιμο δευτερόλεπτο που η αντίσταση θα σπάσει και ο Παυσανίας θα βυθιστεί μέσα του.
Ο Παυσανίας κρατάει τον ρυθμό απόλυτα μελετημένο, αποδεικνύοντας στον Αλκιβιάδη πως ξέρει ακριβώς τι κάνει και πώς να τον προστατεύσει από περιττούς πόνους. Καθώς νιώθει τον σφιγκτήρα να παραδίδεται και τους μυς να μαλακώνουν κάτω από την τεχνική και το τζελ, παίρνει βαθιά ανάσα, ευθυγραμμίζεται και σπρώχνει σταθερά μπροστά. Το στρογγυλό πουτσοκέφαλο βρίσκει την αντίσταση των πρώτων εκατοστών, πιέζει απαλά και αρχίζει να χώνεται στο στενό πέρασμα.
«Ανάσα βαθιά και τώρα θα γίνεις κανονικός πούστης! Τώρα που άρχισε να γλιστράει μέσα σου εσύ σπρώξε απαλά σαν να προσπαθείς να πας στην τουαλέτα να κάνεις την ανάγκη σου για να χαλαρώσει ο σφιγκτήρας», του ψιθυρίζει στο αυτί, δίνοντάς του την τελευταία, καίρια οδηγία.
Ο Αλκιβιάδης ακολουθεί τη συμβουλή, σπρώχνοντας ανεπαίσθητα προς τα κάτω σαν να αφήνεται στην τουαλέτα. Την ίδια στιγμή, το καυτό κεφάλι της ψωλής διαπερνά το οχυρό.
«Ααχ... Μου μπήκε..!» ξεφωνίζει ο Αλκιβιάδης, με τη φωνή του να σπάει ανάμεσα σε βογγητό και ανακούφιση, καθώς αισθάνεται το παχύ, καυτό σώμα του πέους να γεμίζει επιτέλους την κωλοτρυπίδα του και να τον μεταμορφώνει ολοκληρωτικά.
Ο Παυσανίας νιώθει τον σφιχτό, καυτό κώλο να σφίγγεται γύρω από το κεφάλι του πέους του και η ηδονή τον χτυπάει κατακέφαλα, κάνοντας την αναπνοή του βαριά και κοφτή.
«Ναι, αγάπη μου, μπήκε...» ψιθυρίζει με φωνή πνιχτή από την ένταση, καθώς συνεχίζει να πιέζει σταθερά τα επόμενα εκατοστά, βυθίζοντας όλο και περισσότερο το κορμί του μέσα στον Αλκιβιάδη.
Η κυριαρχική του διάθεση φουντώνει. Τα χέρια του δεν περιορίζονται πια στη μέση, αγκαλιάζουν σφιχτά ολόκληρο το κορμί του συντρόφου του, τον χουφτώνουν και τον τραβούν πιο κοντά του, μην αφήνοντάς του περιθώριο διαφυγής. Τα χείλη του κατεβαίνουν λαίμαργα στον λαιμό του Αλκιβιάδη, αφήνοντας καυτά, υγρά φιλιά που αναστατώνουν κάθε του αίσθηση, πριν τα δάχτυλά του γλιστρήσουν μπροστά και πιάσουν τις ευαίσθητες θηλές του, τσιμπώντας τες και χαϊδεύοντας τες έντονα. Ο Αλκιβιάδης τινάζεται ολόκληρος κάτω από αυτό το διπλό κύμα απόλαυσης και πίεσης, αφήνοντας έναν παρατεταμένο, ηδονικό στεναγμό να χαθεί στα σεντόνια, καθώς νιώθει τον Παυσανία να τον κυριεύει ολοκληρωτικά σε κάθε επίπεδο.
«Ο Αλκιβιάδης ανασηκώνει τη μέση του προσφέροντας ακόμα περισσότερο χώρο, με το κορμί του να τρέμει από το κοκτέιλ του πόνου και της πρωτόγνωρης απόλαυσης. «Με πονάς, γλυκό μου καθαρματάκι, Παυσανία», του λέει με μια φωνή που στάζει λατρεία και παράδοση.
«Θα σε πονάω, αγορίνα, μέχρι να βγάλεις γάλα. Με έχουν τρελάνει τα βυζιά σου και η κωλάρα σου», του απαντά ο Παυσανίας με μια πρωτόγνωρη αγριάδα στη φωνή του, καθώς δίνει μια πιο αποφασιστική, βαθιά ώθηση που καλύπτει και το υπόλοιπο μήκος του πέους του μέσα στο στενό πέρασμα.
Ο Αλκιβιάδης βγάζει έναν μακρόσυρτο, τρελό βογκητό ηδονής, υπογραμμίζοντας την απόλυτη παράδοσή του στις ορέξεις του συντρόφου του. Ένα έντονο ρίγος διαπερνά τη ράχη του από άκρη σε άκρη, καθώς τα λόγια του Παυσανία επιβεβαιώνουν την απόλυτη ανάγνωση των πιο κρυφών του επιθυμιών. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο γίνεται ηλεκτρισμένη και βαριά, γεμάτη από τον ιδρώτα και την ανάσα δύο σωμάτων που έχουν γίνει πια ένα. Ο Παυσανίας αρχίζει τώρα να κινείται με ρυθμό σταθερό και αμείλικτο, χτυπώντας τον πισινό του με δύναμη, μετατρέποντας το κρεβάτι τους σε πεδίο απόλυτης ερωτικής λύτρωσης, όπου ο πόνος και η ηδονή γίνονται ένα και το αυτό.
«Ο Παυσανίας παραμένει ακίνητος μέσα του, με το καυτό σώμα του να πιέζει σταθερά την πλάτη του Αλκιβιάδη, αφήνοντας τα λόγια αυτά να αιωρούνται στο σκοτεινό δωμάτιο και να βαθαίνουν ακόμα περισσότερο τη σύνδεσή τους. Το βάρος του είναι οικείο, καθησυχαστικό και ταυτόχρονα απόλυτα κυριαρχικό.
«Το ήξερες από την αρχή, έτσι;» του ψιθυρίζει χαμηλά στο αυτί, με τη φωνή του να τρέμει από την ένταση και τη συγκίνηση. «Που το έκρυβες όλο αυτόν τον καιρό, αγορίνα μου; Που άφηνες εμένα να νομίζω πως εγώ κρατάω τα ηνία, ενώ εσύ λαχταρούσες να παραδοθείς;» Τα δάχτυλα του Παυσανία αφήνουν για λίγο τις θηλές του και γλιστρούν μπροστά, πιάνοντας ξανά τον μαλακό, ημιτελή πούτσο του Αλκιβιάδη, αρχίζοντας να τον χαϊδεύουν με μια αργή, υπομονετική κίνηση που θυμίζει υπόσχεση. Η ανάσα τους γίνεται ένα, βαριά και ζεστή, καθώς η συνειδητοποίηση αυτής της κρυφής επιθυμίας ενώνει τις ψυχές τους πέρα από τα κορμιά.
«Τώρα όμως δεν είναι όνειρο» συνεχίζει ο Παυσανίας, κοιτώντας τον με βλέμμα που λιώνει κάθε άμυνα. «Είσαι ακριβώς εδώ, κάτω από μένα, και είσαι δικός μου με τον πιο απόλυτο τρόπο».
Με μια αργή, βαθιά και γεμάτη πάθος ώθηση, ξαναρχίζει να κινείται μέσα του, δίνοντας στον Αλκιβιάδη ακριβώς αυτό που ονειρευόταν τόσες νύχτες, μετατρέποντας την εξομολόγηση σε πράξη αιώνιας λατρείας.
Ο Αλκιβιάδης χάνει για δευτερόλεπτα την αναπνοή του καθώς το σώμα του αναποδογυρίζει, μεταφέροντας όλο το βάρος της στιγμής σε μια νέα, ακόμα πιο εκτεθειμένη πραγματικότητα. Βρίσκεται πλέον ανάσκελα, με τα πόδια του ψηλά και ανοιχτά, εντελώς παραδομένος στη θέα του Παυσανία που στέκεται από πάνω του, έτοιμος να τον κυριεύσει κατά μέτωπο. Η αίσθηση του πέους που παραμένει σφηνωμένα μέσα του, έτοιμο να ξαναρχίσει, τον κάνει να τρέμει ολόκληρος από μια γλυκιά, σχεδόν βασανιστική αδυναμία.
«Έτσι... κοίτα με», του ψιθυρίζει ο Παυσανίας, με το βλέμμα του να καίει από απόλυτη κυριαρχία και πόθο. «Τώρα δεν μπορείς να κρυφτείς ούτε πίσω από τα χέρια σου ούτε από τα σεντόνια. Δικός μου είσαι». Με τα χέρια του να πιάνουν σταθερά τους γοφούς του Αλκιβιάδη, σαν να κρατάει τα ηνία ενός ολόκληρου κόσμου, δίνει την πρώτη βαθιά, σαρωτική ώθηση σε αυτή τη νέα στάση. Το χτύπημα χτυπά κατευθείαν στον προστάτη, κάνοντας τον Αλκιβιάδη να πετάξει το κεφάλι του πίσω στα μαξιλάρια με έναν πρωτόγνωρο, διαπεραστικό λυγμό ηδονής και τρωτότητας. Ο απόλυτος έλεγχος έχει περάσει οριστικά στον Παυσανία, ενώ ο Αλκιβιάδης, λυτρωμένος από κάθε σκέψη και άμυνα, αφήνεται να καεί στη φωτιά αυτής της απόλυτης υποταγής.
Ο Αλκιβιάδης αναπνέει βαριά, με το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και τα μάτια του να γυαλίζουν από τη συγκίνηση και την καύλα. Το άκουσμα αυτών των λέξεων τον διαλύει οριστικά, γκρεμίζοντας και την τελευταία του άμυνα.
«Ναι... κάνε με ό,τι θες...» ψελλίζει με φωνή σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς νιώθει τα δυνατά δάχτυλα του Παυσανία να τον σημαδεύουν στα ισχία, κρατώντας τον ακίνητο και έκθετο στο έλεος του.
Ο Παυσανίας δεν βιάζεται. Αφήνει το βάρος του κορμιού του να πέσει πιο κοντά, νιώθοντας τους χτύπους της καρδιάς τους να συντονίζονται. Με μια αργή, βασανιστικά μετρημένη ανάκληση, τραβάει το πέος του σχεδόν έξω πριν το ξαναχώσει βαθιά, σημαδεύοντας ακριβώς τον προστάτη και κάνοντας τον Αλκιβιάδη να πετάξει τα χέρια του ψηλά, ψάχνοντας να πιαστεί από τους ώμους του. Η νύχτα απλώνεται μπροστά τους σαν ένας ατελείωτος καμβάς απόλαυσης, όπου η κυριαρχία και η υποταγή χορεύουν τον πιο παλιό και λυτρωτικό χορό.
Ο Παυσανίας ανταποκρίνεται στο κάλεσμα με μια αγριότητα που πηγάζει από τη βαθιά του λατρεία. Τα χέρια του σφίγγονται πιο δυνατά στους γοφούς, μηδενίζοντας την απόσταση, ενώ οι κινήσεις του γίνονται πιο πυκνές, πιο επιτακτικές, χτυπώντας το σώμα του Αλκιβιάδη με έναν αμείλικτο, υπέροχο ρυθμό.
«Δικός μου είσαι... ολοκληρωτικά και για πάντα δικός μου», του ψιθυρίζει στο στόμα, κλείνοντας την ανάσα του με ένα φιλί γεμάτο φωτιά και διεκδίκηση.
Κάθε φορά που το πέος του εισχωρεί βαθιά, σημαδεύοντας τον πυρήνα της ύπαρξης του Αλκιβιάδη, ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Το σώμα του Αλκιβιάδη ανταποκρίνεται με σπασμούς, τρεμούλα και απελπισμένα σφιξίματα του σφιγκτήρα, προσπαθώντας να τον κρατήσει μέσα του, να τον απορροφήσει, να γίνει ένα μαζί του. Η έκσταση αγγίζει τα όρια του πόνου, μετατρέποντας κάθε αναπνοή σε κραυγή παράδοσης.
«Παύση δεν έχεις απόψε, αγορίνα μου», του ομολογεί βραχνά ο Παυσανίας, επιταχύνοντας τις ώθήσεις του, οδηγώντας τους δύο τους σε μια δίνη αχαλίνωτης ηδονής, όπου η υποταγή δεν είναι αδυναμία, αλλά η υπέρτατη λύτρωση.
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν πλέον φορτισμένη από τον ήχο των σωμάτων που ενώνονταν, καθώς η ένταση κλιμακωνόταν, οδηγώντας τους και τους δύο σε μια κορύφωση που έμοιαζε να μην έχει τέλος. Ο Παυσανίας σταμάτησε για μια στιγμή, εγκλωβίζοντας τον Αλκιβιάδη ανάμεσα στα χέρια του, και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, με μια έκφραση που συνδύαζε την αυστηρότητα του κυρίαρχου και την τρυφερότητα ενός εραστή. Ο Αλκιβιάδης μένει για μια στιγμή ακίνητος μέσα στη ζεστασιά που τον γεμίζει, με την ανάσα του κομμένη και τα μάτια του καρφωμένα στο βλέμμα του Παυσανία. Τα λόγια αυτά λειτουργούν σαν λύτρωση, διαλύοντας κάθε τελευταία σκιά αμφιβολίας ή εσωτερικής πάλης.
«Συμφωνώ...» ψιθυρίζει με φωνή τραχιά και γεμάτη απόλυτη παράδοση. «Το θέλω. Θέλω να είμαι δικός σου, με όλη μου τη δύναμη και με όλο μου το είναι». Ο Παυσανίας χαμογελάει με μια άγρια, βαθιά τρυφερότητα. Τα χέρια του σφίγγονται ξανά γύρω από τους γοφούς του Αλκιβιάδη και, με μια αργή, σαρωτική ώθηση που φτάνει ως τα βάθη της ύπαρξής του, ξαναρχίζει να κινείται. Ο ρυθμός δεν είναι πια απλώς ερωτικός, είναι τελετουργικός, μια κοινή πορεία προς την απόλυτη κορύφωση.
Ο Αλκιβιάδης, με το πρόσωπο κατακόκκινο από την ηδονή και την αναταραχή των συναισθημάτων του, έσφιξε τα χέρια του γύρω από τους ώμους του Παυσανία. Η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας μέσα στην υποταγή τον ζάλισε. «Συμφωνώ...» ψιθύρισε, με τη φωνή του να τρέμει από την ένταση. «Αρκεί να είσαι εσύ αυτός που θα με οδηγεί. Δεν θέλω κανέναν άλλον να με κάνει να νιώθω έτσι. Κάνε με ό,τι θέλεις, αρκεί να συνεχίσεις να με έχεις...»
Ο Παυσανίας αφήνει ένα βαθύ, σχεδόν κτητικό αναστεναγμό να του ξεφύγει, καθώς ακούει την ομολογία που σφραγίζει οριστικά την παράδοση του συντρόφου του. Τα μάτια του λάμπουν στο ημίφως του δωματίου, σκοτεινά από την απόλυτη ικανοποίηση και το πάθος που δεν λέει να κοπάσει.
«Δικός μου είσαι, αποκλειστικά και για πάντα», του απαντά με φωνή βραχνή και σταθερή, σαν όρκος χαραγμένος σε πέτρα.
Με τα χέρια του να τον κρατούν σφιχτά και ακλόνητο στα ισχία, ο Παυσανίας ξαναρχίζει να κινείται μέσα του. Οι κινήσεις του δεν είναι πια βιαστικές· είναι αργές, βαθιές και μετρημένες, σχεδόν υπνωτικές, σχεδιασμένες για να ανασύρουν και την παραμικρή σταγόνα ηδονής από τα έγκατα του Αλκιβιάδη. Κάθε φορά που το κορμί του πιέζει μπροστά, ο Αλκιβιάδης τινάζεται, αφήνοντας μικρούς, λαχανιασμένους στεναγμούς να πέφτουν στα σεντόνια, απόλυτα παραδομένος στη δύναμη και τη ζεστασιά του ανθρώπου που τον κρατάει.
Η νύχτα κυλάει αργά, γεμάτη από τους ήχους της ανάσας τους, τα κολλημένα από τον ιδρώτα δέρματα και τη σιωπηλή, αδιάσπαστη συμφωνία δύο αντρών που βρήκαν ο ένας στον άλλον την πιο βαθιά τους λύτρωση. Ο Αλκιβιάδης άφησε ένα δυνατό βογκητό να ξεφύγει από τα χείλη του, παραδιδόμενος ολοκληρωτικά σε αυτή τη νέα, συναρπαστική πραγματικότητα
«Μωρό μου τι γλύκα είναι αυτή που έχει ο κώλος, μ' αρέσει με τρελαίνει κυριολεκτικά το απολαμβάνω, έτσι μπράβο, έτσι μπράβο μωρό μου χώστον μου όλο του πούστη», και κούνησε μπρος πίσω τον κώλο του για να συναντήσει πιο έντονα τις διεισδύσεις του Παυσανία.
Ο Παυσανίας ανταποκρίνεται αμέσως στο κάλεσμα, αρπάζοντaς τον πιο σφιχτά από τη μέση, καθώς ο Αλκιβιάδης κινεί τους γοφούς του αντίστροφα, συναντώντας κάθε του ώθηση στα μισά του δρόμου με μια αχαλίνωτη, ζωώδη λαχτάρα.
«Έτσι ακριβώς, πάρε τον ολόκληρο...» του ψιθυρίζει στο αυτί ο Παυσανίας, με τη φωνή του να τρέμει από την κορύφωση που πλησιάζει απειλητικά.
Κάθε επαφή τους είναι πια ένας ανελέητος, υπέροχος χορός ηδονής. Ο Αλκιβιάδης αφήνει το σώμα του να λιώσει εντελώς, αφήνοντας τις κραυγές και τα βογγητά του να γεμίσουν το δωμάτιο, καθώς η τριβή στον προστάτη φέρνει τα κύματα της απόλαυσης το ένα μετά το άλλο, μετατρέποντας την υποταγή του σε μια θριαμβευτική έκρηξη ζωής.
Ο Αλκιβιάδης τινάζεται με όλο του το κορμί, αισθανόμενος τη βάλανο του Παυσανία να χτυπάει με ακρίβεια χιλιοστού στο πιο ευαίσθητο σημείο του εσωτερικού του, μια βύθιση τόσο ολοκληρωτική που αναζωογονεί κάθε του κύτταρο. Η τριβή είναι αμείλικτη και βαθιά. Το πέος του Παυσανία μπαινοβγαίνει ασταμάτητα μέσα στο υγρό, ζεστό του πέρασμα, και καθώς η ένταση φουντώνει, ο Αλκιβιάδης νιώθει τον δικό του μαλακό πούτσο να αντιδρά, να φουσκώνει και να σκληραίνει ξανά κάτω από τα σεντόνια, συνεπαρμένος από τον πυρετό της διείσδυσης.
«Αυτό ήταν, αγορίνα μου...» του ψιθυρίζει λαχανιασμένος στο αυτί ο Παυσανίας, με τη φωνή του να στάζει απόλυτη ικανοποίηση και καύλα. «...είσαι γεμάτος με τον πούτσο μου, μπαίνει και βγαίνει όλος μέσα στο κωλάντερο σου».
Ο Παυσανίας αφήνει το βάρος του να πέσει ολόκληρο πάνω στον Αλκιβιάδη, καλύπτοντας κάθε εκατοστό του κορμιού του με μια ζεστή, ακλόνητη αγκαλιά, ενώ ολόκληρο το μήκος του πέους του παραμένει βυθισμένο μέχρι τέρμα στο εσωτερικό του.
Τα χείλη του κινούνται λαίμαργα στον λαιμό, στη γραμμή της σιαγόνας και πίσω από τα αυτιά, αφήνοντας υγρά, καυτά φιλιά που αναστατώνουν κάθε του αίσθηση. Την ίδια στιγμή, τα χέρια του πιάνουν τις θηλές του και τις σφίγγουν με δύναμη, συνδυάζοντας την άγρια κτητικότητα με μια βαθιά, σχεδόν προστατευτική τρυφερότητα.
Αυτός ο διπλός ερεθισμός λειτουργεί σαν καταλύτης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει το μυαλό και το σώμα του να παραδίδονται άνευ όρων, αφήνοντας πίσω κάθε ίχνος της εξωτερικής του περηφάνιας, βιώνοντας μια πρωτόγνωρη, ολοκληρωτική θηλυκότητα στην αγκαλιά του εραστή του.
«Αααχ... Παυσανία... ναi!» ξεφεύγουν από το στόμα του κραυγές ευχαρίστησης, ασυγκράτητες και διαπεραστικές, καθώς τα χέρια του γαντζώνονται από τα σεντόνια και το κορμί του σπαρταράει κάτω από το βάρος της απόλυτης ευδαιμονίας.
«Πούστρα έγινα μωρό μου! Σαν ξεχειλωμένο μουνί έκανες τον κώλο μου! Στο τέλος θα μου φορέσεις καλτσόν και κιλότα.» του λέει του Παυσανία και σκύβει το στήθος στο στρώμα, ανοίγει τα πόδια του και υψώνει τα κωλομέρια του ο Αλκιβιάδης για να μπορέσει να δεχτεί την πίεση του κορμιού του Παυσανία πάνω του και να νιώσει τον πούτσο βαθιά στο κωλάντερο. Τον ένιωθε να γλιστράει μέσα του τα αρχίδια τους να τραμπαλίζονται και να συγκρούονται και του φαινόταν απίστευτο ότι θα τον γαμούσε ο φίλος του και θα ένιωθε τέτοια ηδονή. Πιάνοντας τον πούτσο του συνειδητοποιεί ξαφνικά πόσο σκληρός γίνεται όταν τον γαμάει ο Παυσανίας και πόσο τον τιμωρεί με την αδιαφορία του όταν κι αυτός τον αγνοεί. Ο Παυσανίας αφήνει ένα χαμηλό, επιδοκιμαστικό γέλιο να του ξεφύγει από το λαιμό, μια πολεμική κραυγή επιτυχίας που γεμίζει το δωμάτιο, καθώς βλέπει τον Αλκιβιάδη να προσφέρει το κορμί του με τόση δίψα και απόλυτη παράδοση.
«Καιρός ήταν να καταλάβεις τι αξίζεις, αγορίνα μου», του απαντά με φωνή βραχνή και γεμάτη πρόκληση, αρπάζοντας τον αποφασιστικά από τα κωλομέρια. Με τα χέρια του σφιχτά γαντζωμένα στους γοφούς του, ο Παυσανίας δίνει μια νέα, σαρωτική ώθηση που τον βυθίζει ολόκληρο μέσα του μεμιάς. Η τριβή είναι εκκωφαντική· τα παχιά αρχίδια τους συγκρούονται με δύναμη, χτυπώντας το ένα πάνω στο άλλο σε έναν ζωώδη, ρυθμικό παλμό που αντηχεί στα τοιχώματα. Ο Αλκιβιάδης, με το στήθος κολλημένο στο στρώμα και τα πόδια ορθάνοιχτα, νιώθει τον οργασμό να ανεβαίνει απειλητικά από τα έγκατα. Τα δάχτυλά του τυλίγονται γύρω από τον δικό του, πέτρινο και καυτό πούτσο, χαϊδεύοντας τον μανιωδώς πάνω στα σεντόνια. Η συνειδητοποίηση αυτής της παράξενης, απόλυτης εξάρτησης, της σκληρότητας που γεννιέται από την τιμωρία και τη φωτιά του κρεβατιού, τον τρελάνει ακόμα περισσότερο. «Γάμα με... σκλάβος σου είμαι!» ουρλιάζει πνιχτά στα μαξιλάρια, καθώς ο Παυσανίας επιταχύνει τον ρυθμό, μετατρέποντας την κορύφωση σε μια αναπόφευκτη, κοινή έκρηξη ηδονής και λύτρωσης.Ο Παυσανίας πιάνει τον ρυθμό που καίει τα σωθικά τους, τραβώντας το πέος του σχεδόν έξω πριν το ξαναχώσει βαθιά, με μια κίνηση γεμάτη μελετημένη αγριάδα που κάνει τον Αλκιβιάδη να σπαρταράει. Κάθε φόρα που ο πούτσος γλιστράει έξω και ξαναμπαίνει, η διευρυμένη, ζεστή κωλοτρυπίδα τον αγκαλιάζει λαίμαργα, απορροφώντας τον ολόκληρο σε έναν ασταμάτητο, υγρό παλμό.Ο Αλκιβιάδης έχει λιώσει εντελώς πάνω στα σεντόνια, με το πρόσωπο θαμμένο στα μαξιλάρια να βγάζει ασταμάτητα, πνιχτά βογγητά απόλαυσης που γεμίζουν το δωμάτιο. Η σκέψη και μόνο ότι αυτός ο καυτός, σκληρός ρυθμός μπορεί να τελειώσει τον πανικοβάλει, το μόνο που ζητάει το κορμί και το μυαλό του είναι να κρατήσει ο Παυσανίας τον έλεγχο, να μην αφεθεί ακόμα, να συνεχίσει να τον γαμάει αλύπητα για πάντα. «Μη χύσεις... Παυσανία, μη χύσεις ακόμα...» εκλιπαρεί με φωνή τραχιά και απεγνωσμένη, σφίγγοντας τα δάχτυλά του γύρω από το σεντόνι και σηκώνοντας πιο ψηλά τα κωλομέρια του για να του δώσει ακόμα καλύτερη πρόσβαση. «Κράτα το... θέλω να σε νιώθω μέσα μου, θέλω να με γαμάς έτσι όλη τη νύχτα...»
«Δεν θέλω μωρό μου να τελειώσεις με τίποτα. Θέλω να με γαμάς μέχρι να ξημερώσει.» του λέει.
«Τόσο λίγο;…» του λέει ο Παυσανίας, «σε λίγο ξημερώνει.»
«Θέλω να με γαμάς συνέχεια,» του λέει φωνάζοντας δυνατά. «Το άκουσες Μωρό μου θέλω να είσαι συνέχεια μέσα μου.»
Ο Παυσανίας αφήνει ένα κοφτό, σκοτεινό γέλιο να σπάσει στη σιωπή του δωματίου, μια πολεμική κραυγή ικανοποίησης που τροφοδοτείται από την απόλυτη λατρεία και την παράδοση του συντρόφου του.
«Αν αυτό θες, αγορίνα μου, έτσι θα γίνει», του ψιθυρίζει στο αυτί με φωνή βαριά και αμείλικτη, ενώ το σώμα του σκληραίνει ακόμα περισσότερο από την πρόκληση.
Αντί να αφεθεί στην κορύφωση που τον πολιορκεί, ο Παυσανίας αλλάζει τη γωνία του, τραβώντας τον ελαφρά από τα ισχία και χτυπώντας τον με μια νέα, ασύλληπτη φόρα που κόβει την ανάσα. Οι γοφοί του χτυπούν πάνω στα μαλακά κωλομέρια του Αλκιβιάδη με έναν ασταμάτητο, μεταλλικό ρυθμό, κάνοντας τον ιδρώτα να κυλάει ποτάμι στα κορμιά τους.
Ο Αλκιβιάδης χάνει κάθε αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Το μόνο που υπάρχει είναι το κάψιμο, η αδιαπραγμάτευτη παρουσία του Παυσανία μέσα του και η λυτρωτική βεβαιότητα ότι αυτή η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ.
Ο Παυσανίας γίνεται όλο και πιο άγριος, με κάθε του κίνηση να μοιάζει με αλύπητη επίθεση που συντρίβει κάθε ίχνος αντίστασης. Τα χέρια του τον αρπάζουν πιο σφιχτά από τη μέση, ενώ η τεράστια, καυτή πούτσα του μπαινοβγαίνει ασταμάτητα στον τελείως χαλαρωμένο, ορθάνοιχτο κώλο του Αλκιβιάδη, χτυπώντας με δύναμη τα κωλομέρια του στον κορμό του και κάνοντας τον ήχο της σάρκας να αντηχεί μέσα στη νύχτα. Την ίδια στιγμή, τα ζεστά δάχτυλα του Παυσανία τυλίγονται γύρω από τον σκληρό, μουσκεμένο από τα προκαταρκτικά πούτσο του Αλκιβιάδη, αρχίζοντας να τον χαϊδεύουν με μια τρυφερότητα που κάνει την αντίθεση με το βάναυσο γαμήσι ακόμα πιο ασύλληπτη. Ο Αλκιβιάδης είναι στα τέσσερα, με την πλάτη τοξωτή και το πρόσωπο θαμμένο στο στρώμα, εντελώς παραδομένος στη θέση του θύματος που λατρεύει τον θύτη του. Η κωλοτρυπίδα του σφίγγει σπασμωδικά, σαν να προσπαθεί να καταπιεί και να κρατήσει για πάντα μέσα της το κομμάτι του Παυσανία.
«Εδώ... εκεί... τελείωσε με!» ουρλιάζει πνιχτά, καθώς νιώθει τον δικό του οργασμό να κορυφώνεται βίαια, έτοιμος να εκραγεί από τη διέγερση και την υπέρτατη λύτρωση της υποταγής.
Ο Παυσανίας αφήνει ένα βαθύ, βραχνό γρύλισμα να του ξεφύγει, μια κραυγή που προδίδει πως τα όρια της δικής του αντοχής έχουν φτάσει στο κόκκινο. Η επιθυμία του μεταμορφώνεται σε αμείλικτη ορμή.
«Το θέλεις εσύ; Τότε πάρε το!» της ομολογεί με φωνή που τρέμει από την κορύφωση, καθώς τα χέρια του σφίγγονται σαν μέγγενη στους γοφούς του Αλκιβιάδη.
Με μια τελική, σαρωτική ώθηση που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, ο Παυσανίας θάβει ολόκληρο το μήκος του μέσα στο πυρακτωμένο, ορθάνοιχτο πέρασμα, χτυπώντας με τέτοια δύναμη που τα κορμιά τους τραντάζονται συθέμελα. Ο Αλκιβιάδης εκρήγνυται απόλυτα, αφήνοντας τα προκαταρκτικά υγρά του να κυλήσουν στα δάχτυλα του Παυσανία και πάνω στα μουσκεμένα σεντόνια, ενώ ταυτόχρονα το καυτό σπέρμα του Παυσανία αρχίζει να πλημμυρίζει τα σπλάχνα του σε μια κοινή, λυτρωτική παλίρροια ηδονής και παράδοσης.
Ο Παυσανίας, κυριευμένος από το θέαμα του Αλκιβιάδη που λικνιζόταν κάτω από τις κινήσεις του, ένιωσε κάθε μυς του σώματός του να πάλλονται από την ένταση. Η άρνηση του Αλκιβιάδη να τελειώσει η νύχτα λειτούργησε σαν προσκλητήριο για ακόμα μεγαλύτερη ορμή. «Αφού το ζητάς, αγορίνα μου, έτσι θα γίνει», αποκρίθηκε ο Παυσανίας με τη φωνή του να βγαίνει βραχνή και γεμάτη πάθος. «Απόψε ο χρόνος σταματά εδώ. Δεν θα βγω από μέσα σου αν δεν το επιτρέψω εγώ, και δεν θα σε αφήσω να πάρεις ανάσα αν δεν σε εξαντλήσω από την ηδονή και αφήνει ένα βαθύ, βραχνό γρύλισμα να του ξεφύγει, μια κραυγή που προδίδει πως τα όρια της δικής του αντοχής έχουν φτάσει στο κόκκινο. Η επιθυμία του μεταμορφώνεται σε αμείλικτη ορμή. «Το θέλεις εσύ; Τότε πάρε το!» της ομολογεί με φωνή που τρέμει από την κορύφωση, καθώς τα χέρια του σφίγγονται σαν μέγγενη στους γοφούς του Αλκιβιάδη. Με μια τελική, σαρωτική ώθηση που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, ο Παυσανίας θάβει ολόκληρο το μήκος του μέσα στο πυρακτωμένο, ορθάνοιχτο πέρασμα, χτυπώντας με τέτοια δύναμη που τα κορμιά τους τραντάζονται συθέμελα. Ο Αλκιβιάδης εκρήγνυται απόλυτα, αφήνοντας τα προκαταρκτικά υγρά του να κυλήσουν στα δάχτυλα του Παυσανία και πάνω στα μουσκεμένα σεντόνια, ενώ ταυτόχρονα το καυτό σπέρμα του Παυσανία αρχίζει να πλημμυρίζει τα σπλάχνα του σε μια κοινή, λυτρωτική παλίρροια ηδονής και παράδοσης.
Ο Αλκιβιάδης, με τα μάτια του να λάμπουν από την έκσταση, έσφιξε τα δόντια του, προσπαθώντας να απορροφήσει κάθε ίντσα του Παυσανία. Το σώμα του είχε γίνει ένα με το δικό του, μια χορογραφία πόθου που δεν χρειαζόταν λόγια. Κάθε ώθηση του Παυσανία ήταν πιο βαθιά, πιο επιτακτική, χτυπώντας στα σημεία εκείνα που έκαναν τον Αλκιβιάδη να παραληρεί. «Νιώθεις πώς ταιριάζουμε;» ψιθύρισε ο Παυσανίας, ενώ ο ρυθμός τους γινόταν όλο και πιο έντονος, σχεδόν βίαιος μέσα στην απόλυτη επιθυμία τους. «Είσαι δικός μου, ολοκληρωτικά δικός μου, σε κάθε σπιθαμή του κορμιού σου.» Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να μιλήσει. Το μόνο που έβγαινε από τα χείλη του ήταν ρυθμικά βογκητά που γέμιζαν το δωμάτιο, καθώς η αίσθηση του Παυσανία μέσα του τον έφτανε σε κορυφώσεις που δεν είχε καν φανταστεί ποτέ ότι υπήρχαν. Η αυγή πλησίαζε, αλλά για εκείνους, ο κόσμος είχε περιοριστεί μόνο στη δική τους ένωση, μια συμφωνία που συνεχίζει να γράφεται με τον πιο αισθησιακό τρόπο
Ο Παυσανίας σκύβει πάνω του, νιώθοντας τους παλμούς του Αλκιβιάδη να ταιριάζουν απόλυτα με τους δικούς του σε έναν πυρετό που δεν γνωρίζει κούραση. Τα χέρια του σφιγγoύνται ακόμα πιο δυνατά στους γοφούς του, κατευθύνοντάς τον με σταθερή, αμείλικτη ακρίβεια καθώς το πρώτο γκριζωπό φως της αυγής αρχίζει να τρυπώνει δειλά από τις χαραμάδες των παραθύρων, φωτίζοντας τα ιδρωμένα τους κορμιά.
«Κοίτα με...» του ζητάει με φωνή βραχνή και απόλυτα κυριαρχική, απαιτώντας να βλέπει την έκσταση στα μάτια του τη στιγμή ακριβώς που ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο βαθύς, πιο κοφτός. Ο Αλκιβιάδης υψώνει το βλέμμα του, συναντώντας το σκοτεινό, αδιάλλακτο πρόσωπο του εραστή του, και νιώθει ένα νέο κύμα ηδονής να τον διαπερνά από την κορυφή ως τα νύχια. Η υποταγή του δεν είναι αδυναμία· είναι η απόλυτη δύναμη αυτού που τολμά να παραδοθεί άνευ όρων. Αφήνει το κεφάλι του να ακουμπήσει ξανά στο μαξιλάρι, αφήνοντας τις κραυγές του να χαθούν στους τοίχους του δωματίου, καθώς η νύχτα παραδίδει τη σκυτάλη σε μια μέρα που τους βρίσκει αδιάσπαστα, αμετάκλητα ενωμένους.
Η πούτσα του Παυσανία μπαινόβγαινε σαν έμβολο και κάθε φορά που έμπαινε, ο Αλκιβιάδης έσπρωχνε τη λεκάνη του δυνατά, ώστε να νιώθει το γαμήσι πιο έντονα. Παραληρούσε από τον ερεθισμό του. «Αχχχ» φώναζε, «τι γαμήσι είναι αυτό που μου κάνεις ρε μωρό μου!», «Χρόνια είχα να ευχαριστηθώ τέτοια καύλα ο πούστης.»
Ο Παυσανίας δεν αφήνει περιθόριο ανάσας, ορμώντας μπροστά με μια αγριότητα που κάνει το κρεβάτι να τρίζει συθέμελα κάτω από το βάρος τους. Κάθε χτύπος είναι μια ολοκληρωτική διείσδυσή, μια αποθέωση της κυριαρχίας του πάνω στο κορμί του συντρόφου του.
«Αυτό είναι, δώσ’ τα όλα!» του γρυλίζει στο αυτί, αρπάζοντας τον πιο σφιχτά από τη μέση για να τον κρατήσει καρφωμένο στον ρυθμό του.
Ο Αλκιβιάδης παραληρεί, με τα δάχτυλά του να σκάβουν τα μαξιλάρια και τη λεκάνη του να ανταποδίδει κάθε ώθηση με λυσσαλέα λαχτάρα, απορροφώντας τον καυτό πούτσο μέχρι το μεδούλι. Η νύχτα έχει πια χαθεί, και το μόνο που μένει είναι ο παλμός της σάρκας, ο ιδρώτας και η απόλυτη, αχαλίνωτη ηδονή που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά της.
Ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας την πίεση να κορυφώνεται στα σπλάχνα του, δεν άντεχε άλλο την αργή, βασανιστική ρυθμική κίνηση του Παυσανία. Η ανάγκη του για την εκτόνωση είχε γίνει επιτακτική, σχεδόν επώδυνη. Με τα χέρια του σφιγμένα στα σεντόνια και το σώμα του να τεντώνεται, γύρισε ελαφρώς το κεφάλι του, αναζητώντας το πρόσωπο του Παυσανία στον ημίφωτο χώρο.
«Παυσανία...» ψιθύρισε, με τη φωνή του να βγαίνει σπασμένη, γεμάτη απόγνωση και πόθο. «Μη με βασανίζεις άλλο... νιώθω ότι θα εκραγώ. Πίεσε με, τώρα Μωρό μου! Θέλω να νιώσω το βάρος σου να με κυριεύει εντελώς. Τελείωσε το, σε παρακαλώ, γάμησε με μέχρι να μην έχω ανάσα!»
Ο Παυσανίας, αφουγκραζόμενος την απόλυτη παράδοση του Αλκιβιάδη και νιώθοντας τις συσπάσεις του σώματός του που τον «αγκάλιαζε» πιο σφιχτά από ποτέ, δεν μπόρεσε να αντισταθεί άλλο. Τα μάτια του άστραψαν από μια πρωτόγνωρη αγριότητα.
«Το θέλεις έτσι, λοιπόν;» αποκρίθηκε, και η φωνή του ήταν πλέον μια βραχνή κραυγή ικανοποίησης.
Με μια απότομη, αποφασιστική κίνηση, αύξησε τον ρυθμό του, εγκαταλείποντας την προηγούμενη αργή τακτική. Κάθε ώθηση ήταν πλέον βαθιά, σχεδόν βίαια, αναγκάζοντας τον Αλκιβιάδη να λυγίσει κάτω από την πίεση. Ο Παυσανίας είχε πλέον παρασυρθεί από τον ίδιο του τον ορμητικό πόθο, νιώθοντας τον Αλκιβιάδη να σπαρταρά κάτω από τον πούτσο του, καθώς η στιγμή της κορύφωσης πλησίαζε αναπόφευκτα, σαν μια καταιγίδα που δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί.
Ο Αλκιβιάδης άφησε μια μακρόσυρτη κραυγή να διαπεράσει τη σιωπή του δωματίου, καθώς το σώμα του άρχισε να τρέμει από την ένταση της εκσπερμάτωσης, νιώθοντας τον Παυσανία να παρασύρεται μαζί του στο ίδιο μονοπάτι της απόλυτης λύτρωσης.
στιγμή της κορύφωσης έμοιαζε με ηφαιστειακή έκρηξη, όπου ο χρόνος και ο χώρος έχασαν κάθε νόημα. Ο Παυσανίας, βυθισμένος μέχρι το μεδούλι στον Αλκιβιάδη, δεν κρατούσε πλέον τίποτα για τον εαυτό του. Κάθε ώθηση ήταν μια δήλωση κυριαρχίας, κάθε σπασμός του σώματός του μια υπόσχεση ολοκληρωτικής κατάκτησης. Καθώς ο Αλκιβιάδης παραληρούσε, δεχόμενος το καυτό σπέρμα του Παυσανία που έβρισκε διέξοδο μέσα στο κωλάντερο του, το σώμα του Παυσανία έτρεμε από την ένταση. Τα χέρια του, που είχαν γίνει ένα με τη μέση και τους γλουτούς του Αλκιβιάδη, τον κρατούσαν γερά, σαν να ήθελε να τον ενσωματώσει στο ίδιο του το είναι. Ο ιδρώτας που έρεε από το πρόσωπο και την πλάτη του Παυσανία πότιζε το δέρμα του Αλκιβιάδη, μια αναμειγμένη αίσθηση καυτής θερμότητας και απόλυτης ικανοποίησης.
«Είσαι δικός μου...» ψιθύρισε ο Παυσανίας με τη φωνή του να τρέμει από την εξάντληση και την κορύφωση, ενώ το σώμα του παρέμενε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητο, βυθισμένο στο έπακρο μέσα στον Αλκιβιάδη, για να απολαύσει κάθε τελευταία σταγόνα της ένωσης.
Ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας το σπέρμα του Παυσανία να πλημμυρίζει τα σπλάχνα του, έπεσε τελείως εξαντλημένος πάνω στα σεντόνια, με την αναπνοή του να είναι κοφτή και το πρόσωπό του να λάμπει από μια πρωτόγνωρη γαλήνη που διαδεχόταν τον καταιγισμό του πάθους. Το δωμάτιο γέμισε με τη βαριά μυρωδιά του έρωτα και τον ήχο των δύο κορμιών που προσπαθούσαν να ξαναβρούν τον ρυθμό της αναπνοής τους. Η σιωπή που ακολούθησε στο δωμάτιο ήταν βαρύτιμη, γεμάτη από τον απόηχο των αναπνοών τους που σιγά-σιγά άρχιζαν να συγχρονίζονται. Το βάρος του Παυσανία πάνω στην πλάτη του Αλκιβιάδη δεν ήταν απλώς σωματικό· ήταν η σφραγίδα μιας νίκης που είχε επιτευχθεί μέσα από τον ιδρώτα και την αμοιβαία παράδοση.Ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας τους τελευταίους σπασμούς του σώματος του Παυσανία να υποχωρούν, χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι. Ο Παυσανίας, με το πρόσωπο θαμμένο στον αυχένα του Αλκιβιάδη, άφησε ένα τελευταίο, βαθύ στεναγμό ανακούφισης. Τα χέρια του, ακόμα σφιγμένα γύρω από τον Αλκιβιάδη, δεν είχαν καμία πρόθεση να τον αφήσουν.
«Δεν είναι μόνο η νίκη», ψιθύρισε ο Παυσανίας με τη φωνή του βραχνή από την κούραση, «είναι το πώς φτάνεις σε αυτήν. Αυτή η προσπάθεια... αυτός ο ιδρώτας... είναι η απόδειξη ότι δεν σου χάρισα τίποτα. Το κέρδισες και το κέρδισα κάθε δευτερόλεπτο.»
Ο Αλκιβιάδης γύρισε το κεφάλι του όσο μπορούσε, αναζητώντας το βλέμμα του, και τον φίλησε με μια τρυφερότητα που διέφερε από την προηγούμενη μανία. Ήταν η στιγμή της σύνδεσης, της αναγνώρισης. Το κρεβάτι δεν ήταν πια μόνο ο τόπος της ένωσης, αλλά το πεδίο όπου ο ένας είχε καθρεφτιστεί στον άλλον.
«Είσαι ότι πιο αληθινό έχω ζήσει», απάντησε ο Αλκιβιάδης, νιώθοντας την καρδιά του Παυσανία να χτυπά πάνω στη δική του πλάτη. «Σε ευχαριστώ που δεν με λυπήθηκες. Σε ευχαριστώ που με έκανες να νιώσω τι σημαίνει να ανήκεις.»
Παρέμειναν έτσι, ακίνητοι, να νιώθουν το σώμα του άλλου να επιστρέφει αργά στην ηρεμία, ενώ έξω από το παράθυρο το πρώτο φως της αυγής άρχισε δειλά-δειλά να ζωγραφίζει τις γραμμές του δωματίου, βρίσκοντας τους δεμένους σε μια αγκαλιά που δεν ήθελε να διαλυθεί.
Στιγμιαία ο Παυσανίας θυμάται τον πατέρα του που συνέδεε τον ιδρώτα με την αρρενωπότητα. Και ο Παυσανίας του το αποδεικνύει αυτό. Είναι και αυτός ένας ερωτικός άντρας που ιδρώνει μέχρι να καταφέρει αυτό που θέλει. Δίνει μάχες, προσπαθεί. Καταβεβλημένος από την προσπάθειά του καταρρέει πάνω στην πλάτη του Αλκιβιάδη. Γίνονται ένα με το κρεβάτι, βογκάνε, στενάζουν, φιλιούνται.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε, ένα από εκείνα τα μειδιάματα που μπορούσαν να αφοπλίσουν τον Παυσανία και να εξαγοράσουν τις επιθυμίες του. Με μια αργή, υπολογισμένη κίνηση, έφερε τα δάχτυλά του στο πιγούνι του Παυσανία, ακουμπώντας τον με την άνεση εκείνου που ξέρει πως κατέχει τα ηνία των εξελίξεων. Αν τα μειδίαμα του μπορούσε όντως να εξαγοράσει επιθυμίες, τότε ο Παυσανίας είχε ήδη παραδώσει τα όπλα του στα πόδια του Αλκιβιάδη και τα κλειδιά της καρδιάς του στο χέρι. Ο Παυσανίας, παίρνοντας μια πιο άνετη θέση στο κρεβάτι, το βλέμμα του δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα μάτια του Αλκιβιάδη, ενώ έσκυψε ελαφρά, αφήνοντας τις άκρες των μαλλιών του να ακουμπήσουν τον ώμο του Αλκιβιάδη, σαν μια ανεπαίσθητη, σχεδόν θεατρική υπόμνηση της δύναμης που του ασκούσε ο φίλος του Τον κοίταξε, με ένα βλέμμα που έκρυβε τόσο τον θαυμασμό όσο και μια παιχνιδιάρικη κακία. Το φως της αυγής που έμπαινε από το παράθυρο άρχισε να αποκαλύπτει τα πρόσωπά τους, ακόμα υγρά από τον ιδρώτα της νύχτας. «Είδες;» απάντησε ο Παυσανίας, με τη φωνή του να έχει ακόμα εκείνη την τραχιά, αισθησιακή χροιά. «Όλα αυτά τα βαρύγδουπα που δείχνεις στον κόσμο, όλα τα προσωπεία, εδώ μέσα καταρρέουν. Είσαι η πιο ωραία, η πιο προκλητική «αρσενική πουτανίτσα» που έχω γνωρίσει, και το γεγονός ότι προσπαθείς να το κρύψεις πίσω από το ύφος του μεγάλου μάτσο άνδρα είναι αυτό που με τρελαίνει περισσότερο.»
Έσφιξε λίγο το σαγόνι του Αλκιβιάδη με το χέρι του, αναγκάζοντάς τον να τον κοιτάξει κατάματα.
«Μην το παίζεις δύσκολος τώρα. Και οι δυο ξέρουμε τι συμβαίνει όταν κλείνει η πόρτα. Το «βαρβάτο αρσενικό» είναι για το κοινό, αγορίνα μου. Εδώ, στην κάμαρα του ξενοδοχείου, το μόνο που θέλω είναι να σε βλέπω να λιώνεις από καύλα, ταν παραδίδεσαι στις ηδονικές επιθυμίες σου. Και το έκανες καλύτερα από όσο μπορούσα να φανταστώ. Μου χάρισες όλο σου τον εαυτό, κι αυτό το ξέρω, κι ας προσπαθείς να το καλύψεις με λόγια.» Τα λόγια του Παυσανία κουβαλάνε μια βαθιά, σχεδόν θεατρική αλήθεια. Περιγράφει τη στιγμή της απογύμνωσης της αλήθειας πίσω από τις κλειστές πόρτες, είτε αυτές οι πόρτες είναι οι τοίχοι ενός σπιτιού, είτε ο εσωτερικός κόσμος του ίδιου του ανθρώπου. Όταν τα «βαρύγδουπα» και τα προσωπεία καταρρέουν, μένει μόνο η πραγματικότητα, χωρίς τα φίλτρα της κοινωνικής αποδοχής ή της δημόσιας εικόνας.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε ένα νευρικό γέλιο να ανεβαίνει στον λαιμό του, μια μείξη ντροπής και απόλυτης ικανοποίησης. Ήξερε πως ο Παυσανίας είχε δίκιο, και αυτή η αποκάλυψη δεν τον τρόμαζε πια. Αντίθετα, τον έκανε να νιώθει πιο δεμένος μαζί του από ποτέ.
«Ίσως το κάνω για να έχω την ευκαιρία να το καταστρέφεις κάθε φορά που με βάζεις και εσύ κάτω και με γαμάς,» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, αγγίζοντας το στήθος του Παυσανία. «Ίσως τελικά να μου αρέσει να είμαι εκτός από αρσενικός εραστής σου και η «πουτανίτσα» σου, αρκεί να ξέρω πως το «αρρενωπό αρσενικό» που με κατέκτησε, θα είναι πάντα δικό μου.»
Ο Παυσανίας άρπαξε τον καρπό του με μια κίνηση ξαφνική αλλά καθόλου βίαιη, κρατώντας το χέρι του σταθερά πάνω στο στήθος του, εκεί ακριβώς που η καρδιά χτυπούσε με έναν ρυθμό επικίνδυνα γρήγορο. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, χάνοντας την παιχνιδιάρικη ειρωνεία της αυγής και δίνοντας τη θέση τους σε μια βαθιά, σχεδόν κτητική προσήλωση.
«Μην τολμήσεις να χρησιμοποιήσεις ποτέ ξανά τέτοιους χαρακτηρισμούς για τον εαυτό σου, Αλκιβιάδη,» του είπε με φωνή χαμηλή, κοφτή και γεμάτη μια ένταση που δεν άφηναν περιθώρια για αμφισβήτηση. Κανείς δεν πρόκειται να σε αγγίξει με αυτόν τον τρόπο, πέρα από εμένα. Ήξερε πως είχε αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή, πως ο ακαταμάχητος Αλκιβιάδης ήταν τελικά εξίσου αιχμάλωτος σε εκείνο το παιχνίδι ηδονής και του πάθους όσο κι ο ίδιος.
Ο Αλκιβιάδης δεν τραβήχτηκε πίσω. Αντίθετα, άφησε ένα σαρδόνιο, προκλητικό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη του, απολαμβάνοντας τη ζήλια και την απόλυτη αφοσίωση που καθρέφτιζε το βλέμμα του Παυσανία. «Τότε απόδειξέ το ξανά,» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, φέρνοντας τους γλουτούς να κολλήσουν στη λεκάνη του Παυσανία, ενώ τα δάχτυλά του άρχισαν να γλιστρούν αργά από πάνω προς την κάτω περιοχή χαϊδεύοντας του τον πούτσο καθώς τον οδηγούσε και πάλι στην είσοδο της τρύπας του. «Η μέρα μπορεί να ξημέρωσε, Παυσανία, αλλά η νύχτα μας δεν έχει τελειώσει ακόμα.» του λέει.
Ο Παυσανίας δεν άφησε περιθώρια για άλλη σκέψη. Τα χέρια του άρπαξαν τη μέση του Αλκιβιάδη με μια αποφασιστικότητα που έκοβε την ανάσα, έλκοντας τον πιο κοντά του σε μια κίνηση απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη. Το ελαφρύ φως της ημέρας που έλουζε το δωμάτιο έσβησε μονομιάς μπροστά στη φωτιά που φούντωσε ξανά ανάμεσά τους, μετατρέποντας τον χρόνο σε μια αέναη, παλλόμενη σιωπή. «Αν νομίζεις ότι μπορείς να με προκαλείς ατιμώρητα, Αλκιβιάδη, είσαι πιο ανόητος απ' όσο πίστευα,» ψιθύρισε απευθείας στο αυτί του, με τη φωνή του τραχιά από την επιθυμία.
Καθώς τα σώματά τους ενώθηκαν ξανά με μια κίνηση γεμάτη πάθος και ορμή, κάθε λογική, κάθε φόβος για τα βλέμματα του κόσμου και κάθε σχέδιο στρατηγικής διαλύθηκαν στον αέρα. Η νύχτα τους δεν ήταν απλώς μια παρένθεση, ήταν ένας δικός τους κόσμος, φτιαγμένος από ιδρώτα, δύναμη και μια σιωπηλή, επικίνδυνη παράδοση που κανείς τους δεν ήθελε να λήξει. Δεν υπήρχε πια χώρος για αμφιβολίες ή διπλωματικά προσχήματα. Οι μάσκες είχαν πέσει οριστικά, αφήνοντας γυμνή την αλήθεια του πάθους τους. Τα δάχτυλα του βυθίστηκαν στα μαλλιά του Αλκιβιάδη, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το κεφάλι, ενώ το βλέμμα του Παυσανία άστραφτε από μια σκοτεινή, μεθυστική ηδονή, αφήνοντας πίσω τους μόνο τη φωτιά της στιγμής και την απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη κυριαρχία του ενός πάνω στον άλλον. Η νύχτα συνέχιζε να κυλάει μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, αδιάφορη για τον ήλιο που ανέτειλε έξω.


