Από το θαυμάσιο λαογραφικό βιβλίο του Παναγιώτη Στούμπου
ΚΟΥΜΟΥΤΣιΩΤιΚΟι ΚΑΗΜΟι ΚΑι ΑΝΤιΛΑΛΟι
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡ. ΣΤΟΥΜΠΟΣ
Γεννήθηκε στην Κουμουστά της Λακεδαίμονος στις υπώρειες του Ταϋγέτου.
Λάτρης της φύσης και της ποιμενικής ζωής.
Συγγραφέας του βιβλίου «Κουμουστιώτικοι καημοί και αντίλαλοι» και βουκολικός στιχοπλόκος, τραγουδιστής και οργανοπαίκτης.
Μεγάλες του αγάπες: τα γράμματα και η μουσική.
Με το ταλέντο του ξεπέρασε τις μικρές γνώσεις του και αναδείχθηκε η μοναδική «όαση» της Κουμουστιώτικης κοινωνία
Έχουνε χάρη οι κότσυφες, σεβντά οι κιτρινομύτες
Όπου δεν καταδέχονται να πα να ξεχειμάσουν
Σε ξένους τόπους άχαρους, ζεστούς ξεγυμνωμένους
Μον μένουν όπου είναι λιόδεντρα, κληματαριές και λόγγοι
Με κουμαριές κι αγραπηδιές και όχτια με βατιώνες
Και πότε πότ’ ανέμελοι σκαλίζουνε και βόσκουν
Πότε τσιρίζουν τρεις φορές και φεύγουν τρομαγμένοι
Γιατ’ έχουν δει τον κυνηγό κι ακούσει το γεράκι
Κλωσσομανάν τ’απόβραδα αντίς να κουβεντιάζουν
Σα να ξετάζουν τον καιρό κι αν είν’ να ρίξει χιόνι
Γλυκά γλυκ’ ανοιξιάτικα το λένε το χειμώνα
Και χολογιούνταν οι βοσκοί κλαίγανε οι βοσκοπούλες
Μπάζανε ξύλα στις σπηλιές πριν να θαυτούν στα χιόνια
Την άνοιξη ερωτεύονται και λιανοτραγουδάνε
Ώσπου λυγάνε οι κόσφαινες κι οι σερνικοί κοσφάδες
Τις βρίσκουν τις βατεύουνε και έτσι ζευγαρωμένοι
Πάνε πλευρά σε πρόβατα πάνε κοντά σε γίδια
Και βγαίνουν στα ψηλά βουνά μένουν κοντά σε στρούγκες
Και παίρνουνε κωλόκουρα και παίρνουνε ξελιάρια
Και χτίζουνε στα έλατα στα κέντρα στα πυρνάρια
Φωλειές σα ρασοκούβαρα σα χούφτες βελουδένιες
Κι εκεί γεννάν οι κόσφαινες κι οι σερνικοί κοσφάδες
Τους πάνε σύνταχα φαΐ κι από μεριά φυλάνε
Να μη της δει η δεντρογαλιά, το έρμο το γεράκι
Κι όντα τσοφλίσουνε τα αυγά και τα μικρά κοσφάκια
Χάσκουνε με το θόρυβο και το θεό τηράνε
Πάει ο τσοπάνης ο καλός και τα κρυφοκοιτάζει
Χλωρό τυρί και θρέφονται μυτζήθρα κι ημερεύουν
Κι εχ’ ο τσοπάνης κότσυφες ήμερους και γλετζέδες
Π’ όντας χαράζει την αυγή δεχτά δεχτά σφουράνε
Τις στάνες και σκαρίζουνε πρινού καλοφωτίσει
Κι όντας ακούει στον ύπνο του να κεαληδούν κοσφάδες
Να κελαηδάνε πέρδικες και να βαρούν κουδούνια
Κι αν είν’ κουδούνια διαλεχτά και νεραϊδοπαρμένα
Όπου βαρούν απόμερα και αγριοκοιτιούντ’ ομπρός του
Κι όντας μακριά κάποιο σκυλί βαβίζ’ ανάρια ανάρια
Ξυπνάει ο τσοπάνης ο καλός και κάνει το σταυρό του
Και λέει, θε μου σ’ ευχαριστώ αυτά π’ ακούω με φτάνουν
Ετούτα ο δόλιος έλεγα σε ούλες τις προσευχές μου
Αλλ’ ήταν ο θεός ψηλά, ήταν που λεν αλάργα
Δε μ’ άκουσε και ζήλεψε ο χάρος να με πάρει
Και μια και δυο μου τράβηξε ξυλιές με το ραβδί του
Ώσπ’ έπεσα μισάρρωστος και μισοπεθαμένος
Μου κλέψανε τα γίδια μου τα έρμα τα σκυλιά μου
Π’ ούλο το δρόμ’, ορμάγανε να φάν τους αφεντάδες
Τους ξένους που τα τσίτωσαν για να διαβούν τον Ίρη
Τώρα! Στου κάμπου τις βοές, στις κάψες, τα λιοβόρια
Μετράου τις ώρες και ήθελα ταχιά που θα πεθάνω
Μα ‘ρθείτε κοτσυφάδες μου δω κάτου αγάλ’ αγάλι
Να πάρετε στ’ ανάλαφρα φτερά σας την ψυχή μου
Να μου την πάτε στα βουνά πρινού την εύρ’ ο χάρος
Και μου την πάει στα τάρταρα της μαύρης γης τον πάτο
Θέλω η ψυχή μου ναν’ ψηλά σε σύρραχα βουνίσια
Όπως το κλεφτολήμερο και τ’ όμορφο ντερνέκι
Κι όπως την Άγια Κυριακή απ’ είναι το χωριό μου
Κι αν είν ψυχές οι κότσυφες κι αν οι χαψιανοί μου
Με εκείνους θέλω να σταθεί να βραδολημεριάζει
Γιατ’ όπου θε κι αν γύρισα τέτοιες ψυχές δεν βρήκα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020
κότσυφες
Τρίτη 8 Απριλίου 2014
Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Κρητικός (ἀπόσπασμα)
1 [18]Έκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τα’ ακρογιάλι•
«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»
Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπισω στ’ άλλο,
Πολύ κοντά στην κορασιά με βρόντημα μεγάλο•
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ό ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
2 [19]
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τές πολλές λαβωματιές πού μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή πού μ' έκαψε τον κόσμο άπαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα! κι' εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι ο, τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γή' νιος ουρανός εγίνη'
Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί• της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να ‘μπει στο κορμί της•
Ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπορούνε ο κόσμος ο αναμμένος"
Και τώρα ομπρός την είδαμε• ογλήγορα σαλεύει•
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
3. [20]
Ακόμη εβάστουνε ή βροντή ... ... ...
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν το χοχλό πού βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τα’ αστρα•
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν’ αφήση.
Δεν ειν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι•
Και ξετυλίξει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
4. [21]
Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν•
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει,
Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει•
Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου•
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει•
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου•
Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τα’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
………………….
………………….
Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου•
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τα’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν,
Τον γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
Στην Κρήτη ............
Μακριά ‘πο κειθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου και εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω•
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι έμοιαζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα
Στο χέρι, πού ‘χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.
— Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι•
Χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος• τα’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι•
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει. -
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη πού δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο - Ίσούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αυξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………..
…………..
Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει•
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι•
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι•
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια• ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα•
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου•
Πού εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου•
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.
1833
Σημ: Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰάκωβο Πολυλᾶ, τὸ ποίημα αὐτὸ τοῦ Σολωμοῦ πρέπει νὰ θεωρεῖται «ἀρχὴ τῆς νέας ποιητικῆς ἐποχῆς του». Ὅσο κι ἂν ἡ ἀρίθμηση τῶν ἑνοτήτων προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητὴ (ποὺ θὰ λογάριαζε στὶς ἑνότητες 1-17 νὰ συνθέσῃ τὴν προϊστορία τῆς ὑποθέσεως), τὸ ποίημα δὲν ἔχει χαρακτήρα ἀποσπασματικό, ἀποτελεῖ δὲ μία ἀπόλυτα συμπαγῆ λυρικὴ ἑνότητα.
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013
Η Σειρήνα και ο Ναυαγός ( Ραμόν Σαμπέδρο )
Σε κάποιο μακρινό νησί ξεβράστηκε μια πληγωμένη
σειρήνα,
εκεί είχε πέσει έξω κι ένας τραυματισμένος
ναυαγός.
Τον κοίταξε και πόνεσε τόσο με τη μελαγχολία του,
που βάλθηκε να χύνει δάκρυα αλμυρά θλίψης
γι΄αυτόν.
Ο γερο-ναυτικός που πάντα ονειρευόταν
μια σειρήνα ξανθομαλλούσα,αφρόκορμη,
γλυκόματη, βλέποντάς την έτσι λυπημένη λησμόνησε
για λίγο τα βάσανά του
κι άρχισε να της λέει το παραμύθι μιας μικρής
σειρήνας και ενός θαλασσόλυκου :
Οι σειρήνες ονειρεύονται, είπε ο ναυτικός, έρωτες στη
στεριά,
οι ναυτικοί ονειρεύονται, όπως οι σειρήνες, έρωτες στο πέλαγος,
να ονειρεύεσαι το αδύνατο, αυτή είναι η θρησκεία των
ονειροπόλων.
Για τις σειρήνες και τους ναυτικούς η ζωή είναι να ονειρεύεσαι.
Ο μύθος λέει πως όταν σειρήνα ανταμώνει ναυτικό,
ο θεός της θάλασσας της απαγορεύει να μείνει
μαζί του.
Πρέπει μόνο να τον κοιτάξει, να του πάρει το νου και
να συνεχίσει το δρόμο της
γιατί αν μείνει, το αλάτι της θάλασσας θα γίνει πάγος.
Λένε πως τέτοια τιμωρία σκληρή οφείλεται στο μέγα
Ποσειδώνα :
το 'σκασε η αγαπημένη του μ' ένα ναυτικό που τον
άκουσε να τραγουδάει.
Από τότε απαγορεύτηκε στους ναυτικούς να βλέπουν
τις σειρήνες.
Κι αν εκεί που δεν το περιμένουν τις συναντήσουν,
γίνεται η συνάντησή τους τιμωρία βαριά σαν
καταδίκη, αιώνια τιμωρία.
Γλυκιά σειρήνα που ήρθες πληγωμένη, μη θρηνείς
για τη μελαγχολία μου.
Κι όταν θα φύγεις, να μη σκέφτεσαι πως νιώθω πόνο
για όλα αυτά.
Μια μέρα θα γίνουμε μονάχα ύλη, και τότε, όπως στην
αρχή,
πεθαίνει ο Ποσειδώνας, λύνεται η γητειά του,
και θριαμβεύει τελικά ο έρωτας.
Κι όταν στις καταιγίδες η θάλασσα αφρίζει και
βρυχάται μανιασμένη,
τα πλοία σέρνοντας στον πάτο της μαζί με τους
ναυτικούς,
είναι ο αιμοβόρος και σκληρός Ποσειδώνας που δίνει
χαστούκια
ζηλόφθονου εραστή
γιατί μια σειρήνα κι ένας ναυτικός ξανακοιτάχτηκαν.
Ραμόν Σαμπέδρο. Ναυτικός που έμεινε τετραπληγικός σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών και για τα επόμενα τριάντα χρόνια διεκδίκησε το δικαίωμα στο θάνατο. Τη λύτρωση του χάρισε προφανώς κάποιος φίλος, καθώς το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν του επέτρεψε την ευθανασία.
σειρήνα,
εκεί είχε πέσει έξω κι ένας τραυματισμένος
ναυαγός.
Τον κοίταξε και πόνεσε τόσο με τη μελαγχολία του,
που βάλθηκε να χύνει δάκρυα αλμυρά θλίψης
γι΄αυτόν.
Ο γερο-ναυτικός που πάντα ονειρευόταν
μια σειρήνα ξανθομαλλούσα,αφρόκορμη,
γλυκόματη, βλέποντάς την έτσι λυπημένη λησμόνησε
για λίγο τα βάσανά του
κι άρχισε να της λέει το παραμύθι μιας μικρής
σειρήνας και ενός θαλασσόλυκου :
Οι σειρήνες ονειρεύονται, είπε ο ναυτικός, έρωτες στη
στεριά,
οι ναυτικοί ονειρεύονται, όπως οι σειρήνες, έρωτες στο πέλαγος,
να ονειρεύεσαι το αδύνατο, αυτή είναι η θρησκεία των
ονειροπόλων.
Για τις σειρήνες και τους ναυτικούς η ζωή είναι να ονειρεύεσαι.
Ο μύθος λέει πως όταν σειρήνα ανταμώνει ναυτικό,
ο θεός της θάλασσας της απαγορεύει να μείνει
μαζί του.
Πρέπει μόνο να τον κοιτάξει, να του πάρει το νου και
να συνεχίσει το δρόμο της
γιατί αν μείνει, το αλάτι της θάλασσας θα γίνει πάγος.
Λένε πως τέτοια τιμωρία σκληρή οφείλεται στο μέγα
Ποσειδώνα :
το 'σκασε η αγαπημένη του μ' ένα ναυτικό που τον
άκουσε να τραγουδάει.
Από τότε απαγορεύτηκε στους ναυτικούς να βλέπουν
τις σειρήνες.
Κι αν εκεί που δεν το περιμένουν τις συναντήσουν,
γίνεται η συνάντησή τους τιμωρία βαριά σαν
καταδίκη, αιώνια τιμωρία.
Γλυκιά σειρήνα που ήρθες πληγωμένη, μη θρηνείς
για τη μελαγχολία μου.
Κι όταν θα φύγεις, να μη σκέφτεσαι πως νιώθω πόνο
για όλα αυτά.
Μια μέρα θα γίνουμε μονάχα ύλη, και τότε, όπως στην
αρχή,
πεθαίνει ο Ποσειδώνας, λύνεται η γητειά του,
και θριαμβεύει τελικά ο έρωτας.
Κι όταν στις καταιγίδες η θάλασσα αφρίζει και
βρυχάται μανιασμένη,
τα πλοία σέρνοντας στον πάτο της μαζί με τους
ναυτικούς,
είναι ο αιμοβόρος και σκληρός Ποσειδώνας που δίνει
χαστούκια
ζηλόφθονου εραστή
γιατί μια σειρήνα κι ένας ναυτικός ξανακοιτάχτηκαν.
Ραμόν Σαμπέδρο. Ναυτικός που έμεινε τετραπληγικός σε ηλικία εικοσιπέντε χρονών και για τα επόμενα τριάντα χρόνια διεκδίκησε το δικαίωμα στο θάνατο. Τη λύτρωση του χάρισε προφανώς κάποιος φίλος, καθώς το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν του επέτρεψε την ευθανασία.
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012
ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ποιητής,
πεζογράφος και στοχαστής, από τους πρωταγωνιστές του γερμανικού
ρομαντικού κινήματος, ο κατά κόσμον Φρήντριχ φον Χάρντενμπεργκ έμεινε
στην Ιστορία της λογοτεχνίας με το ψευδώνυμο Νοβάλις: Αυτός πού
εισέρχεται σε νέα, αγεώργητη γη. Σπούδασε νομικά και φυσικές επιστήμες.
Εργάστηκε στην εξορυκτική βιομηχανία. Η ποιητική σύνθεση "Ύμνοι στη
Νύχτα" και τα "Πνευματικά Άσματα" είναι τα γνωστότερα έργα του. "Έγραψε
ακόμη μυθιστορήματα (Οι μαθητευόμενοι στη Σάιδα, Χάινριχ φόν
Οφτερντίνγκεν), δοκίμια (Ή Χριστιανοσύνη ή άλλως Ευρώπη), αποφθέγματα
και στοχασμούς (Πίστη και αγάπη, Γύρη, Το γενικό σημειωματάριο: Στοιχεία
εγκυκλοπαιδικής). Οραματίστηκε μια ποίηση καθολική, ικανή να θεραπεύσει
"τις πληγές πού ανοίγει η λογική ". Στα δικά του μάτια, ο ποιητής ήταν
"υπερβατικός θεράπων", "παντογνώστης", "ένας ολόκληρος κόσμος σε
μικρογραφία". Τα ίχνη πού το έργο και η αισθητική του άφησαν υπήρξαν
βαθιά. Ο Σολωμός και ο Μπόρχες, ο Τράκλ και ο Έσσε, ο Ζίντ και ο Μπρετόν
είναι μερικοί μόνον από τους οφειλέτες του. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε
γι` αυτόν το "Ελεγείο τον Gruningen". Οι συμβολιστές χρωστούν πολλά στην
ποιητική του. Μουσικοί, από τον Βάγκνερ ως τη σύγχρονη ρόκ, στοχαστές,
από τον Χέγκελ ως τον Ντιλτάυ, έσκυψαν πάνω από τις σελίδες του. Στίχοι
του έγιναν εκκλησιαστικοί ψαλμοί άλλα και σύνθημα στο στόμα των
ξεσηκωμένων φοιτητών του `68.
.............................
Η απέραντη θλίψη που προκάλεσε στον Νοβάλις ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης του, Σοφί φον Κούν, έδωσε το έναυσμα για τη συγγραφή ενός από τα σπουδαιότερα έργα του πρώιμου ευρωπαϊκού ρομαντισμού, των Ύμνων στη Νύχτα. Από παράφορα ερωτικοί έως βαθιά θρησκευτικοί, οι Ύμνοι αποκρυσταλλώνουν την έσχατη αγωνία του Νοβάλις να αναπλάσει ποιητικά την πραγματικότητα, να μετασχηματίσει σε ποιητική πράξη το ίδιο το ρομαντικό ιδεώδες, όπως το όρισαν θεωρητικά οι αδερφοί Σλέγκελ και ο περίφημος «Κύκλος της Ιένας».
«Το σύμπαν των Ύμνων είναι χριστιανικό αλλά και ευρύχωρο. Αγκαλιάζει μέσα του όλη σχεδόν την ελληνική μυθολογία, από τους δέσμιους Τιτάνες ως την ιλαρή μορφή του Διονύσου. Απλώνεται από τη Μεσόγειο ως τις μακρινές Ινδίες. Όμως, η ιστοριονομία του Νοβάλις είναι αισιόδοξη και συνδυαστική. Αρχαίοι, Μέσοι και Νέοι Χρόνοι συγχωνεύονται σε μια νέα υπερχρόνια μορφή, μια ιδεαλιστική ουτοπία». (Κώστας Κουτσουρέλης)
Ύμνοι στη νύχτα
Νοβάλις ...Στη Μαρισόφη
1.
Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως, με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ' ανάλαφρο βήμα, με τ' αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν' ανατείλει ξανά;
Τι νά ν' αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ' την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ' τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ' αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ' των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μου φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ' αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ' τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ' άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά 'χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ' τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ' ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ' όψη ανθρώπινη μ' έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.
2.
Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή. Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ' αφεθεί; Σύντομη είναι η ζωή του φωτός· αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου. Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους. Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ' αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει. Γιατί δεν σ' έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς. Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά. Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων.
3.
Κάποτε έχυνα εκεί δάκρυα πικρά, καθώς στον πόνο συντριμμένη η ελπίδα μου σπάραζε, και μόνος στεκόμουν σ' άνυδρο τύμβο, που έσωζε σε τόπο στενό, σκοτεινό τη μορφή της ζωής μου. Μόνος, όπως ποτέ κανείς μοναχικός δεν υπήρξε, απ' ανείπωτο φόβο σπρωγμένος. Αδύναμος, μόνο σκιά της αθλιότητας πια. Κι όπως εκεί βοήθεια ζητούσα, δίχως αλλού να μπορώ να στραφώ, και στη φευγαλέα ζωή που τρεμόσβηνε μ' απέραντο πόθο κρεμόμουν: εκεί, από το κυανό του ορίζοντα, από το ύψος ευδαιμονίας παλιάς σαν καταιγίδα ήρθε το σκότος. Και κομμάτιασε μεμιάς τους κρίκους της γέννας, τα δεσμά του φωτός. Πήρε να χάνεται η μεγαλοπρέπεια της γης και το πένθος μου πήρε να σβήνει μαζί της, σ' έναν νέο, ανεξιχνίαστο κόσμο κύλησε η μελαγχολία αργά. Εσύ της νύχτας ενθουσιασμέ, ύπνε ελαφρέ τ' ουρανού ήρθες πάνω από μένα. Αργά μετεωρίστηκε ο χώρος· πάνω του πλανήθηκε ελεύθερος ο νεογέννητος νους μου. Σε σύννεφα σκόνης σωριάστηκε ο τύμβος. Μες απ' τον κουρνιαχτό αντίκρισα των αγαπημένων τις μεταμορφωμένες πομπές. Η αιωνιότητα κοιμόταν στα μάτια τους. 'Αγγιξα τα χέρια τους και τα δάκρυα γίναν ένας πύρινος, άρρηκτος κόμπος. Χιλιετηρίδες σαν καταιγίδα προς τα μάκρη τραβούσαν. Στην αγκαλιά τους έκλαψα της νέας ζωής τα ευφρόσυνα δάκρυα. — Ήταν εκείνο το πρώτο, το μόνο μου όνειρο. Κι είναι πρώτα από τότε που τρέφω εντός μου πίστη παντοτινή κι ακατάλυτη στον νυχτερινό ουρανό και την Αγαπημένη, το φως του.
4.
Τώρα γνωρίζω πότε θα φανεί το τελευταίο πρωί. Πότε το φως τη Νύχτα και τον έρωτα δεν θα αποδιώξει ξανά. Πότε ο ύπνος παντοτινός και μόνο ένα αστείρευτο όνειρο θά 'ναι. Αιθέριο κάματο μέσα μου νοιώθω. Μακρύς κι επίπονος προς τον άγιο τάφο ο δρόμος, βαρύς ο σταυρός. Κύμα κρυστάλλινο από τον σκοτεινό κόρφο του τύμβου πηγάζει, στα πόδια του μια επίγεια πλημμύρα ξεσπά, όποιος την έχει γευτεί, όποιος πάτησε τ' ακριτικά όρη του κόσμου, όποιος το βλέμμα του έστρεψε πέρα, προς τη νέα τη γη, στης Νύχτας τα δώματα — αλήθεια, αυτός δεν επιστρέφει ξανά στην τύρβη του κόσμου, στη χώρα εκείνη όπου σε αέναη αταξία το φως κατοικεί.
Στις κορφές χτίζει σκήτες, καλύβες ειρήνης, νοσταλγός κι εραστής ατενίζει πέρα μακριά, ώσπου στις κρήνες της πηγής να τον έλξει η πιο καλόδεχτη απ' όλες τις ώρες. Μες στων ανέμων τον αχό παραδέρνουνε και στα ύψη αναδύονται τα επίγεια, αλλά ό,τι το άγγιγμα του έρωτα αγίασε, σε κοίτες κρυφές θα κυλήσει προς την αντίπερα γη, σαν άρωμα με τους αγαπημένους ίσκιους πέρα απ' τη νάρκη του ύπνου θα ενωθεί.
Ακόμα ξυπνάς, φως ιλαρό, για τη δουλειά τον καταπονημένο. Τερπνή ζωή μέσα μου χύνεις. Μα απ' τα βρυώδη μαυσωλεία της μνήμης δεν μ' αποτραβάς. Με χαρά θ' άγγιζα τα φίλεργα χέρια, θ' αγνάντευα όπου εσύ το θελήσεις, θα αινούσα της χλιδής σου τ' αγλάισμα, άοκνος θ' αντίκριζα των περίτεχνων έργων σου τον ωραίο ειρμό, με χαρά θα μετρούσα τον συνετό βηματισμό της δυναστικής περίλαμπρης ώρας σου, θ' ανίχνευα των δυνάμεών σου το σύμμετρο, τους νόμους των ανάριθμων χώρων και χρόνων της μαγικής σου μορφής. Αλλά της Νύχτας ταμένη μένει η μυστική μου καρδιά και της δικής της θυγατέρας, της πλάστριας αγάπης. Μπορείς να μου δείξεις μια πιστή στους αιώνες καρδιά; έχει ο ήλιος σου μάτια προσηνή να με δουν; αγγίζουν τ' αστέρια σου το χέρι μου που αποζητά; Θα μου χαρίσουν ξανά τον λόγο τον θωπευτικό και τ' απαλό τους το χάδι; Να τά 'χεις κοσμήσει εσύ με χρώμα και σχήμα ελαφρύ — ή νά 'ταν Εκείνη πού προσδίδει στα δώρα σου πιο εράσμια αξία; Ποια πάθη, ποιες ηδονές η ζωή σού προσφέρει, που να καταποντίσουν μπορούν του θανάτου τα θέλγητρα; Δεν φορά ό,τι μας συνεπαίρνει το χρώμα της Νύχτας; Εκείνη σ' ανάστησε, σ' εκείνη κάθε σου αίγλη χρωστάς. Άθυρμα θ' αφηνόσουν στον άνεμο, θα σιγόλειωνες στου χώρου τα βάθη, αν δεν σε κράταγε στην αγκαλιά της εκείνη, αν δεν σ' εγκυμονούσε στα σπλάχνα της για να φανείς και ν' αυγάσεις τον κόσμο. Αλήθεια, προτού υπάρξεις εσύ γεννήθηκα εγώ — από εκείνην σταλμένος, τούτη την γη με την γενιά μου να οικήσω, να την καθαγιάσω στ' όνομα του έρωτα, ώσπου μνημείο ορατό ν' αναφανεί στους αιώνες. Μ' αμάραντα να την σπείρω λουλούδια. Όμως ακόμα δεν έδεσαν καρπό αυτοί οι θείοι στοχασμοί. Ακόμα είναι της παρουσίας μας τα ίχνη ισχνά. Μα θα σημάνουν οι ωροδείχτες σου κάποτε το τέλος του χρόνου, θα γίνεις κάποτε και συ σαν κι εμάς, κι όλο πάθος θα χαθείς και θα σβήσεις. Εντός μου —ελευθερία αιθέρια, μακάρια επιστροφή— θα αισθανθώ το πέρας των έργων σου. Μ' οδύνη ανήμερη θα σε δω ν' αποδημείς απ' την πάτρια γη, ν' αντιπαλεύεις τον παλιό, κραταιό ουρανό. Μα μάταια θά 'ναι η οργή και το μένος σου. Πάνω απ' τις φλόγες θα υψωθεί ο σταυρός — λάβαρο θριαμβικό της γενιάς μας.
Στα ύψη αναδεύομαι,
Και κάθε οδύνη
Των νέων ηδονών
Τ' αγκάθι θα γίνει.
Θά 'ρθει ο καιρός,
Κι εγώ να χαθώ,
Στα γόνατα του έρωτα
Σε μέθη γλυκιά θ' αφεθώ.
Θροΐζει η ζωή
Απέραντη μέσα σε μένα,
Απ' τα ύψη κοιτώ
Προς τα κάτω για σένα.
Σε κάθε μνήμα
Η λάμψη σου σβήνει,
Στεφάνι δροσιάς
Ένας ίσκιος αφήνει.
Πιες της ζωής μου,
Ακριβέ, τον χυμό,
Ξύπνησέ με και στέρξε
Να μπορώ ν' αγαπώ.
Του θάνατου νοιώθω
Πάλι νέο το ρέμα,
Σ' αιθέρα και βάλσαμο
Γυρνά το δικό μου το αίμα.
Με σθένος και πίστη
Τις μέρες μου ζω
Και τις νύχτες πεθαίνω
Στο πυρ το ιερό.
5.
Σε καιρούς περασμένους σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη με βία βουβή. Ζοφερές αλυσίδες πέφταν πάνω στις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη — κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η κτίση. Πέρα απ' τα ρόδινα βουνά της αυγής, στους ιερούς κόλπους της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, το ζωντανό, πύρινο φως. Ένας αρχαίος γίγαντας κουβαλούσε τον μακάριο κόσμο. Κάτω απ' τα όρη δεσμώτες κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Με ανήλεο μένος ενάντια στων νέων θεών τη γενιά και τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα πράσινα βάθη γίναν το λίκνο μιας θεάς. Μες σε κρυστάλλινες σπηλιές ευωχούσε ένα πολυάριθμο πλήθος. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό έρεε το κρασί που μια κόρη οινοχόος κερνούσε. Ένας θεός των αμπελιών, μια στοργική θεά μες στο χρυσό των χρωμάτων, η μέθη του έρωτα, έργο γλυκό της ωραιότερης θεάς. Αέναος, πολύχρωμος, σαν μια γιορτή των τέκνων τ' ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. Κάθε φυλή προσκυνούσε με αφέλεια παιδική την αβρή, χιλιόμορφη φλόγα, σαν νά 'ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα ένα είδωλο ήταν μόνο, ένας φρικτός εφιάλτης,
Που άγγιξε σαν το δέος την τερπνή γιορτή
Κι έκρυψε την ψυχή στον άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Δεν έτεινε παρήγορο τον ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Κι εδιάβη το κακό τον μύχιο δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ' οδύνες κι αγωνία.
Για πάντα τώρα απ' όλα χωρισμένο
Ό,τι με πόθο η ψυχή λάγνα ζητάει,
Πέρα από κάθε τι το αγαπημένο,
Που μάταιο πάθος κι οδυρμός το τριγυρνάει,
Φάνηκε όνειρο αμυδρό στον πεθαμένο,
Πάλη λιγόθυμη που πια τον κυβερνάει.
Σαρώθηκαν τα κύματα της ηδονής
Στους βράχους πάνω της ασίγαστης οργής.
Με τόλμη οι άνθρωποι και τη φωτιά του νου
Τη μάσκα τη φρικτή ξεχνούσαν του Άδη,
Πώς σβήνει αβρό παιδί τα φώτα τ' ουρανού,
Σαν άρπα, ακούγανε τ' αβρό σκοτάδι.
Η μνήμη λειώνει στον ψυχρό των ίσκιων ρου,
Του πένθους έπλεκε ο σκοπός το υφάδι.
Αλλά αίνιγμα έμεινε η νυχτιά η παντοτινή,
Μιας εξουσίας μακρινής σημείο βαρύ.
Προς το τέρμα του πορεύτηκε ο αρχαίος κόσμος. Μαράθηκαν της νιότης οι χαρούμενοι κήποι. Στα ύψη, προς τον ελεύθερο, ανάστατο χώρο στράφηκαν οι ενήλικες άνθρωποι. Οι θεοί κι οι ακόλουθοί τους χαθήκαν. Μόνη κι άζωη στάθηκε η νύχτα. Με σιδερένια δεσμά την καθήλωσε το αυστηρό μέτρο κι ο ψυχρός αριθμός. Σαν των ανέμων τη σποδό σε λόγια ζοφερά θρυμματίστηκε της ζωής η απροσμέτρητη άνθηση. Δραπέτευσαν η φαντασία η μάγισσα κι η ορκισμένη πίστη, οι οδοιπόροι των ουρανών. Παγερός βοριάς έπνευσε άφιλος πάνω απ' τους πετρωμένους αγρούς και στους αιθέρες πήρε να ξεθυμαίνει των θαυμάτων η πετρωμένη πατρίδα. Γέμισαν κόσμους φωτεινούς τα μήκη τ' ουρανού. Στο πιο βαθύ ιερό, στα άδυτα του νου αποτραβήχτηκε του κόσμου η ψυχή. Να περιμένει εκεί την χαραυγή της βασιλείας του κόσμου. Δεν ήταν πια το φως οίκημα των θεών και ουράνιο σημάδι. Πέπλα νυχτερινά τούς σκεπάσαν. Η νύχτα έγινε της αποκάλυψης η κραταιά αγκαλιά. Σ' εκείνην στράφηκαν ξανά οι θεοί. Στην νάρκη του ύπνου αφεθήκαν, ώσπου σε θάμβος νέο ξανά να επιστρέψουν. Στα μάτια του καταφρονημένου λαού που είχε αποστρέψει το πρόσωπο απ' την μακάρια αθωότητα της νιότης φάνηκε με πρωτοείδωτη όψη ο νέος κόσμος. Σε μια καλύβα φτωχική. Της πρώτης παρθένου και μάνας ο γιος. Του μυστικού ευαγγελισμού ο απροσμέτρητος γόνος. Πρώτη ένοιωσε της Ανατολής η πολύανθη γνώση τής νέας εποχής το ξεκίνημα. Ένα αστέρι φώτισε το δρόμο προς του βασιλιά το ταπεινό λίκνο. Στ' όνομα του απόμακρου μέλλοντος τον τίμησαν με χρυσάφι κι αρώματα, με τα ύψιστα δώρα της φύσης. Μοναχική ξεδιπλώθηκε η ουράνια καρδιά του, κραταιός ανθός της αγάπης. Προς την μακρινή μορφή του πατέρα και τα στήθη της μάνας στραμμένη. Και τα μέλλοντα ανέγνωσε χρησμοδότης ο οφθαλμός του ανθισμένου παιδιού, τα σκαλοπάτια του θείας γενιάς του ζητώντας, αμέριμνος για όσα το πεπρωμένο τού όριζε πάνω στη γη. Γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω του οι παιδικότερες, οι πιο αθώες ψυχές. Σαν τον ανθό βλάστησε πλάι του αλλότρια μια νέα ζωή. Λόγοι ανεξάντλητοι, τα πιο ευφρόσυνα αγγέλματα σαν γλώσσες φωτιάς ανάβλυσαν από τα φίλα του χείλη. Απ' ακτές μακρινές, γεννημένος κάτω από τον ιλαρό ουρανό της Ελλάδας, ήρθε στην Παλαιστίνη ένας βάρδος κι ολόψυχα δόθηκε στο εξαίσιο παιδί :
«Του εφήβου η μορφή είσαι συ που από παλιά
Τα μνήματά μας παραστέκει γνωστική·
Παρήγορο σημάδι μες στην σκοτεινιά,
Του νέου ανθρώπου η χαρμόσυνη απαρχή.
Ό,τι μας βύθισε σε λύπη αλλού βαθιά,
Δεν έχει ρίζες και βλαστούς πια στην ψυχή.
Στον Άδη φάνηκε η ζωή παντοτινή.
Εσύ 'σαι ο Άδης και μας δίνεις τη ζωή. »
Με την ευδαιμονία στην ψυχή κίνησε ο βάρδος για το Ινδουστάν. Και πύρινα τραγούδια έπλασε, κάτω από κείνον τον γαλήνιο ουρανό, της καρδιάς του η μέθη, έτσι που στράφηκαν σ' αυτόν χίλιες καρδιές, και το χαρμόσυνο άγγελμα χίλιες φορές άνθισε πάλι. Μα κύλησε ο καιρός κι έπεσε θύμα η ακριβή ζωή στον βαθύ μαρασμό του ανθρώπου Πέθανε νέος ο αβρός βασιλιάς, μακριά απ' τον εράσμιο κόσμο και το μοιρολόι της μάνας, μακριά απ' τους άτολμους φίλους. Το άφατο ποτήρι του ζόφου άδειασε στο γλυκό του το στόμα. Σε δέος φρικτό πλησίασε η ώρα της γέννησης του νέου κόσμου. Σκληρά αντιστάθηκε Εκείνος στο δέος του πανάρχαιου θανάτου. Του αρχαίου κόσμου βάρυνε πάνω του το άχθος. Με το βλέμμα του γύρεψε στερνή φορά την μητέρα. Τότε χέρι λυτρωτικό κι αγαπημένο τον άγγιξε — και ξύπνησε. Και για μέρες ελάχιστες ένα βαθύ παραπέτασμα απλώθηκε πάνω απ' την αφρισμένη θάλασσα, πάνω απ' την σειόμενη γη. Σε δάκρυα γοερά ξεσπάσαν οι φίλοι. Και ήρθαν στο φως τα απόκρυφα. Και πνεύματα εξ ουρανού ήραν τον πανάρχαιο λίθο απ' του τάφου το σκότος. Και άγγελοι παραστάθηκαν του κοιμωμένου την κλίνη — από μειλίχια όνειρα πλασμένοι. Και σε νέα ωραιότητα θεού εγέρθη απ' την νάρκη του Εκείνος στα ύψη του νεογέννητου κόσμου. Και την αρχαία σωρό ενταφίασε στον έρημο Άδη. Και με το χέρι του κύλησε επάνω της τον ακατάλυτο λίθο.
Ακόμα νοτίζουν τον τάφο σου τ' αναφιλητά της χαράς, της κατάνυξης και της ευγνωμοσύνης τα δάκρυα. Ακόμα σε βλέπουν οι αγάπες σου σκιρτώντας να εγείρεσαι — κι εκείνες μαζί σου· σε κοιτούν να θρηνείς στης μάνας τα μακάρια στήθη, να βαδίζεις με τους φίλους σου αγέρωχα, να προφέρεις τις λέξεις που έδρεψες απ' τον βλαστό της ζωής· σε κοιτούν να ανέρχεσαι στην πατρική αγκαλιά, τον νέο άνθρωπο φέρνοντας και του χρυσού μέλλοντος τ' ασφράγιστα ποτήρια. Βιάστηκε η μητέρα να ανέλθει κοντά σου — σε επουράνιο θρίαμβο. Πρώτη εκείνη μαζί σου στην νέα πατρίδα. Διάβηκε έκτοτε χρόνος πολύς, κι όλο και πιο θαμβωτική ανασάλεψε η νέα σου κτίση. Και μυριάδες, πέρα από πόνους και βάσανα, πήραν θέση κοντά σου. Μαζί σου αναλήφθηκαν στης αγάπης το κράτος. Στον ναό του επουράνιου θανάτου ιερείς και στους αιώνες των αιώνων δικοί σου.
Κύλησε ο μέγας λίθος
Κι ο άνθρωπος ξυπνά.
Σ' εσένα ανήκουμε όλοι,
Δεν μας κρατούν δεσμά.
Ρέει στυφός ο πόνος
Στο τάσι το χρυσό,
Σβήνει η ζωή κι η πλάση
Στο δείπνο το στερνό.
Στο γάμο μάς καλούν
Οι δάδες τώρα του 'Αδη,
Παρθένες οδηγούν,
Δεν θα σωθεί το λάδι.
Απ' τη δική σου ηχούσαν
Τα μάκρη τη μιλιά
Και τ' άστρα μάς καλούσαν
Μ' ανθρώπινη λαλιά
Μαρία, σ' εσέ ανεβαίνουν
Τώρα χίλιες καρδιές.
Εσέ μόνο προσμένουν
Στης ζήσης τις σκιές.
Να βρούνε της γαλήνης
Ποθούνε την πηγή,
Κλείσ' τους στης αγκαλιάς σου,
Παρθένα, τη στοργή.
Έτσι κι όσοι πονώντας
Σε βάσανα πικρά,
Τον κόσμο λησμονώντας
Σ' εσέ γυρνούν ξανά.
Στη θλίψη, στην ανάγκη
Μας στάθηκαν βοηθοί.
Να μείνουμε θα πάμε
Μ' αυτούς για πάντα εκεί.
Πια ο εραστής στο μνήμα
Του πόνου δεν θρηνεί.
Τα δώρα της αγάπης
Να κλέψει ποιος μπορεί;
Τα πάθη για να γιάνει
Μεθά η νυχτιά του νου.
Φύλακες της καρδιάς του
Τα τέκνα του Θεού.
Γαλήνια η ζωή τραβά
Τώρα στους ουρανούς
Από την μέσα μας φωτιά
Λάμπει και στίλβει ο νους.
Ρέουν οι γαλαξίες,
Χρυσό κρασί ζωής.
Θα πιούμε να γενούμε
Άστρα χρυσά κι εμείς.
Δίχως δεσμά η αγάπη,
Πια χωρισμός κανείς.
Αφρίζει όλ' η ζωή
Σαν θάλασσα αχανής
Μια νύχτα μόνο της χαράς,
Μια ωδή παντοτινή,
Κι ο ήλιος όλων μας
Είν' του Θεού η μορφή.
6.
ΠΑΘΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ
Κάτω στον κόλπο αυτής της γης,
Μακριά απ' τα κράτη του φωτός,
Πέρα απ' τους πόνους της οργής
Του ταξιδιού λάμπει ο φανός.
Με βάρκα πάμε του νερού
Γοργά στις όχθες τ' ουρανού.
Μακάρια ας είναι η νύχτα αυτή,
Κι ο ύπνος πάντα ευλογητός.
Σαν μ' είδε η μέρα η θαλερή
Μαράθηκε ο μακρύς καημός.
Τώρα τα ξένα έχουν χαθεί
Πατρίδα πια η ψυχή ποθεί.
Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν
Με της αγάπης την πνοή —
Χάνεται, φεύγει το παλιό
Του νέου φέρνει τί η ορμή;
Στέκει θλιμμένος, μοναχός,
Του αλλοτινού καιρού ο πιστός.
Τότε, που οι αισθήσεις φωτεινές
Μέσα στις φλόγες τρίζαν
Που του Πατέρα τις βουλές
Οι άνθρωποι γνωρίζαν.
Που με το πνεύμα του υψηλού
Έμοιαζαν στην εικόνα του.
Τότε, που ακόμα κραταιές
Αρχαίες φυλές ανθούσαν,
Και που παιδιά τις αγκαλιές
Των ουρανών ζητούσαν.
Που, ας σκίρταγε λάγνα η ζωή,
Γι' αγάπη ράγιζε η ψυχή.
Που με της νιότης τον ανθό
Θεός εφανερώθη
Και στου θανάτου τον σταυρό
Η αβρή ζωή του ετρώθη
Δίχως στον φόβο ν' αφεθεί,
Για μας μια τέτοια πληρωμή.
Με πάθος ψάχνουμε δειλό
Τ' αλλοτινά στη δύση,
Τη δίψα τούτον τον καιρό
Κανείς δεν θα τη σβήσει.
Για την πατρίδα πάμε πια,
Σ' άλλους καιρούς πίσω ξανά.
Τί μας κρατά απ' το γυρισμό,
Κοιμούνται οι αγαπημένοι.
Νεκροί κι εμείς στο μνήμα αυτό,
Μονάχα η οδύνη μένει.
Τίποτα δεν ζητάμε πια,
Όλα κενά — μα όχι η καρδιά.
Απέραντη και μυστική
Μας δέρνει καταιγίδα.
Από τα μάκρη ηχώ αντηχεί,
Του πένθους μας πυξίδα.
Οι αγάπες μας πονούν κι αυτές
Πάθους μας στέλνουνε πνοές
Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά,
Στου Ιησού Χριστού το μέλι,
Των εραστών παρηγοριά
Η Νύχτα που ανατέλλει.
Όνειρο σπάζει τα δεσμά
Μας στέλνει σε Θεού αγκαλιά.
|| Novalis, Hymnen an die Nacht, 1799 ||
Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΠΟΙΗΣΗ, τ. 7, 'Ανοιξη-Καλοκαίρι 1996
.............................
Η απέραντη θλίψη που προκάλεσε στον Νοβάλις ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης του, Σοφί φον Κούν, έδωσε το έναυσμα για τη συγγραφή ενός από τα σπουδαιότερα έργα του πρώιμου ευρωπαϊκού ρομαντισμού, των Ύμνων στη Νύχτα. Από παράφορα ερωτικοί έως βαθιά θρησκευτικοί, οι Ύμνοι αποκρυσταλλώνουν την έσχατη αγωνία του Νοβάλις να αναπλάσει ποιητικά την πραγματικότητα, να μετασχηματίσει σε ποιητική πράξη το ίδιο το ρομαντικό ιδεώδες, όπως το όρισαν θεωρητικά οι αδερφοί Σλέγκελ και ο περίφημος «Κύκλος της Ιένας».
«Το σύμπαν των Ύμνων είναι χριστιανικό αλλά και ευρύχωρο. Αγκαλιάζει μέσα του όλη σχεδόν την ελληνική μυθολογία, από τους δέσμιους Τιτάνες ως την ιλαρή μορφή του Διονύσου. Απλώνεται από τη Μεσόγειο ως τις μακρινές Ινδίες. Όμως, η ιστοριονομία του Νοβάλις είναι αισιόδοξη και συνδυαστική. Αρχαίοι, Μέσοι και Νέοι Χρόνοι συγχωνεύονται σε μια νέα υπερχρόνια μορφή, μια ιδεαλιστική ουτοπία». (Κώστας Κουτσουρέλης)
Ύμνοι στη νύχτα
Νοβάλις ...Στη Μαρισόφη
1.
Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως, με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ' ανάλαφρο βήμα, με τ' αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν' ανατείλει ξανά;
Τι νά ν' αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ' την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ' τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ' αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ' των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μου φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ' αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ' τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ' άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά 'χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ' τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ' ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ' όψη ανθρώπινη μ' έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.
2.
Πρέπει πάντοτε το πρωινό να ξανάρχεται; Δεν τελειώνει ποτέ των επιγείων η βία; Πολυπραγμοσύνη στυγνή αφανίζει της νύχτας την αιθέρια αφή. Πότε στις φλόγες του έρωτα, στου βωμού την αιώνια πυρά θ' αφεθεί; Σύντομη είναι η ζωή του φωτός· αλλά άχρονη κι άχωρη η εξουσία της Νύχτας. Παντοτινή η διάρκεια του ύπνου. Ω ύπνε ιερέ — μην αργείς, μα στέρξε εσύ αρωγός να ελεήσεις τους μύστες της νύχτας σε τούτο το επίγειο έργο τους. Γιατί εσένα μόνο τρελοί σ' αγνοούν κι ύπνο δεν γνωρίζουν κανέναν, όταν εύσπλαχνος τον ίσκιο σου πάνω μας ρίχνεις, κάθε που η νύχτα η αληθινή ανατέλλει. Γιατί δεν σ' έχουν αισθανθεί στη χρυσαφιά ροή των σταφυλιών, στο λάδι της αμυγδαλιάς, στους καστανούς της παπαρούνας χυμούς. Γιατί δεν ξέρουν ότι είσαι συ που τα τρυφερά στήθη της κόρης ταράσσεις, που ως τους ουρανούς πετάς κι απλώνεις κλαδιά. Γιατί δεν νοιώθουν πως από ιστορίες παλιές εσύ ουρανομήκης τραβιέσαι, πως το κλειδί φέρνεις εσύ για των μακαρίων τα δώματα, μαντατοφόρος βουβός των αχανών μυστηρίων.
3.
Κάποτε έχυνα εκεί δάκρυα πικρά, καθώς στον πόνο συντριμμένη η ελπίδα μου σπάραζε, και μόνος στεκόμουν σ' άνυδρο τύμβο, που έσωζε σε τόπο στενό, σκοτεινό τη μορφή της ζωής μου. Μόνος, όπως ποτέ κανείς μοναχικός δεν υπήρξε, απ' ανείπωτο φόβο σπρωγμένος. Αδύναμος, μόνο σκιά της αθλιότητας πια. Κι όπως εκεί βοήθεια ζητούσα, δίχως αλλού να μπορώ να στραφώ, και στη φευγαλέα ζωή που τρεμόσβηνε μ' απέραντο πόθο κρεμόμουν: εκεί, από το κυανό του ορίζοντα, από το ύψος ευδαιμονίας παλιάς σαν καταιγίδα ήρθε το σκότος. Και κομμάτιασε μεμιάς τους κρίκους της γέννας, τα δεσμά του φωτός. Πήρε να χάνεται η μεγαλοπρέπεια της γης και το πένθος μου πήρε να σβήνει μαζί της, σ' έναν νέο, ανεξιχνίαστο κόσμο κύλησε η μελαγχολία αργά. Εσύ της νύχτας ενθουσιασμέ, ύπνε ελαφρέ τ' ουρανού ήρθες πάνω από μένα. Αργά μετεωρίστηκε ο χώρος· πάνω του πλανήθηκε ελεύθερος ο νεογέννητος νους μου. Σε σύννεφα σκόνης σωριάστηκε ο τύμβος. Μες απ' τον κουρνιαχτό αντίκρισα των αγαπημένων τις μεταμορφωμένες πομπές. Η αιωνιότητα κοιμόταν στα μάτια τους. 'Αγγιξα τα χέρια τους και τα δάκρυα γίναν ένας πύρινος, άρρηκτος κόμπος. Χιλιετηρίδες σαν καταιγίδα προς τα μάκρη τραβούσαν. Στην αγκαλιά τους έκλαψα της νέας ζωής τα ευφρόσυνα δάκρυα. — Ήταν εκείνο το πρώτο, το μόνο μου όνειρο. Κι είναι πρώτα από τότε που τρέφω εντός μου πίστη παντοτινή κι ακατάλυτη στον νυχτερινό ουρανό και την Αγαπημένη, το φως του.
4.
Τώρα γνωρίζω πότε θα φανεί το τελευταίο πρωί. Πότε το φως τη Νύχτα και τον έρωτα δεν θα αποδιώξει ξανά. Πότε ο ύπνος παντοτινός και μόνο ένα αστείρευτο όνειρο θά 'ναι. Αιθέριο κάματο μέσα μου νοιώθω. Μακρύς κι επίπονος προς τον άγιο τάφο ο δρόμος, βαρύς ο σταυρός. Κύμα κρυστάλλινο από τον σκοτεινό κόρφο του τύμβου πηγάζει, στα πόδια του μια επίγεια πλημμύρα ξεσπά, όποιος την έχει γευτεί, όποιος πάτησε τ' ακριτικά όρη του κόσμου, όποιος το βλέμμα του έστρεψε πέρα, προς τη νέα τη γη, στης Νύχτας τα δώματα — αλήθεια, αυτός δεν επιστρέφει ξανά στην τύρβη του κόσμου, στη χώρα εκείνη όπου σε αέναη αταξία το φως κατοικεί.
Στις κορφές χτίζει σκήτες, καλύβες ειρήνης, νοσταλγός κι εραστής ατενίζει πέρα μακριά, ώσπου στις κρήνες της πηγής να τον έλξει η πιο καλόδεχτη απ' όλες τις ώρες. Μες στων ανέμων τον αχό παραδέρνουνε και στα ύψη αναδύονται τα επίγεια, αλλά ό,τι το άγγιγμα του έρωτα αγίασε, σε κοίτες κρυφές θα κυλήσει προς την αντίπερα γη, σαν άρωμα με τους αγαπημένους ίσκιους πέρα απ' τη νάρκη του ύπνου θα ενωθεί.
Ακόμα ξυπνάς, φως ιλαρό, για τη δουλειά τον καταπονημένο. Τερπνή ζωή μέσα μου χύνεις. Μα απ' τα βρυώδη μαυσωλεία της μνήμης δεν μ' αποτραβάς. Με χαρά θ' άγγιζα τα φίλεργα χέρια, θ' αγνάντευα όπου εσύ το θελήσεις, θα αινούσα της χλιδής σου τ' αγλάισμα, άοκνος θ' αντίκριζα των περίτεχνων έργων σου τον ωραίο ειρμό, με χαρά θα μετρούσα τον συνετό βηματισμό της δυναστικής περίλαμπρης ώρας σου, θ' ανίχνευα των δυνάμεών σου το σύμμετρο, τους νόμους των ανάριθμων χώρων και χρόνων της μαγικής σου μορφής. Αλλά της Νύχτας ταμένη μένει η μυστική μου καρδιά και της δικής της θυγατέρας, της πλάστριας αγάπης. Μπορείς να μου δείξεις μια πιστή στους αιώνες καρδιά; έχει ο ήλιος σου μάτια προσηνή να με δουν; αγγίζουν τ' αστέρια σου το χέρι μου που αποζητά; Θα μου χαρίσουν ξανά τον λόγο τον θωπευτικό και τ' απαλό τους το χάδι; Να τά 'χεις κοσμήσει εσύ με χρώμα και σχήμα ελαφρύ — ή νά 'ταν Εκείνη πού προσδίδει στα δώρα σου πιο εράσμια αξία; Ποια πάθη, ποιες ηδονές η ζωή σού προσφέρει, που να καταποντίσουν μπορούν του θανάτου τα θέλγητρα; Δεν φορά ό,τι μας συνεπαίρνει το χρώμα της Νύχτας; Εκείνη σ' ανάστησε, σ' εκείνη κάθε σου αίγλη χρωστάς. Άθυρμα θ' αφηνόσουν στον άνεμο, θα σιγόλειωνες στου χώρου τα βάθη, αν δεν σε κράταγε στην αγκαλιά της εκείνη, αν δεν σ' εγκυμονούσε στα σπλάχνα της για να φανείς και ν' αυγάσεις τον κόσμο. Αλήθεια, προτού υπάρξεις εσύ γεννήθηκα εγώ — από εκείνην σταλμένος, τούτη την γη με την γενιά μου να οικήσω, να την καθαγιάσω στ' όνομα του έρωτα, ώσπου μνημείο ορατό ν' αναφανεί στους αιώνες. Μ' αμάραντα να την σπείρω λουλούδια. Όμως ακόμα δεν έδεσαν καρπό αυτοί οι θείοι στοχασμοί. Ακόμα είναι της παρουσίας μας τα ίχνη ισχνά. Μα θα σημάνουν οι ωροδείχτες σου κάποτε το τέλος του χρόνου, θα γίνεις κάποτε και συ σαν κι εμάς, κι όλο πάθος θα χαθείς και θα σβήσεις. Εντός μου —ελευθερία αιθέρια, μακάρια επιστροφή— θα αισθανθώ το πέρας των έργων σου. Μ' οδύνη ανήμερη θα σε δω ν' αποδημείς απ' την πάτρια γη, ν' αντιπαλεύεις τον παλιό, κραταιό ουρανό. Μα μάταια θά 'ναι η οργή και το μένος σου. Πάνω απ' τις φλόγες θα υψωθεί ο σταυρός — λάβαρο θριαμβικό της γενιάς μας.
Στα ύψη αναδεύομαι,
Και κάθε οδύνη
Των νέων ηδονών
Τ' αγκάθι θα γίνει.
Θά 'ρθει ο καιρός,
Κι εγώ να χαθώ,
Στα γόνατα του έρωτα
Σε μέθη γλυκιά θ' αφεθώ.
Θροΐζει η ζωή
Απέραντη μέσα σε μένα,
Απ' τα ύψη κοιτώ
Προς τα κάτω για σένα.
Σε κάθε μνήμα
Η λάμψη σου σβήνει,
Στεφάνι δροσιάς
Ένας ίσκιος αφήνει.
Πιες της ζωής μου,
Ακριβέ, τον χυμό,
Ξύπνησέ με και στέρξε
Να μπορώ ν' αγαπώ.
Του θάνατου νοιώθω
Πάλι νέο το ρέμα,
Σ' αιθέρα και βάλσαμο
Γυρνά το δικό μου το αίμα.
Με σθένος και πίστη
Τις μέρες μου ζω
Και τις νύχτες πεθαίνω
Στο πυρ το ιερό.
5.
Σε καιρούς περασμένους σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη με βία βουβή. Ζοφερές αλυσίδες πέφταν πάνω στις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη — κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η κτίση. Πέρα απ' τα ρόδινα βουνά της αυγής, στους ιερούς κόλπους της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, το ζωντανό, πύρινο φως. Ένας αρχαίος γίγαντας κουβαλούσε τον μακάριο κόσμο. Κάτω απ' τα όρη δεσμώτες κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Με ανήλεο μένος ενάντια στων νέων θεών τη γενιά και τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα πράσινα βάθη γίναν το λίκνο μιας θεάς. Μες σε κρυστάλλινες σπηλιές ευωχούσε ένα πολυάριθμο πλήθος. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό έρεε το κρασί που μια κόρη οινοχόος κερνούσε. Ένας θεός των αμπελιών, μια στοργική θεά μες στο χρυσό των χρωμάτων, η μέθη του έρωτα, έργο γλυκό της ωραιότερης θεάς. Αέναος, πολύχρωμος, σαν μια γιορτή των τέκνων τ' ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. Κάθε φυλή προσκυνούσε με αφέλεια παιδική την αβρή, χιλιόμορφη φλόγα, σαν νά 'ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα ένα είδωλο ήταν μόνο, ένας φρικτός εφιάλτης,
Που άγγιξε σαν το δέος την τερπνή γιορτή
Κι έκρυψε την ψυχή στον άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Δεν έτεινε παρήγορο τον ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Κι εδιάβη το κακό τον μύχιο δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ' οδύνες κι αγωνία.
Για πάντα τώρα απ' όλα χωρισμένο
Ό,τι με πόθο η ψυχή λάγνα ζητάει,
Πέρα από κάθε τι το αγαπημένο,
Που μάταιο πάθος κι οδυρμός το τριγυρνάει,
Φάνηκε όνειρο αμυδρό στον πεθαμένο,
Πάλη λιγόθυμη που πια τον κυβερνάει.
Σαρώθηκαν τα κύματα της ηδονής
Στους βράχους πάνω της ασίγαστης οργής.
Με τόλμη οι άνθρωποι και τη φωτιά του νου
Τη μάσκα τη φρικτή ξεχνούσαν του Άδη,
Πώς σβήνει αβρό παιδί τα φώτα τ' ουρανού,
Σαν άρπα, ακούγανε τ' αβρό σκοτάδι.
Η μνήμη λειώνει στον ψυχρό των ίσκιων ρου,
Του πένθους έπλεκε ο σκοπός το υφάδι.
Αλλά αίνιγμα έμεινε η νυχτιά η παντοτινή,
Μιας εξουσίας μακρινής σημείο βαρύ.
Προς το τέρμα του πορεύτηκε ο αρχαίος κόσμος. Μαράθηκαν της νιότης οι χαρούμενοι κήποι. Στα ύψη, προς τον ελεύθερο, ανάστατο χώρο στράφηκαν οι ενήλικες άνθρωποι. Οι θεοί κι οι ακόλουθοί τους χαθήκαν. Μόνη κι άζωη στάθηκε η νύχτα. Με σιδερένια δεσμά την καθήλωσε το αυστηρό μέτρο κι ο ψυχρός αριθμός. Σαν των ανέμων τη σποδό σε λόγια ζοφερά θρυμματίστηκε της ζωής η απροσμέτρητη άνθηση. Δραπέτευσαν η φαντασία η μάγισσα κι η ορκισμένη πίστη, οι οδοιπόροι των ουρανών. Παγερός βοριάς έπνευσε άφιλος πάνω απ' τους πετρωμένους αγρούς και στους αιθέρες πήρε να ξεθυμαίνει των θαυμάτων η πετρωμένη πατρίδα. Γέμισαν κόσμους φωτεινούς τα μήκη τ' ουρανού. Στο πιο βαθύ ιερό, στα άδυτα του νου αποτραβήχτηκε του κόσμου η ψυχή. Να περιμένει εκεί την χαραυγή της βασιλείας του κόσμου. Δεν ήταν πια το φως οίκημα των θεών και ουράνιο σημάδι. Πέπλα νυχτερινά τούς σκεπάσαν. Η νύχτα έγινε της αποκάλυψης η κραταιά αγκαλιά. Σ' εκείνην στράφηκαν ξανά οι θεοί. Στην νάρκη του ύπνου αφεθήκαν, ώσπου σε θάμβος νέο ξανά να επιστρέψουν. Στα μάτια του καταφρονημένου λαού που είχε αποστρέψει το πρόσωπο απ' την μακάρια αθωότητα της νιότης φάνηκε με πρωτοείδωτη όψη ο νέος κόσμος. Σε μια καλύβα φτωχική. Της πρώτης παρθένου και μάνας ο γιος. Του μυστικού ευαγγελισμού ο απροσμέτρητος γόνος. Πρώτη ένοιωσε της Ανατολής η πολύανθη γνώση τής νέας εποχής το ξεκίνημα. Ένα αστέρι φώτισε το δρόμο προς του βασιλιά το ταπεινό λίκνο. Στ' όνομα του απόμακρου μέλλοντος τον τίμησαν με χρυσάφι κι αρώματα, με τα ύψιστα δώρα της φύσης. Μοναχική ξεδιπλώθηκε η ουράνια καρδιά του, κραταιός ανθός της αγάπης. Προς την μακρινή μορφή του πατέρα και τα στήθη της μάνας στραμμένη. Και τα μέλλοντα ανέγνωσε χρησμοδότης ο οφθαλμός του ανθισμένου παιδιού, τα σκαλοπάτια του θείας γενιάς του ζητώντας, αμέριμνος για όσα το πεπρωμένο τού όριζε πάνω στη γη. Γρήγορα μαζεύτηκαν γύρω του οι παιδικότερες, οι πιο αθώες ψυχές. Σαν τον ανθό βλάστησε πλάι του αλλότρια μια νέα ζωή. Λόγοι ανεξάντλητοι, τα πιο ευφρόσυνα αγγέλματα σαν γλώσσες φωτιάς ανάβλυσαν από τα φίλα του χείλη. Απ' ακτές μακρινές, γεννημένος κάτω από τον ιλαρό ουρανό της Ελλάδας, ήρθε στην Παλαιστίνη ένας βάρδος κι ολόψυχα δόθηκε στο εξαίσιο παιδί :
«Του εφήβου η μορφή είσαι συ που από παλιά
Τα μνήματά μας παραστέκει γνωστική·
Παρήγορο σημάδι μες στην σκοτεινιά,
Του νέου ανθρώπου η χαρμόσυνη απαρχή.
Ό,τι μας βύθισε σε λύπη αλλού βαθιά,
Δεν έχει ρίζες και βλαστούς πια στην ψυχή.
Στον Άδη φάνηκε η ζωή παντοτινή.
Εσύ 'σαι ο Άδης και μας δίνεις τη ζωή. »
Με την ευδαιμονία στην ψυχή κίνησε ο βάρδος για το Ινδουστάν. Και πύρινα τραγούδια έπλασε, κάτω από κείνον τον γαλήνιο ουρανό, της καρδιάς του η μέθη, έτσι που στράφηκαν σ' αυτόν χίλιες καρδιές, και το χαρμόσυνο άγγελμα χίλιες φορές άνθισε πάλι. Μα κύλησε ο καιρός κι έπεσε θύμα η ακριβή ζωή στον βαθύ μαρασμό του ανθρώπου Πέθανε νέος ο αβρός βασιλιάς, μακριά απ' τον εράσμιο κόσμο και το μοιρολόι της μάνας, μακριά απ' τους άτολμους φίλους. Το άφατο ποτήρι του ζόφου άδειασε στο γλυκό του το στόμα. Σε δέος φρικτό πλησίασε η ώρα της γέννησης του νέου κόσμου. Σκληρά αντιστάθηκε Εκείνος στο δέος του πανάρχαιου θανάτου. Του αρχαίου κόσμου βάρυνε πάνω του το άχθος. Με το βλέμμα του γύρεψε στερνή φορά την μητέρα. Τότε χέρι λυτρωτικό κι αγαπημένο τον άγγιξε — και ξύπνησε. Και για μέρες ελάχιστες ένα βαθύ παραπέτασμα απλώθηκε πάνω απ' την αφρισμένη θάλασσα, πάνω απ' την σειόμενη γη. Σε δάκρυα γοερά ξεσπάσαν οι φίλοι. Και ήρθαν στο φως τα απόκρυφα. Και πνεύματα εξ ουρανού ήραν τον πανάρχαιο λίθο απ' του τάφου το σκότος. Και άγγελοι παραστάθηκαν του κοιμωμένου την κλίνη — από μειλίχια όνειρα πλασμένοι. Και σε νέα ωραιότητα θεού εγέρθη απ' την νάρκη του Εκείνος στα ύψη του νεογέννητου κόσμου. Και την αρχαία σωρό ενταφίασε στον έρημο Άδη. Και με το χέρι του κύλησε επάνω της τον ακατάλυτο λίθο.
Ακόμα νοτίζουν τον τάφο σου τ' αναφιλητά της χαράς, της κατάνυξης και της ευγνωμοσύνης τα δάκρυα. Ακόμα σε βλέπουν οι αγάπες σου σκιρτώντας να εγείρεσαι — κι εκείνες μαζί σου· σε κοιτούν να θρηνείς στης μάνας τα μακάρια στήθη, να βαδίζεις με τους φίλους σου αγέρωχα, να προφέρεις τις λέξεις που έδρεψες απ' τον βλαστό της ζωής· σε κοιτούν να ανέρχεσαι στην πατρική αγκαλιά, τον νέο άνθρωπο φέρνοντας και του χρυσού μέλλοντος τ' ασφράγιστα ποτήρια. Βιάστηκε η μητέρα να ανέλθει κοντά σου — σε επουράνιο θρίαμβο. Πρώτη εκείνη μαζί σου στην νέα πατρίδα. Διάβηκε έκτοτε χρόνος πολύς, κι όλο και πιο θαμβωτική ανασάλεψε η νέα σου κτίση. Και μυριάδες, πέρα από πόνους και βάσανα, πήραν θέση κοντά σου. Μαζί σου αναλήφθηκαν στης αγάπης το κράτος. Στον ναό του επουράνιου θανάτου ιερείς και στους αιώνες των αιώνων δικοί σου.
Κύλησε ο μέγας λίθος
Κι ο άνθρωπος ξυπνά.
Σ' εσένα ανήκουμε όλοι,
Δεν μας κρατούν δεσμά.
Ρέει στυφός ο πόνος
Στο τάσι το χρυσό,
Σβήνει η ζωή κι η πλάση
Στο δείπνο το στερνό.
Στο γάμο μάς καλούν
Οι δάδες τώρα του 'Αδη,
Παρθένες οδηγούν,
Δεν θα σωθεί το λάδι.
Απ' τη δική σου ηχούσαν
Τα μάκρη τη μιλιά
Και τ' άστρα μάς καλούσαν
Μ' ανθρώπινη λαλιά
Μαρία, σ' εσέ ανεβαίνουν
Τώρα χίλιες καρδιές.
Εσέ μόνο προσμένουν
Στης ζήσης τις σκιές.
Να βρούνε της γαλήνης
Ποθούνε την πηγή,
Κλείσ' τους στης αγκαλιάς σου,
Παρθένα, τη στοργή.
Έτσι κι όσοι πονώντας
Σε βάσανα πικρά,
Τον κόσμο λησμονώντας
Σ' εσέ γυρνούν ξανά.
Στη θλίψη, στην ανάγκη
Μας στάθηκαν βοηθοί.
Να μείνουμε θα πάμε
Μ' αυτούς για πάντα εκεί.
Πια ο εραστής στο μνήμα
Του πόνου δεν θρηνεί.
Τα δώρα της αγάπης
Να κλέψει ποιος μπορεί;
Τα πάθη για να γιάνει
Μεθά η νυχτιά του νου.
Φύλακες της καρδιάς του
Τα τέκνα του Θεού.
Γαλήνια η ζωή τραβά
Τώρα στους ουρανούς
Από την μέσα μας φωτιά
Λάμπει και στίλβει ο νους.
Ρέουν οι γαλαξίες,
Χρυσό κρασί ζωής.
Θα πιούμε να γενούμε
Άστρα χρυσά κι εμείς.
Δίχως δεσμά η αγάπη,
Πια χωρισμός κανείς.
Αφρίζει όλ' η ζωή
Σαν θάλασσα αχανής
Μια νύχτα μόνο της χαράς,
Μια ωδή παντοτινή,
Κι ο ήλιος όλων μας
Είν' του Θεού η μορφή.
6.
ΠΑΘΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ
Κάτω στον κόλπο αυτής της γης,
Μακριά απ' τα κράτη του φωτός,
Πέρα απ' τους πόνους της οργής
Του ταξιδιού λάμπει ο φανός.
Με βάρκα πάμε του νερού
Γοργά στις όχθες τ' ουρανού.
Μακάρια ας είναι η νύχτα αυτή,
Κι ο ύπνος πάντα ευλογητός.
Σαν μ' είδε η μέρα η θαλερή
Μαράθηκε ο μακρύς καημός.
Τώρα τα ξένα έχουν χαθεί
Πατρίδα πια η ψυχή ποθεί.
Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν
Με της αγάπης την πνοή —
Χάνεται, φεύγει το παλιό
Του νέου φέρνει τί η ορμή;
Στέκει θλιμμένος, μοναχός,
Του αλλοτινού καιρού ο πιστός.
Τότε, που οι αισθήσεις φωτεινές
Μέσα στις φλόγες τρίζαν
Που του Πατέρα τις βουλές
Οι άνθρωποι γνωρίζαν.
Που με το πνεύμα του υψηλού
Έμοιαζαν στην εικόνα του.
Τότε, που ακόμα κραταιές
Αρχαίες φυλές ανθούσαν,
Και που παιδιά τις αγκαλιές
Των ουρανών ζητούσαν.
Που, ας σκίρταγε λάγνα η ζωή,
Γι' αγάπη ράγιζε η ψυχή.
Που με της νιότης τον ανθό
Θεός εφανερώθη
Και στου θανάτου τον σταυρό
Η αβρή ζωή του ετρώθη
Δίχως στον φόβο ν' αφεθεί,
Για μας μια τέτοια πληρωμή.
Με πάθος ψάχνουμε δειλό
Τ' αλλοτινά στη δύση,
Τη δίψα τούτον τον καιρό
Κανείς δεν θα τη σβήσει.
Για την πατρίδα πάμε πια,
Σ' άλλους καιρούς πίσω ξανά.
Τί μας κρατά απ' το γυρισμό,
Κοιμούνται οι αγαπημένοι.
Νεκροί κι εμείς στο μνήμα αυτό,
Μονάχα η οδύνη μένει.
Τίποτα δεν ζητάμε πια,
Όλα κενά — μα όχι η καρδιά.
Απέραντη και μυστική
Μας δέρνει καταιγίδα.
Από τα μάκρη ηχώ αντηχεί,
Του πένθους μας πυξίδα.
Οι αγάπες μας πονούν κι αυτές
Πάθους μας στέλνουνε πνοές
Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά,
Στου Ιησού Χριστού το μέλι,
Των εραστών παρηγοριά
Η Νύχτα που ανατέλλει.
Όνειρο σπάζει τα δεσμά
Μας στέλνει σε Θεού αγκαλιά.
|| Novalis, Hymnen an die Nacht, 1799 ||
Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΠΟΙΗΣΗ, τ. 7, 'Ανοιξη-Καλοκαίρι 1996
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
About Me
Labels
biographies
(15)
fiction
(3)
Historical
(98)
Legend
(10)
My Memories
(1)
Poetry
(4)
Science
(22)
Sosial
(13)
Space
(4)
youtube
(1)
Blog Archive
-
►
2024
(1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
-
►
2018
(2)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
►
2014
(24)
- ► Σεπτεμβρίου (3)
- ► Ιανουαρίου (2)
-
►
2013
(20)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Σεπτεμβρίου (1)
- ► Φεβρουαρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (1)
-
►
2012
(94)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (9)
- ► Φεβρουαρίου (15)
-
►
2010
(1)
- ► Δεκεμβρίου (1)




