Read More

Τα Κουλέντια

Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης. Το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά....
Read More

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας.
Read More

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας,

Η σιδηροδρομική γέφυρα (ή προβλήτα) της Αγίας Μαρίνας, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του παραθαλάσσιου χωριού και ταυτόχρονα είναι ένα πολύ σημαντικό νεότερο Βιομηχανικό μνημείο, ηλικίας 130 ετών. Εκεί μάθαινα να κολυμπώ και δέθηκα με την θάλασσα...
Read More

Βλυχάδα Ρειχιάς: Η κρυμμένη παραλία που μαγεύει τους επισκέπτες

Κάποια μέρη που βλέπουμε, ακόμα και μέσα από μερικές φωτογραφίες, μας κάνουν να θέλουμε να τα επισκεφθούμε, γιατί απλά, φαίνεται πως είναι από αυτά που λέμε κρυμμένοι παράδεισοι.
Read More

5 χιλιόμετρa από την Σούρπη, συναντάμε τον οικισμό Νήες.

Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός, με μοναδικές γωνιές, που όσοι τις έχουν απαθανατίσει με την φωτογραφική τους μηχανή, τις παρομοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

 Το ακάτιον του Χάρωνος φτάνει στην όχθη της Αχερουσίας. Οι νεκροί βγαίνουν ένας ένας πληρώνουν το ναύλο τους (έναν οβολό) στο Χάροντα και χάνονται δεξιά. Τελευταίος βγαίνει ο Μένιππος, που πάει να φύγει χωρίς να πληρώσει. Ο Χάρων τον πιάνει από τον ώμο
Χ.  Κατέβαινε, βρε καταραμένε, το ναύλο
Μ. Δε μπα να φωνάζεις Χάρε, αφού σ’ αρέσει
Χ.  Πλήρωσε ρε σου λέω, για το   ταξίδι που έκανες
Μ. Τι να πάρεις από έναν που δεν έχει μία
Χ. Καλά, υπάρχει άνθρωπος να μην έχει έναν οβολό;
Μ. Αν είναι και κάνας άλλος, δεν ξέρω. Εγώ μια φορά δεν έχω
Χ. Βρωμιάρη. Θα σε πάω στον Πλούτωνα, αν δεν πληρώσεις
Μ. Και ΄γω θα σου κοπανήσω μία με το κουπί και θα σου διαλύσω το καύκαλο
Χ. Δηλαδή τζάμπα έκανες τόσο ταξίδι;
Μ. Ο Ερμής, που με κουβάλησε σε σένα, ας σε πληρώσει
Ε. Μα το θεό, θα΄πρεπε να πουληθώ ολόκληρος αν ήταν να πληρώνω τα ναύλα των πεθαμένων
Χ. Δε θα το κουνήσω ρούπι από δίπλα σου
Μ. Αν είν΄έτσι, τράβα έξω τη βάρκα και κάτσε. Αλλά αφού δεν έχω τι θα πάρεις;
Χ. Δεν ήξερες ρε πως έπρεπε να έχεις το ναύλο;
Μ. Το΄ξερα. Και λοιπόν; Αφού δεν είχα φράγκο. Τι να΄κανα; Να μην πέθαινα;
Χ. Δηλαδή μοναχα συ θα καυχιέσαι πως πέρασες τζάμπα;
Μ. Ε όχι και τζάμπα ρε φίλε! Και νερά έβγαζα και κουπί τράβηξα και μονάχα εγώ απ’ όλους τους επιβάτες δεν έκλαιγα
Χ. Αυτά δεν περνάνε σε βαρκάρη! Πλήρωσε το ναύλο σου. Δε μπορεί να γίνει αλλοιώς!
Μ. Ε τότε γύρνα με πίσω στη ζωή
Χ. Ωραία μας τα λές. Να φάω και ξύλο από πάνω από τον Αιακό!
Μ. Ε τότε μη μου κολλάς
Χ. Δείξε μου τι έχεις μεσ΄στο σακούλι
Μ. Λούπινα. Θες λίγα; Και ένα πρόσφορο
Χ. Από που μας κουβάλησες ρε Ερμή αυτό το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δεν περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους επιβάτες και ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ εκείνοι κλαίγανε
Ε. Δεν ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα σου; Ο Μένιππος είναι! Άνθρωπος τελείως ελεύθερος. Τίποτα δεν τον νοιάζει!
Ο Μένιππος βρίσκει αφορμή, που ο Χάρων μιλάει με τον Ερμή και το σκάει
Χ. Εχ και να σε πιάσω καμιά φορά...
Ακούγεται η φωνή του Μένιππου από μακρυά
Μ. Αν με πιάσεις φίλε. Δυο φορές δε μπορείς να με πιάσεις

Βλεπε:http://www.sarantakos.com/arx
Read More

Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Οι περισσότεροι άνθρωποι μακαρίζουν, με το δίκιο τους άλλωστε, εκείνους που η Τύχη τους χαμογελά και μάλιστα συχνά, τους τυχερούς δηλαδή της ζωής. Να όμως που ένας, μυαλωμένος οπωσδήποτε άνθρωπος, ο φαραώ της Αιγύπτου Άμασις, είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε πως η υπερβολική εύνοια της Τύχης πολύ συχνά θα κατέληγε σε συμφορά. Και δεν έπεσε έξω.
 Ο Άμασις, φαραώ της 18ης Δυναστείας, βασίλεψε στην Αίγυπτο στα μέσα του 6ου αιώνα της Αρχαιότητας. Είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στο Δέλτα του Νείλου, πολύ κοντά στην τότε πρωτεύουσα της χώρας τη Σάιδα, μια «πανελλήνια» αποικία τη Ναύκρατη. Ιδιαίτερες φιλίες είχε αναπτύξει ο Άμασις με τον τύραννο της Σάμου, τον Πολυκράτη, που εθεωρείτο ο πιο τυχερός άνθρωπος του καιρού του.
 Η τυραννία της αρχαϊκής και προκλασσικής εποχής ήταν ένα ιδιότυπο καθεστώς, που σε πολλές ελληνικές πόλεις αποτέλεσε το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της ολιγαρχίας, δηλαδή της διακυβέρνησης των αριστοκρατών, που είχαν διαδεχθεί τους βασιλείς της μυκηναϊκής εποχής και της δημοκρατίας, δηλαδή της διακυβέρνησης του δήμου, του λαού. Οι τύραννοι κατά κανόνα στηρίζομενοι σε μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα, χτύπησαν τους αριστοκράτες και περιορισαν την εξουσία και την επιρροή τους. Φυσικά δεν ήταν λαϊκοί ηγέτες. Κυβερνούσαν αυταρχικά και πολύ συχνά κατέφευγαν στην τρομοκρατία για να κρατηθούν στην εξουσία.
Τέτοιος ήταν και ο Πολυκράτης. Γιος του Αιάκη και εγγονός του Συλοσώντα, που υπήρξαν για λίγο και αυτοί τύραννοι, κατόρθωσε με τα δύο αδέρφια του να νικήσει με δόλο και να σκοτώσει τους ηγέτες των γεωμόρων δηλαδή των μεγάλων γαιοκτημόνων και να πάρει την εξουσία. Στην αρχή τα τρία αδέρφια μοιράστηκαν μεταξύ τους το νησί. Ο Πολυκράτης κράτησε την Αστυπάλαια, δηλαδή την παλιά πόλη της Σάμου, ο ένας αδερφός του, ο Παντάγνωτος, την Χησία, το βορειοανατολικό τμήμα του και ο άλλος, ο Συλοσώντας τη δυτική Σάμο, την Αισχριονία. Τελικά τα τρία αδέρφια συγκρούστηκαν για την εξουσία και ο Πολυκράτης σκοτωσε τον Παντάγνωτο, εξόρισε τον Συλοσώντα και έμεινε μόνος κυρίαρχος της Σάμου, που την κυβέρνησε με σιδερένιο χέρι, αλλά και με μεγάλη ικανότητα.
Επί της διακυβέρνησής του η Σάμος άνθισε κυριολεκτικά και έγινε, όπως γράφει ο Ηρόδοτος «πασέων πρώτη, Ελληνίδων και βαρβάρων». Το πρώτο που έκαμε ο Πολυκράτης ήταν να δημιουργήσει αξιόμαχο στόλο. Στα ναυπηγεία του νησιού κατασκευάστηκε νέος τύπος πλοίου με τα 50 κουπιά, η περίφημη σάμαινα.
Με τον στόλο αυτόν η Σάμος έγινε θαλασσοκράτειρα και νίκησε τους Λεσβίους, τους Πριηνείς και τους Μιλησίους που είχαν συνασπιστεί εναντίον της.  Όταν ο Κύρος νίκησε τον Κροίσο και κατάκτησε τη Λυδία και όλη τη Δυτική Μικρασία, αποπειράθηκε να καταλάβει και τη Σάμο. Αποβιβάστηκε στο νησί, έκαψε το ναό της Ήρας, αλλά τελικά αποκρούστηκε και αποσύρθηκε ταπεινωμένος. Ο Πολυκράτης προνόησε για τις τις μητέρες των πεσόντων και διέταξε τους πλουσίους να τις συντηρούν δωρεάν. Το ίδιο αψήφισε και τη Σπάρτη, τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην ελληνικό χώρο. Ίδρυσε πολλές αποικίες στο Αιγαίο, στην Κρήτη, στη Θράκη, και στη Σικελία και συμμάχησε με τον Λύγδαμη της Νάξου και τον Άμαση της Αιγύπτου, με τον οποίο είχε και προσωπική φιλία.
Στόλισε τη Σάμο με σπουδαία αρχιτεκτονήματα, όπως ο μέγας ναός της Ήρας, που έχτισαν οι αρχιτεκτονες Ροίκος και Θεόδωρος, στη θέση εκείνου που έκαψαν οι Πέρσες και πραγματοποίησε σημαντικά τεχνικά έργα, όπως το λιμάνι της Σάμου και το υδραγωγείο της, το μοναδικό «Ευπαλίνειο όρυγμα», ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα της αρχαιότητας. Το έργο αυτό ήταν σήραγγα μήκους 1036 μ. και ύψος και πλάτος άνετο για την διέλευση ενός ατόμου σε βάθος 80 μ. κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, που το ξεκίνησαν ταυτόχρονα από τις δύο άκρες του και οι δύο εκσκαφές συναντήθηκαν με ελάχιστη απόκλιση!
          Την εποχή του Πολυκράτη έζησαν και δημιούργησαν σπουδαίοι διανοητές και πολλοί από αυτούς είχαν σχέση με τη Σάμο και τον κυβερνήτη της, όπως ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Πυθαγόρας, ο αστρονόμος Αρίσταρχος,, «όστις πρώτος υπώπτευσεν ότι η γη κινείται περί τον ήλιον...»*, οι σπουδαίοι αρχιτέκτονες Ροίκος Θεόδωρος και Μανδροκλής, ο μηχανικός Ευπαλίνος, ο θαλασσοπόρος και εξερευνητής Κωλαίος και άλλοι.
                 Όπως γράφω στην αρχή αυτού του σημειώματος ο Πολυκράτης ήταν πολύ τυχερός. Ότι κι αν έκανε, σε καλό του έβγαινε. Ποτέ του δεν δοκίμασε συμφορά ή αποτυχία. Αυτό δεν άρεσε στο φίλο του Άμασι, γιατί πίστευε, πως οι πολύ ευτυχείς δεν έχουν καλό τέλος. Του έγραψε λοιπόν πως οι θεοί φθονούν τους τυχερούς και του συνιστούσε να δοκιμάσει θεληματικά μια λύπη, αφού η τύχη όλο χαρές του έστελνε. Ο Πολυκράτης δέχτηκε τη συμβουλή του φίλου του και ένα απομεσήμερο, με φίλους πολλούς, τράβηξε με πλοίο ανοιχτά στο πέλαγος. Εκεί έβγαλε το πολύτιμο δαχτυλίδι του, έργο ξακουστού τεχνίτη, που το αγαπούσε υπερβολικά και το χρησιμοποιούσε και για σφραγίδα του και με μεγάλη λύπη το πέταξε στη θάλασσα.
             Μα δεν πέρασαν 5-6 μέρες και το δαχτυλίδι βρέθηκε! Κάποιος φτωχός ψαράς, έπιασε ένα ψάρι διαλεχτό και μεγάλο. Δε θέλησε να το πουλήσει στην αγορά, αλλά προτίμησε να το χαρίσει στον Πολυκράτη, ο οποίος μάλιστα, ευχαριστημένος τον κάλεσε να το φάνε μαζί. Τη στιγμή, που ο μάγειρας καθαρίζοντάς το ψάρι, έσκισε το στομάχι του, βρήκε το δαχτυλίδι-βούλα και χαρούμενος το πήγε στον Πολυκράτη, που επίσης χάρηκε πολύ και γέμισε τον ψαρά με πλούσια δώρα. Κατόπιν έστειλε γράμμα στον Άμαση, αναφέροντας τα καθέκαστα. Εκείνος όμως δε χάρηκε καθόλου. Αντίθετα προβλέποντας τα χειρότερα, έκοψε τις σχέσεις του με τον Πολυκράτη, μη θέλοντας να λυπηθεί και ο αυτός εξ αιτίας του φίλου του.  
                Τελικά οι φόβοι του Άμαση βγήκαν σωστοί. Το τέλος του Πολυκράτη ήταν τραγικό. Με τις δαπάνες του για τα μεγαλοπρεπή έργα και τη συντήρηση του μισθοφορικού στρατού του, εξανέμησε το ταμείο του και έψαχνε  απεγνωσμένα για δάνειο. Οι  Πέρσες, που μετά την ήττα και την εκδίωξή τους από τη Σάμο ήταν ορκισμένοι εχθροί του, όταν έμαθαν την οικονομική του δυσπραγία, του έστησαν παγίδα. Ο σατράπης της Λυδίας Οροίτης έστειλε στον Πολυκράτη μήνυμα πως τάχα ο ίδιος κινδύνευε να θανατωθεί από τον Μεγάλο Βασιλέα και ζητούσε να τον βοηθήσει να φυγαδεύσει τα πλούτη του και εν συνεχεία να δραπετεύσει στη Σάμο. Ο Πολυκράτης δέχτηκε και μάλιστα, παρά τις προειδοποιήσεις της κόρης του και πολλών φίλων του, αποφάσισε να πάει αυτοπροσώπως στην απέναντι ακτή να παραλάβει τα πλούτη του Οροίτη. Εκεί όμως οι Πέρσες τον έπιασαν και τον ανασκολόπισαν σε ένα ύψωμα, από όπου μπορούσε πεθαίνοντας να βλέπει την αγαπημένη του πόλη. Με με τον μαρτυρικό θάνατο του Πολυκράτη τέλειωσε η περίοδος της ακμής της Σάμου. Το νησί γνώρισε περίοδο αστάθειας, παρακμής και τελικά πέρασε στην εξουσία των Περσών ως τους Μηδικούς Πολέμους.


Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
* που πρώτος υπέθεσε πως η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο


Read More

Πώς εκλέγανε οι Αθηναίοι τους άρχοντες τους

Η αθηναϊκή δημοκρατία έφτασε στον κολοφώνα της στα μέσα του 5ου αιώνα και η ακμή αυτή κράτησε τριάντα περίπου χρόνια, περίοδος που έμεινε στην ιστορία σαν ο χρυσός αιώνας του Περικλή. Ομως το πολίτευμα με τους ξεχωριστούς θεσμούς  του υπήρχε ήδη σαράντα χρόνια πριν από τον Περικλή και θα επιβίωνε ως την εποχή των Μακεδόνων, διακόσια χρόνια αργότερα. Εζησε δηλαδή σχεδόν τρεις αιώνες, όσο καμμιά άλλη σύγχρονη ή αρχαία δημοκρατία. Τη μεγάλη αντοχή στο χρόνο της αθηναϊκής δημοκρατίας την αποδίδουν οι μελετητές όχι μόνοστους σωστούς θεσμούς αλλά και στη μεγάλη προσαρμοστικότητα και εξελικτικότητά τους. Οι θεσμοί γεννήθηκαν από τις ανάγκες της ζωής και γιαυτό προσαρμόζονταν εύκολα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Δεν υπήρξαν εγκεφαλικά δημιουργήματα κάποιας σοφής κεφαλής, έστω κι αν αυτή ανήκε στο Σόλωνα.
Η προσαρμοστικότητα των θεσμών φαίνεται από την εξέλιξη του θεσμού του βασιλιά. Σε πλήρη δημοκρατία, τον καιρό του Περικλή, κληρωνόταν κάθε χρόνο ο άρχων βασιλεύς, μακρυνός απόηχος των μυκηναίων ανάκτων, που τελευταίος τους υπήρξε ο Κόδρος. Ο θεσμός δεν καταργήθηκε. Εξελίχτηκε σε ένα ανώδυνο για τη δημοκρατία αξίωμα με θρησκευτικές τελετουργικές αρμοδιότητες.
Μπορεί να θεωρείται ο Κλεισθένης ιδρυτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, βασίστηκε όμως στη νομοθεσία που θέσπισε ο Σόλων, που είναι χωρίς αμφιβολία ο πατέρας της δημοκρατίας. Οταν ο Σόλων συνέταξε τους νόμους του δεν είχε και πολλές αυταπάτες για την αποτελεσματικότητα τους. “Ο νόμος” έλεγε “μοιάζει με τον ιστό της αράχνης. Τα μικρά και τα αδύνατα πιάνονται σ’αυτόν, ενώ  τα ισχυρά τον σχίζουν και περνούν”. Ακόμα ένα δείγμα ευθύτητας και παρρησίας, που χαρακτήριζαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
Η δημοκρατία που καθιέρωσε ο Κλεισθένης, μετά την εκδίωξη των Πεισιστρατιδών, ήταν σχετικά πλουτοκρατικό και ολογαρχικό σύστημα, είχε όμως σωστούς και εξελίξιμους θεσμούς και με τις μεταρρυθμίσεις που έκαναν ο Ευβουλος, ο Εφιάλτης και ο Περικλής, μεταμορφώθηκε σε πραγματικά «λαοκρατικό» καθεστώς.
Το πολίτευμα λοιπόν της αρχαίας Αθήνας όπως διαμορφώθηκε μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή, ήταν η άμεση δημοκρατία. Η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η λαϊκή συνέλευση όλων των αθηναίων πολιτών από 20 χρονών και πάνω, μετά το 462 πΧ είχε συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες και τις ασκούσε με τα διάφορα όργανα, που αυτή όριζε ή έλεγχε. Είχε όχι μόνο νομοθετικές εξουσίες αλλά και εκτελεστικές και σε ορισμένες περιπτώσεις, (εσχάτη προδοσία, ασέβεια κ.ά,), μεταβαλλόταν σε ανώτατο δικαστήριο, πράγμα πού έκανε τον Αριστοτέλη να τη χαρακτηρίσει «μυριοκέφαλη τυραννία».
Στην Εκκλησία του Δήμου, που συνεδρίαζε 40 φορές το χρόνο, μπορούσε να πάρει το λόγο ο κάθε πολίτης και όσο μιλούσε και ό,τι κι αν έλεγε, κανείς δε μπορούσε να τον διακόψει ή να τον σταματήσει. Ήταν η περίφημη ισηγορία..
Η εκκλησία του Δήμου εξέλεγε τα 500 μέλη της Βουλής. Οι βουλευτές βγαίναν με κλήρο από 1000 εκπρόσωπους των 170 δήμων της Αττικής, (100 για κάθε φυλή), που ονομάζονταν πρόκριτοι και εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία για ένα χρόνο. Οι 500 που δεν κληρώνονταν βουλευτές, μέναν αναπληρωματικοί και ονομάζονταν επιλαχόντες.
Από τους 500 βουλευτές, που παίρναν μια μικρή χρηματική αποζημίωση τριών οβολών τη μέρα, κληρωνόταν η πρυτανεία, από 50 μέλη, η οποία για διάστημα 35 ημερών αποτελούσε την κυβέρνηση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι πρυτάνεις όσον καιρον ασκούσαν τα καθήκοντα τους μέναν στο Πρυτανείο με έξοδα του κράτους. Ενας από αυτούς οριζόταν για μια ή δυό το πολύ μέρες Γραμματεύς της Βουλής, δηλαδή πρωθυπουργός.
Η Βουλή ήταν το συμβουλευτικό όργανο της Εκκλησίας του Δήμου. Κάθε νόμος για να ψηφιστεί από την τελευταία έπρεπε να προετοιμαστεί και να συζητηθεί από τη Βουλή, που έβγαζε το προβούλευμα. Γιαυτό τα νομοθετήματα που ψήφιζε η Εκκλησία του Δήμου άρχιζαν πάντα με τη φράση: ΕΔΟΞΕ Τωι ΔΗΜΩι ΚΑΙ Τηι ΒΟΥΛΗι, (δηλαδή, φάνηκε σωστό στο Λαό και στη Βουλή).
Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε ότι πηγή και φορέας όλων των εξουσιών ήταν η λαϊκή συνέλευση, η Εκκλησία του Δήμου. Οτι όλα τα αξιώματα ήταν συνήθως ενιαύσια και προσιτά σε όλους τους πολίτες. Οτι πολλοί άρχοντες βγαίναν με κλήρωση, που σημαίνει ότι από τη στιγμή που κάποιος γεννήθηκε αθηναίος πολίτης είχε εν δυνάμει εκλεγεί σε πολλά αξιώματα και απλά περίμενε πότε θα κληρωθεί σε ένα από αυτά. Σημαίνει επίσης ότι όλοι οι πολίτες, πλούσιοι ή φτωχοί, θάρχοταν κάποτε η ώρα να κληρωθούν ή να εκλεγούν σε κάποιο αξίωμα
Τις δικαστικές αρχές αποτελούσαν δύο μεγάλα δικαστήρια, ο Αρειος Πάγος, το παλιό ανώτατο δικαστήριο, που στα χρόνια της δημοκρατίας είχε χάσει πολλές από τις αρμοδιότητές του και η Ηλιαία το λαϊκό δικαστήριο, που το απαρτίζαν 6000 μέλη τα οποία βγαίναν με κλήρωση από όλους τους πολίτες για ένα χρόνο και παίρναν επίσης ημερήσια αποζημίωση τριών οβολών. Η ηλιαία χωριζόταν σε δέκα τμήματα από 600 δικαστές το καθένα και επιλαμβανόταν με όλες τις ποινικές και αστικές περιπτώσεις. Υπήρχαν όμως και μικρότερα ή και ειδικά δικαστήρια.
Τις διοικητικές αρχές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας τις όριζε επίσης, με κλήρωση ή με ψηφοφορία, η Εκκλησία του Δήμου. Τις αποτελούσαν:
Οι εννέα άρχοντες, που που μετά το 462 πΧ είχαν χάσει κάθε ουσιαστική εξουσία και ασκούσαν μόνο τελεουργικά καθήκοντα. Οι εννέα άρχοντες κληρώνονταν ανάμεσα στους πλούσιους, (πεντακοσιομέδιμνους) και ήταν: Ο επώνυμος άρχων, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέται. Μετά τη θητεία τους, που ήταν για ένα χρόνο, γίνονταν ισόβια μέλη του Αρείου Πάγου.
Οι δέκα αστυνόμοι, που είχαν καθήκοντα τήρησης της τάξης και  είχαν υπό τις διαταγές τους ένοπλα τμήματα σκυθών ή θρακών δούλων.
Οι δέκα επισκευασταί των ιερών, που φρόντιζαν για τη συντήρηση των ναών, οι πέντε οδοποιοί, οι πέντε νεωροί, ο επιμελητής των κρηνών, υπεύθυνος για την ύδρευση της πόλης και οι αρχιτέκτονες επί τας ναυς, που ευθύνονταν για τη ναυπήγηση και συντήρηση των πολεμικών σκαφών.
Οι οικονομικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας ορίζονταν επίσης με κλήρωση για ένα χρόνο από την Εκκλησία του Δήμου και ήταν: οι δέκα ελληνοταμίαι, οι δέκα ταμίαι της Αθηνάς, οι δέκα ταμίαι των άλλων θεών, ο επί των θεωρικών, οι δέκα σιτοφύλακες, οι δέκα πωληταί και οι δέκα αποδέκται.
Τέλος τις στρατιωτικές αρχές τις αποτελούσαν οι δέκα στρατηγοί, που εκλέγονταν, (ένας για κάθε φυλή), για ένα χρόνο χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, (αυτό το τελευταίο καταργήθηκε μετά το 440 πΧ), οι δέκα ταξίαρχοι, οι δέκα φύλαρχοι, οι δύο ίππαρχοι και ο ταμίας των στρατιωτών.
Στρατηγοί μπορούσαν να εκλεγούν από όλες τις τάξεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις μεγάλων εθνικών κινδύνων, ένας στρατηγός περιβαλλόταν με μεγάλες, σχεδόν δικτατορικές, εξουσίες, πάντα με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και τότε ονομαζόταν στρατηγός αυτοκράτωρ.
Τα κύρια θεσμικά γνωρίσματα της δημοκρατίας όμως δεν ήταν τα αξιώματα αλλά οι λειτουργίες της: Η μικρή διάρκεια της εξουσίας, (το πολύ ένα χρόνο, ανκαι οι πρυτάνεις κυβερνούσαν μονάχα λίγες βδομάδες και ο γραμματέας της Βουλής, δηλαδή ο πρωθυπουργός, μια ή δύο μέρες!). Η συνεχής εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Το προσιτό της εξουσίας σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από καταγωγή ή περιουσία. Η αιρετότητα των αρχόντων, με μυστική ψηφοφορία ή κλήρωση. Η γραπτή νομοθεσία, με νόμους που επεξεργαζόταν η Βουλή και ψήφιζε η λαϊκή συνέλευση. Η ανεξαρτησία και η λαϊκή βάση της δικαιοσύνης
Υπήρχαν όμως κι άλλοι θεσμοί που δίναν στην αθηναϊκή δημοκρατία τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του δικαίου και της ευνομίας.
Ένας από αυτούς ήταν ο θεσμός των δοκιμασιών: κανείς πολίτης δε μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα για να εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα αν προηγουμένως δεν περνούσε ευνοϊκά από εξ δοκιμασίες.
Συγκεκριμένα έπρεπε να αποδείξει:
- Ότι είναι γνήσιος αθηναίος πολίτης.
- Ότι υπηρέτησε στο στρατό και πήρε μέρος σε εκστρατείες.
- Ότι πλήρωνε ταχτικά τους φόρους.
- Ότι ήταν έντιμος και δεν είχε καταδικαστεί ποτέ για ατιμωτικό αδίκημα.
- Ότι ήταν ευσεβής.
- Ότι η συμπεριφορά του προς τους γονείς του ήταν άψογη.
Οι δοκιμασίες αυτές ήταν ουσιαστικές και εξονυχιστικές και γίνονταν οι τρεις πρώτες από τη Βουλή και οι άλλες τρεις από τα δικαστήρια. Με τις δοκιμασίες αυτές είναι φανερό πως πολλοί φαύλοι αποκλείονταν εξ αρχής από τη δυνατότητα να εκλεγούν
Ένας άλλος σημαντικός θεσμός ήταν των λειτουργιών, που ήταν ένα είδος τιμητικής φορολογίας. Η Εκκλησία του Δήμου ανέθετε σε κάποιον πλούσιο πολίτη να εξοπλίσει ένα πολεμικό σκάφος, να χρημοτοδοτήσει το ανέβασμα μιας τραγωδίας (από εκεί βγήκε και οόρος χορηγός) και γενικά να κάνει κάποιο κοινωφελές έργο χωρίς ελπίδα κερδους εκτός από την αναγραφή του ονόματός του σε τιμητική στήλη.
Ο οριζόμενος είχε δικαίωμα να αρνηθεί, αλλά με τον όρο να υποδείξει άλλον, πλουσιώτερο κατά τη γνώμη του, που κι αυτός με τη σειρά του μπορούσε να ζητήσει την ανταλλαγή των περιουσιών τους αν ισχυριζόταν πως δεν ήταν τόσο πλούσιος. Η ανταλλαγή αυτή λεγόταν αντίδοσις.
Τρίτος τέλος θεσμός ήταν ο οστρακισμός,  με τον οποίον μπορούσε η Δημοκρατία να απομακρύνει από την πολιτική σκηνή όποιον η κοινή γνώμη θεωρούσε πως με την πολιτεία του ή και απλώς λόγω εξαιρετικής δημοφιλίας, μπορούσε να γίνει επικίνδυνος για τους θεσμούς και το πολίτευμα. Ο οστρακισμός καθιερώθηκε τι 508 από τον Κλεισθένη για να αποκλείσει την επανάληψη της τυρανίας. Αποφασιζόταν ύστερα από σχετική δημόσια καταγγελία από την Εκκλησία του Δήμου, που εκτάκτως συνεδρίαζε στην Αγορά και όχι στην Πνύκα. Ακολουθούσε ψηφοφορία όλων των πολιτών που γράφανε το όνομα του υποψήφιου για οστρακισμό πάνω σε κομμάτια πήλινων σκευών, (όστρακα). Αν τα γραμμένα όστρακα ήταν περισσότερα από το μισό των ψηφισάντων ο καταδικασμένος έπρεπε να φύγει σε τρεις μέρες από την Αττική και να μείνει σε υπερορία για δέκα χρόνια, μετά τα οποία ξαναγύριζε, χωρίς άλλες συνέπειες στα πολιτικά του δικαιώματα, στην περιουσία ή στην οικογένειά του.
Ήταν λοιπόν ο Δήμος Αθηναίων αληθινή Δημοκρατία; Πολλοί το αρνούνται, προβάλλοντας ισχυρά επιχειρήματα. Ομως τί είναι δημοκρατία; Στο ερώτημα αυτό απαντα ο Περικλής στον “Επιτάφιο”: “Το να κυβερνάν όχι οι λίγοι αλλά οι πολλοί, αυτό το λέμε δημοκρατία”, ( Το ουχί ες ολίγους αλλ’ες πλείονας οικείν, δημοκρατία κέκληται). Το ζήτημα είναι τί εννοούμε λέγοντας “πολλοί”.
Το αντίθετο της δημοκρατίας είναι η ολιγαρχία, στην οποία κυβερνούν οι λίγοι. Η αντίληψη ότι δεν είναι σωστό να κυβερνούν την πολιτεία οι πολλοί, ο όχλος, ο αδαής λαός, αλλά οι λίγοι εκλεκτοί, οι άριστοι, είναι πανάρχαιη και εκφράστηκε πιο καθαρά από τον Πλάτωνα. Το θέμα είναι ποιοί είναι αυτοί οι άριστοι, από πού αντλούν το δικαίωμα να κυβερνούν και βάσει ποιας λογικής αρνούνται το δικαίωμα αυτό στον απλό λαό.
Οι κάθε είδους και ονομασίας ολιγαρχικοί δέχονται ως κριτήριο για να καταταγεί κάποιος στους αρίστους είτε την καταγωγή είτε τον πλούτο είτε τη μόρφωση και υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν οι άριστοι το παίρνουν είτε από τους θεούς, είτε από την ιστορική ή κοινωνική αναγκαιότητα είτε από άλλες εξ ίσου νεφελώδεις και αυθαίρετες πηγές.  Στην πραγματικότητα μοναδική πηγή της εξουσίας των αρίστων ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων η απροκάλυπτη ή συγκεκαλυμένη βία.

Στις διάφορες μορφές δημοκρατίας αντίθετα, αυτοί που κυβερνούν εκλέγονται από κάποιους άλλους. Ο τρόπος που εκλέγονται και ο αριθμός αυτών που έχουν το δικαίωμα εκλογής ποικίλει φυσικά, ανάλογα με τη μορφή της δημοκρατίας, πάντως όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των εκλεγόντων, όσο πιο μεγάλη είναι η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους κι όσο πιο εύκολη είναι η διαδικασία, τόσο πλατύτερη είναι η δημοκρατία.
Βέβαια η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν κάποιο ιδανικό πολίτευμα. Είχε πολλά και σοβαρά τρωτά και μειονεκτήματα, όχι όμως αυτά που τονίζουν ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας ή ο Ξενοφώντας. Ο πρώτος ήταν προκατειλημένος εναντίον της κι οι άλλοι δύο απροκάλυπτοι εχθροί της. Αυτούς τους ενοχλούσε η παντοδυναμία της Εκκλησίας του Δήμου, το ευμετάβλητο των διαθέσεων και αποφάσεων του λαού και το νεωτεριστικό πνεύμα που κυριαρχούσε παντού.
Τα πραγματικά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που την οδήγησαν τελικά στην ήττα, με δραματικές συνέπειες για όλον τον ελληνισμό ήταν άλλα.
Πρώτα πρώτα ήταν ο αποκλεισμός των γυναικών από κάθε είδους κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα. Οι αθηναίες δεν είχαν κανένα πολιτικό και ελάχιστα κοινωνικά δικαιώματα, σ’αντίθεση με τις γυναίκες της Σπάρτης, του Αργους, της Λέσβου, της Κρήτης  και άλλων ελληνικών περιοχών.
Ακόμα η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν φιλοπόλεμη και επεκτατική. Δε μπορούσε να κάνει αλλοιώς. Στην αρχαιότητα το κυριώτερο μέσο παραγωγής ήταν η γη. Η Πολιτεία έχοντας για στήριγμα της τους ελεύθερους μικροκαλιεργητές, έπρεπε να φροντίζει να έχουν όλοι τους επαρκείς κλήρους γης. Όταν η γη της Αττικής δεν επαρκούσε πια, η Δημοκρατία έκανε πολέμους, προσαρτούσε νέα εδάφη και εγκαθιστούσε σ’αυτά αθηναίους κληρούχους. Οι συνεχείς όμως πόλεμοι, που δεν τους έκανε με μισθοφορικά στρατεύματα αλλά με δικό της στρατό από αθηναίους πολίτες, υπονόμευε την ίδια την κοινωνική της βάση, γιατί οδηγούσαν τους πολίτες στην οικονομική καταστροφή.
Τέλος η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν υπερβολικά τοπικιστική. Μολονότι της δόθηκε η ευκαιρία να συνενώσει σε μια πολιτική ενότητα το σύνολο σχεδόν της Ελλάδας, δεν είχε την διορατικότητα, την ευρύτητα του πνεύματος και την οργανωτική ικανότητα να το κάνει, αρετές που αργότερα μόνο η Ρώμη επέδειξε. Ακόμα και οι ξένοι που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και που στο τέλος του 5ου αιώνα αποτελούσαν σχεδόν τους μισούς κατοίκους του Αστεως, δεν απόχτησαν ποτέ δικαιώματα αθηναίου πολίτη.
Αυτά τα σοβαρά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας την οδήγησαν σε αδιέξοδα και προκάλεσαν την παρακμή της. Παρ’όλα αυτά ήταν το πιο γόνιμο σε θεσμούς και ιδέες, (που γνώρισαν παγκόσμια ακτινοβολία και έχουν διαχρονική ισχύ), πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της ιστορίας.

Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Ο Λουκιανός και ο ψευδομάντης

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη της Παφλαγονίας Αβώνου Τείχος ζούσε τον 2ο αιώνα της χρονολογίας μας ένας νεαρός ονόματι Αλέξανδρος.  Δεν ήταν ούτε πλούσιος, ούτε μορφωμένος, ούτε είχε σημαίνοντες γονείς και στα νιάτα του ήταν ανεπάγγελτος. Ήταν όμως ωραίο παιδί και καθώς  δεν ήταν και πολύ… φανατικός άντρας, για ένα διάστημα έκανε το “τεκνό” σε διαφόρους πλούσιους μερακλήδες. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας αγύρτης, που παρίστανε τον μάντη, και ισχυριζόταν πως μπορούσε να κάνει μάγια, να εξορκίζει, να προλέγει το μέλλον, να ανακαλύπτει κρυμμένους θησαυρούς και όλα τα σχετικά. Επί πλέον ισχυριζόταν πως υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου, του Απολλώνιου του Τυανέα.
Ο Αλέξανδρος έμεινε κοντά στον προστάτη του λίγα χρόνια, και συν τοις άλλοις έμαθε και την τέχνη της μαντικής και της θαυματοποιίας. Όταν δε κάποτε μεγάλωσαν τα γένια του, δεν περνούσε πια η μπογιά του και η σταδιοδρομία του ως Γανυμήδη τερματίστηκε, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί όσα κόλπα έμαθε κοντά στον αγύρτη. Στην αρχή συνεταιρίστηκε με κάποιον ονόματι Κοκκωνά και άρχισαν να περιοδεύουν στη Μικρασία και τη Θράκη. Βρήκαν και κάποια πλούσια, μεσόκοπη μεν αλλά φιλάρεσκη, στην οποία προσκολλήθηκαν εξασφαλίζοντας έτσι τα προς το ζην μια που δεν είχαν ακόμα μεγάλα έσοδα σαν μάγοι.
Η εποχή προσφερόταν σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Και τότε είχαμε ένα είδος παγκοσμιοποίησης. Η πόλη-κράτος της κλασσικής αρχαιότητας είχε υποκατασταθεί από το οικουμενικό ρωμαϊκό κράτος. Οι παλιοί δημοκρατικοί θεσμοί ατόνησαν ή καταργήθηκαν, ο υπήκοος αντικατέστησε τον πολίτη και το αίσθημα ασφαλείας που έδινε στους πολίτες της κάθε πόλη-κράτος εξαφανίστηκε. Η θέση των κατώτερων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων στο μεσογειακό χώρο χειροτέρεψε απότομα. Μπορεί η εποχή αυτή να ονομάζεται “Ρωμαϊκή Ειρήνη” αλλά αυτό ίσχυε μόνο για τους πλούσιους και ισχυρούς, για τους δούλους και τους φτωχούς δεν υπήρχε ειρήνη παρά μόνο καταστολή. Αυξήθηκε σε πρωτοφανείς ρυθμούς ο αριθμός των δούλων, η δουλική εργασία, προσπόριζε αμύθητο πλούτο στους μεγάλους γαιοκτήμονες και  εξαθλίωνε τα κατώτερα αγροτικά στρώματα. Μεγάλωσε ακόμη περισσότερο η κοινωνική ανισότητα ενώ η υπεροψία, η αυταρχία και η διαφθορά των πλουσιοτέρων στρωμάτων έγιναν ακόμα πιο προκλητικές και αχαλίνωτες.
Ένα ισχυρό κύμα απαισιοδοξίας κυρίεψε τους σκεπτόμενους ανθρώπους, σ’ ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια και όλοι αναζητούσαν  λύσεις πέραν του κόσμου τούτου. Ο πληθυσμός των χωρών γύρω από τη Μεσόγειο βυθίστηκε σιγά σιγά στην πολιτική απάθεια, στη μοιρολατρία και στράφηκε προς στο μυστικισμό, τον ανορθολογισμό και τη θρησκεία, ζητώντας απ' αυτήν παρηγοριά και ενδυνάμωση. Αυτοί είναι οι λόγοι που, κατά την εποχή αυτή γνώρισαν τόση ακμή οι μάγοι, οι αστρολόγοι, οι προφήτες και οι γόητες και οι λοιποί αγύρτες αλλά και επίσης εμφανίστηκαν νέες θρησκείες, ή διαδόθηκαν παλαιές, που ως τότε είχαν περιορισμένη ή τοπική εμβέλεια.
Η καινούργια προστάτιδα των δύο απατεώνων καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας και τους πήρε μαζί της όταν επισκέφθηκε την πατρίδα της. Εκεί στην Πέλλα υπήρχαν κάτι μεγάλα αλλά εντελώς αβλαβή φίδια, από τα λεγόμενα “σπιτόφιδα” (οικουροί όφεις) και ο Αλέξανδρος αγόρασε ένα για λίγους οβολούς. Το φίδι αυτό το τάιζε με μελόπιτες και γενικά το εξημέρωσε τόσο ώστε χωνόταν στα ρούχα του από τα οποία ξεπρόβαλε όταν το αφεντικό του το ερέθιζε κατάλληλα. Εν συνεχεία ο Αλέξανδρος με τον Κοκκωνά πήγαν στη Χαλκηδόνα  και εκεί έθαψαν στο χώμα χάλκινες πλάκες, όπου ο Κοκκωνάς είχε γράψει πως ο θεός Ασκληπιός θα εμφανιστεί στο Αβώνου Τείχος. Κατόπιν κάποιος δικός τους βαλτός “ανακάλυψε” τις χάλκινες πλάκες.
Η φήμη του “θαύματος” διαδόθηκε πλατιά και οι συντοπίτες του Αλέξανδρου, άνθρωποι απλοϊκοί και εύπιστοι, όχι μόνο πίστεψαν την μέλλουσα εμφάνιση του θεού αλλά άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια του ναού που θα του αφιέρωναν. Τότε όμως οι δύο συνεταίροι μάλωσαν και χώρισαν. Ο Αλέξανδρος, μόνος του πλέον, έφτασε στην πατρίδα του, φορώντας πολυτελή ρούχα και με πλούσια κόμη πλεγμένη σε κοτσίδες. Του έγινε πάνδημη υποδοχή. Ο Αλέξανδρος από την άλλη μέρα άρχισε να επιδεικνύει τις μαντικές του ικανότητες και να θαυματοποιεί, προκαλώντας τον θαυμασμό των άξεστων Παφλαγόνων. Το μεγάλο ήμερο φίδι που αγόρασε στην Πέλλα δεν το εμφάνισε ακόμα αλλά πήρε ένα αυγό χήνας, το άδειασε από το περιεχόμενό του, έχωσε με κατάλληλο τρόπο και χωρίς να το σπάει, ένα μικρό νεογέννητο φιδάκι και το ξανάκλείσε με άσπρο κερί και στουπέτσι. Μια νύχτα πήγε κρυφά και το έθαψε στη λάσπη των θεμελίων του μελλοντικού ναού του Ασκληπιού.
Την επομένη βγήκε από το σπίτι του μισόγυμνος και δήθεν σε κατάσταση έκστασης και άρχισε να αγορεύει στο πλήθος σε γλώσσα ακατάληπτη, όπου τα μόνα κατανοητά ήταν τα ονόματα του Ασκληπιού και του Απόλλωνα. Κατόπιν, ακολουθούμενος από πολύν κόσμο, πήγε τρέχοντας στα θεμέλια του ναού, ανακάλυψε το αυγό, το έσπασε και δείχνοντας στα έκθαμβα πλήθη το φιδάκι, τους πληροφόρησε πως ήταν μετενσάρκωση του θεού Ασκληπιού. Λίγες μέρες αργότερα εξαφάνισε τα φιδάκι και παρουσίασε το μεγάλο φίδι που είχε αγοράσει στην Πέλλα, βεβαιώνοντας τους εύπιστους Αβωνοτειχίτες πως το φιδάκι είχε μεγαλώσει απότομα και τώρα λεγόταν Γλύκων.
Από τότε η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του και εξαπλώθηκε παντού. Καθιερώθηκε σαν μάγος, χρησμοδότης και θαυματοποιός και από κάθε γωνιά του ρωμαϊκού κράτους έφταναν στο Αβώνου Τείχος προσκυνητές ζητώντας χρησμούς ή θεραπεία και προσφέροντας στον απατεώνα μεγάλα δώρα. Ακόμα και από τη Ρώμη ήρθαν να τον δούνε και όχι μόνο απλοϊκοί αλλά και σοβαροί άνθρωποι όπως ο Ρουτιλιανός.
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος βελτίωσε τη μαντική τεχνική του. Είχε διδάξει στο φίδι του να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ανάλογα με τις προσταγές του και του φόρεσε ένα κάλυμμα του κεφαλιού που έμοιαζε με ανθρώπινο πρόσωπο. Το δωμάτιο όπου δεχόταν τους πιστούς του ήταν φυσικά πάντα μισοσκότεινο. Ταυτόχρονα οργάνωσε δίκτυο πρακτόρων, που του δίνανε όσες πληροφορίες χρειαζόταν και αφορούσαν τα υποψήφια θύματά του. Είχε επίσης κοντά του γλωσσομαθείς βοηθούς που αν ο ερωτών ήταν Γαλάτης ή Σύρος ή Σκύθης, έγραφαν τους “χρησμούς” που διάβαζε ο Αλέξανδρος στη γλώσσα του. Τέλος επινόησε πολλούς τρόπους για να αποσφραγίζει επιστολές, γιατί ζητούσε από τους “πελάτες” του να του δίνουν τα ερωτήματα σε κλειστό σφραγισμένο γράμμα. Το γράμμα αυτό το έπαιρνε, κλεινόταν για λίγο στο “άδυτο” του σπιτιού του παρέα με τον Γλύκωνα, το αποσφράγιζε, διάβαζε την ερώτηση και κατόπιν το ξανασφράγιζε και έδινε στο θύμα την επιστολή “άθικτη” αλλά, ξέροντας την ερώτηση, του έδινε κατάλληλη απάντηση. Στις σπάνιες περιπτώσεις που δε μπορούσε να παραβιάσει τη σφραγίδα έδινε απαντήσεις δυσνόητες και διφορούμενες.
Όλοι πίστεψαν πως ο Αλέξανδρος μπορούσε να διαβάσει “σφραγισμένο γράμμα”. Όπως ήταν επόμενο η φήμη του μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και απόχτησε τεράστια πλούτη. Άρχισε τότε να περιοδεύει τη Μικρασία, φτάνοντας ως τον Πόντο και την Καππαδοκία. Όπου εμφανιζόταν τα πλήθη έτρεχαν πατείς με πατώ σε να τον προσκυνήσουν. Οι μόνοι που δεν έτρεξαν πίσω του ήταν οι Επικούρειοι και οι Χριστιανοί. Οι τελευταίοι διότι είχαν δικό τους θεό και θαυματουργούς αγίους, οι δε Επικούρειοι διότι, έχοντας παραμείνει πιστοί στον ελληνικό ορθολογισμό, όχι μόνο απέρριπταν και θαύματα και μάντεις, αλλά ξεσκέπαζαν στα μάτια του κόσμου τις αγυρτείες του. Και οι μεν Χριστιανοί ήταν ακόμα πολύ λίγοι οι Επικούρειοι όμως γέμιζαν ολόκληρες πόλεις και σιγά σιγά πολύς κόσμος άρχισε να κρατά αποστάσεις από τον απατεώνα.
Ο Αλέξανδρος τους κήρυξε τον πόλεμο. Έλεγε πως είχε γεμίσει ο Πόντος άθεους και παρότρυνε τους οπαδούς του να τους λιθοβολούν και να καίνε όποια βιβλία του Επικούρου πέφτανε στα χέρια τους. Στις ιεροτελεστίες που είχε καθιερώσει, είχε επινοήσει ολόκληρο τυπικό και όταν άρχιζε τις συνάξεις του φώναζε “έξω οι Χριστιανοί” και οι οπαδοί του απαντούσαν “έξω οι Επικούρειοι”.
Σε μια τέτοια περιοδεία του Αλέξανδρου τον συνάντησε ο Λουκιανός, ο μεγάλος σαρκαστής των πάντων, ένθερμος δε Επικούρειος. Ο Λουκιανός του έκανε πολλά χουνέρια. Πρώτα του έδωσε τρεις σφραγισμένες επιστολές: στην πρώτη τον ρωτούσε αν ήταν φαλακρός και στις άλλες δύο ποια ήταν η πατρίδα του Ομήρου. Φρόντισε όμως οι σφραγίδες να μη μπορούν με κανένα τρόπο να παραβιαστούν, ενώ με φίλους του παραπλάνησε τον Αλέξανδρο σχετικά με τα ερωτήματα. Έτσι ο Αλέξανδρος απάντησε άλλα αντ΄ άλλων και φυσικά βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση όταν ο Λουκιανός άνοιξε μπροστά στον κόσμο τα γράμματα. Κατόπιν του έστειλε άλλο γράμμα με ερωτήσεις και μαζί οχτώ δραχμές. Ο Αλέξανδρος, που και πάλι Δε μπόρεσε να το αποσφραγίσει παραπλανήθηκε από τις δραχμές και από λόγια φίλων του λουκιανού και νομίζοντας πως το γράμμα περιλάμβανε οχτώ ερωτήματα έδωσε οχτώ διφορούμενες και ακατάληπτες απαντήσεις. Το γράμμα όμως είχε ένα και μόνο ερώτημα: “πότε θα αποκαλυφθεί ότι ο Αλέξανδρος είναι απατεώνας”.
Ύστερα από αυτό το ρεζίλεμα ο Αλέξανδρος δεν ήθελε ούτε να δει στα μάτια του τον Λουκιανό και φαίνεται πως έβαλε κάποιους μπράβους του να τον δείρουν και γιαυτό ο διοικητής της Καπαδοκίας του έδωσε δύο φρουρούς. Με τη συνοδεία των στρατιωτών ο Λουκιανός ξαναπέρασε από το Αβώνου Τείχος και κάνοντας τον μετανοημένο πήγε στον ψευδομάντη και του ζήτησε να κλείσουν ειρήνη. Ο Αλέξανδρος “μεγαλόψυχα” τον συγχώρησε και του έδωσε το δεξί του χέρι να το φιλήσει, ο Λουκιανός όμως αντίθετα τον … δάγκωσε πολύ άσκημα και μόνο χάρη στην παρουσία των στρατιωτών γλίτωσε από το λυντσάρισμα των οπαδών του μάγου. Κατόπιν πήγε στη γειτονική παραλιακή πόλη Άμαστρη και πήρε ένα πλοίο για την Νικομήδεια της Βιθυνίας. Ο Αλέξανδρος μαθαίνοντας το επιχείρησε και πάλι να σκοτώσει τον Λουκιανό δωροδοκόντας τους ναύτες του καραβιού που θα τον πήγαινε από τα παράλια του Πόντου στο Βυζάντιο. Ο πλοίαρχος όμως κατόρθωσε να μεταπείσει το πλήρωμά του και ο Λουκιανός σώθηκε.
Τελικά ο μάγος είχε οικτρό τέλος. Μολύνθηκε το πόδι του, έπαθε γάγγραινα και πέθανε με φρικτούς πόνους. Τότε αποκαλύφθηκε πως ήταν πράγματι φαλακρός, γιατί οι γιατροί βάζοντας του ψυχρά επιθέματα στο κεφάλι του έβγαλαν τη μεγαλοπρεπή περούκα που φορούσε.
Τα παραπάνω που διαβάσατε και πολλά άλλα ακόμη περιέχονται σε ένα κείμενο του Λουκιανού που απευθύνεται σε έναν φίλο του, τον Κέλσο,  επίσης Επικούρειο φιλόσοφο και συγγραφέα του “Αληθούς Λόγου”.

Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Ο Μύθος για τα τζιτζίκια

Σωκράτης
Και όσο για καιρό δα έχουμε. Κι έπειτα τα τζιτζίκια που κατά το συνήθιο τους μέσα στην κάψα τραγουδούνε και συνομιλούνε πάνω από το κεφάλι μας μού φαίνεται πως μας βλέπουνε. Αν λοιπόν μας έβλεπαν κι εμάς τους δύο, όπως τον πολύ κόσμο, το μεσημέρι να μη συνομιλούμε αλλά να είμαστε νυσταγμένοι και με το τραγούδι τους αποκαρωμένοι από αργία του νού μας, με το δίκιο τους θα μας περιγελούσαν, παίρνοντάς μας για τίποτα δούλους που ήλθαν σ' αυτούς εδώ, σ' αυτό το κατάλυμμα να κοιμηθούν, ωσάν πρόβατα που κάνουν μεσημέρι γύρω από το νερό. Αν όμως μας έβλεπαν να συνομιλούμε και να πλέωμε από κοντά τους σαν δίπλα από Σειρήνες αγοήτευτοι, το έπαθλο που έχουν από τους θεούς για να το δίνουν στους ανθρώπους, ίσως το έδιναν σε μας από θαυμασμό και εκτίμηση.

Φαίδρος
Και τι είναι λοιπόν αυτό που έχουν; Γιατί δεν έτυχε ως φαίνεται να τ' ακούσω.

Σωκράτης
Αληθινά όμως δεν στέκει ένας άνθρωπος που αγαπάει τις Μούσες να μην έχη ακούσει αυτά τα πράγματα. Νά, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες. Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί από αυτούς τότε τους ανθρώπους τα χάσανε από την τέρψη, που τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν και, χωρίς να το νοιώσουν, πεθάνανε. Απ' αυτούς γεννήθηκε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχει αφότου γεννηθεί καμμιά ανάγκη για τροφή, αλλά, χωρίς να τρώη και να πίνη, ν' αρχίζη ευθύς να τραγουδάει ως που να πεθάνη, κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνη είδηση ποιός από τους ανθρώπους εδώ κάτω ποιάν απ' αυτές τιμάει. Και νά, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοί την ετίμησαν, κάνουν προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη, και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν μ' ερωτικά τραγούδια όμοια και στις άλλες κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει στην κάθε μιά. Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία που έρχεται έπειτα από αυτήν, αγγέλουν εκείνους που περνούνε την ζωή τους με φιλοσοφία και που τιμούν εκείνων την τέχνη. Αυτές δα είναι που πιό πολύ απ' όλες τις Μούσες, έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους, και των θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφότερη φωνή. Για πολλές δα λοιπόν αιτίες πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να κοιμόμαστε το μεσημέρι.

Πλάτωνος Φαίδρος, μετάφραση Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου ("Πλάτωνος Φαίδρος", Γ' έκδοση Αθήνα 1971).
Από το ένθετο του δίσκου "Ημερολόγιο" του Νίκου Ξυδάκη, LYRA
Read More

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Κάποιοι πονόψυχοι φονιάδες

Τον 7ο αιώνα π.Χ. η Κόρινθος ήταν ήδη μια από τις σημαντικότερες και πλουσιοτερες πόλεις της Ελλάδας. Το πολίτευμά της, από βασιλεία που ήταν αρχικά μεταβλήθηκε σε ολιγαρχικό – αριστοκρατικό και από τον προηγούμενο αιώνα την κυβερνούσε απολυταρχικά το γένος των Βακχιαδών, που ήταν δωρικής καταγωγής και μεγάλοι γαιοκτήμονες. Στις αρχές μάλιστα του 7ου αιώνα ο τότε αρχηγός του γένους, ο Αμφίων, για να μη φύγει η εξουσία από τα χέρια των Βακχιαδών, καθιέρωσε την αρχή της ενδογαμίας, δηλαδή όλοι οι Βακχιάδες να παντρεύονται μεταξύ τους.
Έλα όμως που είχε την ατυχία να αποκτήσει κόρη, που όχι μόνο ήταν άσκημη αλλά επί πλέον ήταν και κουτσή και την οποία κανείς Βακχιάδης δεν ήθελε να πάρει γυναίκα του. Έτσι η Λάβδα, όπως λεγόταν η κόρη του, μεγάλωνε και έμενε ανύπαντρη, προς μεγάλη λύπη του Αμφίονα, που στο τέλος, τι να κάνει, παραβίασε την αρχή που ο ίδιος θέσπισε και την πάντρεψε με κάποιον Ηετίωνα, που όχι μόνο δεν ήταν Βακχιάδης, αλλά ανήκε σε άλλο, εχθρικό,  γένος, τους Καινίδες, που καταγόταν από τους Λαπίθες, τους Αχαίους κάτοικους της πόλης, πριν από τον ερχομό των Δωριέων. Ο Ηετίων, μη ανεχόμενος την απολυταρχική εξουσία των Βακχιαδών, είχε φύγει από την Κόρινθο και είχε εγκατασταθεί σε ένα άσημο χωριό, την Πέτρα,  λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα.
Από τον γάμο του Ηετίωνα και της Λάβδας γεννήθηκε ένα αγοράκι. Οι λοιποί Βακχιάδες δεν είδαν με καλό μάτι αυτόν το γάμο και όταν πήραν από την Πυθία έναν αινιγματικό χρησμό, που άφηνε να νοηθεί πως το μωρό της Λάβδας μεγαλώνοντας θα τους έπαιρνε την εξουσία και θα βασίλευε στην Κόρινθο, αποφάσισαν να το σκοτώσουν. Δέκα Βακχιάδες συμφώνησαν να πάνε στο σπίτι του Ηετίωνα, τάχα για φιλική επίσκεψη και κάνοντας πως κανακεύουν το βρέφος, να το ρίξουν με δύναμη στο πάτωμα, ώστε να σκοτωθεί.
Πήγαν πραγματικά, όταν ο Ηετίων έλειπε και η ανυποψίαστη Λάβδα τους δέχτηκε με χαρά (συγγενείς της ήταν άλλωστε) και πρόθυμα έδωσε το μωρό σε έναν από τους επισκέπτες να το χαϊδέψει. Αυτός το πήρε στα χέρια του, αλλά τη στιγμή που ετοιμαζόταν να το βροντήξει στο πάτωμα, το παιδάκι του χαμογέλασε. Το παιδικό γέλιο συγκίνησε τον επίδοξο φονιά, που αντί να πραγματοποιήσει το σκοπό του, πέρασε το μωρό σε έναν από τους συντρόφους του. Νικημένος κι αυτός με τη σειρά του από το χαμόγελο του μωρού, δεν το έριξε στο πάτωμα αλλά το έδωσε σε τρίτον και έτσι το παιδάκι πέρασε διαδοχικά από τα χέρια όλων, για να καταλήξει πάλι στην αγκαλιά της μάνας του.
Όταν χαιρετησαν τη Λάβδα και έφυγαν από το σπίτι της, οι πονόψυχοι φονιάδες άρχισαν να μαλώνουν κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για δειλία και ασυνέπεια. Στο τέλος αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω και να σκοτώσουν όλοι μαζί το παιδάκι. Η Λάβδα όμως που κάτι είχε υποψιαστεί από την απροσδόκητη επίσκεψή τους, βλέποντας τους να γυρίζουν, μάντεψε τον σκοπό τους και τρέχοντας έκρυψε το μωρό της σε μια (αχρησιμοποίητη φυσικά) κυψέλη από τις πολλές που είχαν στον κήπο τους. Έτσι το μωρό γλίτωσε και η μητέρα του κατόπιν το ονόμασε Κύψελο.
Αυτός ο Κύψελος όταν ανδρώθηκε ανέτρεψε την εξουσία των Βακχιαδών και το 657 έγινε τύρανος της Κορίνθου. Ήταν η εποχή που σε πολλές ελληνικές πόλεις – κράτη, τα ολιγαρχικά αριστοκρατικά καθεστώτα ανατραπήκαν από τυράννους, που στηρίζονταν στους φτωχούς και μεσαίους αγρότες και στην ανερχόμενη τάξη των εμπόρων και των ναυτικών. Σύγχρονος του Κύψελου ήταν ο Ορθαγόρας στη γειτονική Συκιώνα, που ο γιος του ήταν ο περίφημος Κλεισθένης. Ο γιος του Κύψελου ήταν ακόμα πιο ονομαστός, γιατί ήταν ταυτόχρονα και πολύ μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Ήταν ο Περίανδρος, ένας από του Επτά Σοφούς.
          Την ιστορία που διαβάσατε, την αναφέρει ο Ηρόδοτος στο 5ο βιβλίο του – Τερψιχόρη – κεφάλαιο  92.

 Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Οι βλαβερές συνέπειες της θρησκοληψίας

Στην αυτοκρατορική Ρώμη, επί βασιλείας του Καίσαρα Τιβέριου ζούσε ένας νεαρός, ευγενούς καταγωγής, ο Δέκιος Μούνδος. Όμορφος και πλούσιος, δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα, που να μην την πολιορκήσει και τελικά να κατακτήσει. Σε όσες του κάναν τις δύσκολες, μεταχειριζόταν άλλα πιο αποτελεσματικά από την προσωπική του γοητεία, μέσα, τους πρόσφερε δηλαδή σημαντικά χρηματικά ποσά.
Κάποτε όμως βρήκε το δάσκαλό του στο πρόσωπο της Παυλίνας, μιας νέας γυναίκας, από μεγάλο σόι και πολύ πλούσιας, που συνδύαζε την ομορφιά με τη φρόνηση και ήταν παντρεμένη με τον Σατουρνίνο, ισχυρό πολιτικό πρόσωπο της εποχής. Η ομορφιά και η φήμη της Παυλίνας τράβηξαν την προσοχή του Δέκιου Μούνδου, αλλά όλες οι προσπάθειές του να την πείσει να δεχτεί τον έρωτά του απέτυχαν. Έφτασε στο σημείο να της προσφέρει το μυθώδες ποσό των διακοσίων χιλιάδων αττικών δραχμών για μια νύχτα έρωτα, αλλά η Παυλίνα απέρριψε με αγανάκτηση και περιφρόνηση την προσφορά του.
Ο Δέκιος έπεσε σε μεγάλη απελπισία. Δεν ήταν μόνο θέμα ματαιοδοξίας και εγωισμού. Είχε ερωτευθεί με πραγματικό πάθος την όμορφη και ενάρετη Ρωμαία. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι άλλο τίποτα δεν είχε στο νου του παρά το πώς θα την κατακτήσει. Η παραμάνα του η Ίδη, που ήταν από παλιά δούλα στο σπίτι τους και τον είχε μεγαλώσει στα χέρια της, βλέποντας τον σ΄αυτή την κατάσταση θέλησε να τον βοηθήσει. Μολονότι ο πατέρας του Δέκιου την είχε απελευθερώσει, αυτή δεν έφυγε από την οικογένεια, που θεωρούσε δικιά της κι έμεινε να την υπηρετεί ως οικονόμος. Υποσχέθηκε στον νεαρό πως θα τα κατάφερνε να ρίξει στην αγκαλιά του την Παυλίνα κι ο Δέκιος της έδωσε πενήντα χιλιάδες δραχμές σαν αμοιβή αλλά και για τα έξοδα που θα αντιμετώπιζε.
Η Ίδη ήταν πανούργα γυναίκα και άφθαστη σε δολοπλοκίες και τεχνάσματα.  Άρχισε να κατασκοπεύει την Παυλίνα και να παρακολουθεί την παραμικρή κίνηση της. Έτσι γρήγορα διαπίστωσε πως επισκεπτόταν ταχτικότατα τον ναό της Ίσιδας, που είχε ανοίξει πριν λίγα χρόνια στη Ρώμη. Εξακρίβωσε επίσης πως η Παυλίνα ήταν αφοσιωμένη όχι τόσο στην Θεομήτορα (όπως έλεγαν οι πιστοί την Ίσιδα), όσο σ’ έναν άλλον αιγύπτιο θεό, τον Άνουβη, κι ας ήταν αυτός ο τελευταίος κυνοπρόσωπος (ήγουν σκυλομούρης στην κυριολεξία).
Η Ίδη τότε κατάστρωσε ένα μεγαλοφυές σχέδιο. Πήγε στους ιερείς του ναού και τους προσέφερε εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές αν έπειθαν την Παυλίνα να ενδώσει στον έρωτα αν όχι του Μούνδου, πάντως του Άνουβη. Οι ιερείς δέχτηκαν και ο πρεσβύτερός τους πήρε στο σπίτι του Σατουρνίνου και ζήτησε να μιλήσει στην Παυλίνα ιδιαιτέρως. Όταν εκείνη τον δέχτηκε της είπε πως  θεός Άνουβης παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πληροφόρησε πως τα κάλλη της τον είχαν σκλαβώσει και επιθυμούσε να συνευρεθεί μαζί της μέσα στο ναό!
Μ΄όλο που είχαν περάσει πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που ο Δίας κατέβαινε από τον Όλυμπο για να χαρεί τον έρωτα θνητών γυναικών, η Παυλίνα κολακεύτηκε πάρα πολύ και όχι μόνο δέχτηκε μετά χαράς να ικανοποιήσει την επιθυμία του θεού, αλλά έσπευσε να την ανακοινώσει και στον σύζυγό της, ο οποίος δεν έφερε καμιά αντίρηση. Αντίθετα τον κολάκεψε η προοπτική να γίνει συνάδελφος του Αμφιτρύωνα.
Η Παυλίνα έχοντας εξασφαλίσει τη συζυγική συγκατάθεση, πήγε το ίδιο βράδυ στο ναό, όπου δείπνησε με τους ιερείς και όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, εκείνοι την οδήγησαν στο σκοτεινό ιερό, και έφυγαν κλείνοντας τις πύλες του ναού, όπου όμως είχε προηγουμένως κρυφτεί, ντυμένος Άνουβης, ο Δέκιος Μούνδος, ειδοποιημένος από την Ίδη. Η Παυλίνα μένοντας μόνη στο ιερό που φωτιζόταν μόνο από τις λαμπάδες και τα καντήλια, σαν είδε να μπαίνει ο Άνουβης, ντυμένος στα χρυσά, έπεσε στα γόνατα και άρχισε τις προσευχές και τις δεήσεις. Ο Μούνδος-Άνουβης όμως, που δεν είχε έρθει για να ακούσει τέτοια πράματα, την έπιασε από το χέρι, τη σήκωσε και την οδήγησε σε ένα στρώμα, που είχε ετοιμάσει σε μια γωνιά του ιερού. Η Παυλίνα υπάκουσε πρόθυμα τη θεία εντολή και ο Δέκιος πέρασε μαζί της μιαν αξέχαστη νύχτα.
Το πρωί ο μεν Μούνδος έφυγε πρώτος, πριν ανοίξει ο ναός η δε Παυλίνα, ξετρελαμένη από τις θείες περιποιήσεις, γύρισε στο σπίτι και τα είπε όλα στον σύζυγο. Δε σταμάτησε όμως εκεί αλλά καυχήθηκε στις φιλενάδες της τη θεία εύνοια. Φυσικά άλλες την πίστεψαν άλλες όχι κι όλες τη ζήλεψαν, αλλά το γεγονός είναι πως το έμαθε όλη η Ρώμη.
Τα πράγματα θα σταματούσαν εδώ αν δε μεσολαβούσε η ματαιοδοξία του Δέκιου Μούνδου, που ήθελε να της ανταποδώσει την περιφρόνηση που του είχε δείξει. Την τρίτη κι όλας μέρα, όταν τη συνάντησε τυχαίως στο δρόμο, δεν κρατήθηκε και της είπε:
«Λοιπόν Παυλίνα, τελικά μου εξοικονόμησες διακόσιες χιλιάδες δραχμές, που θα μπαίναν στην οικογενειακή σου περιουσία, όπως σε παρακαλούσα να κάνεις. Και εσύ μεν έβριζες τον Μούνδο, αυτός όμως δε στερήθηκε την ηδονή που επιθυμούσε, μόνο που την απόλαυσε με το όνομα του Άνουβη».
Και κατόπιν τράβηξε το δρόμο του.
Η Παυλίνα όταν κατάλαβε το νόημα των λόγων του και την παγίδα στην οποία είχε πέσει έτρεξε κατασυγχισμένη στον άντρα της και του τα είπε όλα, ζητώντας να κάνει το παν για να τιμωρηθεί ο Μούνδος. Ο Σατουρνίνος πήγε αμέσως στον Καίσαρα Τιβέριο, ο οποίος, σαν έμαθε το πάθημα της Παυλίνας, οργίστηκε πολύ, διέταξε αμέσως αυστηρές ανακρίσεις και εν συνεχεία καταδίκασε σε σταύρωση την Ίδη και όσους ιερείς της Ίσιδας είχαν ανάμιξη στη σκευωρία. Ο ναός της Ίσιδας κλείστηκε και τα αγάλματα της Ίσιδας και του Άνουβη πετάχτηκαν στον Τίβερη. Ο Δέκιος Μούνδος όμως τη γλίτωσε με απλή εξορία, γιατί του αναγνωρίστηκε  ως ελαφρυντικό το μεγάλο ερωτικό πάθος και η έλλειψη ταπεινών κινήτρων.
Απροσδοκήτως η μπάλα πήρε και τους Εβραίους της Ρώμης, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τελείως άσχετοι και αμέτοχοι, αποτελούσαν όμως τους «συνήθεις υπόπτους» της εποχής. Ο Τιβέριος με την ευκαιρία διέταξε την απέλαση τεσσάρων χιλιάδων Εβραίων από τη Ρώμη και πολλούς τους εξόρισε στη Σαρδηνία.
Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωσήπου «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (18.65.1 - 18.84.12) και το θέμα της το χρησιμοποίησε (διασκευάζοντάς το επί το ασεβέστερον και τολμηρότερον) μετά από χίλια τριακόσια χρόνια ο Βοκάκιος, στο διήγημά του Η κυρία Λιζέτα και ο Άγγελος, που περιλαμβάνεται στο Δεκαήμερο.

 Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Ο Διονύσιος των Συρακουσών και ο Φιλόξενος ο Κυθήριος

Ο Διονύσιος ο γιος του Ερμοκράτη, που για να τον ξεχωρίζουμε από τον ομώνυμο γιο και διάδοχό του, η ιστορία τον αναφέρει ως Πρεσβύτερο, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες κατόρθωσε να γίνει τύραννος των Συρακουσών και εν συνεχεία δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο κράτος, που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν τη Σικελία, εκτός από τη δυτικότατη γωνία της, που την κρατούσαν οι Καρχηδόνιοι, την χερσόνησο της Καλαβρίας και πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Αδριατικής, ενώ η χερσόνησος της Απουλίας και εκτεταμένες περιοχές της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, ήταν τρόπον τινά προτεκτοράτα του.
Μολονότι ξεκίνησε ως εκλεκτός του λαού, όταν πήρε την εξουσία την άσκησε απολυταρχικά και με μεγάλη σκληρότητα. Είχε γεμίσει τις Συρακούσες με χαφιέδες και πληροφοριοδότες, που καθώς του μετέφεραν ό,τι άκουγαν είχαν ονομαστεί «Διονύσου ώτα». Ταυτόχρονα όντας καχύποπτος και νοιώθοντας συνεχώς ανασφάλεια, όποιον υποπτευόταν ως μέλλοντα ή ενδεχόμενο αντίπαλο, είτε τον εξόριζε από την επικράτειά του, είτε τον έστελνε στα διαβόητα λατομεία των Συρακουσών, όπου τρεις δεκαετίες πιο μπροστά είχαν βασανιστεί πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι της άτυχης εκστρατείας του 415.
Από την άλλη πλευρά ο Διονύσιος είχε την πετριά πως ήταν μεγάλος καλλιτέχνης και σπουδαίος δραματικός ποιητής. Έγραψε μάλιστα και τέσσερις τραγωδίες, «λύτρα Έκτορος», «», «» και «», για την ποιότητα των οποίων δεν μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη, καθώς τα κείμενά τους έχουν χαθεί και τα όσα ξέρουμε γι΄ αυτές προέρχονται  από έναν ορκισμένο εχθρό του, τον Τίμαιο και από έναν γλοιώδη κόλακά του, τον Φίλιστο. Το γεγονός είναι πως η παρουσίαση μιας τραγωδίας του στην Ολυμπία, στα πλαίσια των Ολυμπιακών αγώνων του 384, γνώρισε παταγώδη αποτυχία, σε σημείο που οι αγανακτισμένοι θεατές έδειραν τους τραγωδούς και έκαψαν τις σκηνές της «θεωρίας» του Διονύσιου.
Καθώς ισχυριζόταν πως ήταν πνευματικός άνθρωπος, άκουσε τον συγγενή του τον Δίωνα και κάλεσε στις Συρακούσες τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα, αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και τον ξαπόστειλε πίσω με σπαρτιατική τριήρη. Συνεννοήθηκε όμως με τον πλοίαρχο του πλοίου, τον Πόλλι και εκείνος αντί να μεταφέρει φιλόσοφο στην Αθήνα, τον παράδωσε σε Αιγινήτες δουλεμπόρους, που τον πούλησαν δούλο στην Αίγινα. Ευτυχώς το μάθανε οι μαθητές του και ο Κυρηναίος Αννίκερις, ήρθε στην Αίγινα και εξαγόρασε την ελευθερία του αγαπημένου του δασκάλου.
Ανεξαρτήτως αυτού ο Διονύσιος συνήθιζε να καλεί στο παλάτι του τους γνωστότερους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της Σικελίας και να τους απαγγέλλει ποιήματά του. Φυσικά όλοι χειροκροτούσαν με θαυμασμό τα αριστουργήματα του αφεντικού τους και γι΄ αυτό ονομάστηκαν «διονυσιοκόλακες». Διασημότεροι τέτοιοι κόλακες ήταν ο μιμογράφος Ξέναρχος, ο ηδονιστής φιλόσοφος Αρίστιππος και ο Δαμοκλής, ο οποίος κάποτε είπε στον Διονύσιο πως μόνο κοντά του ένοιωθε ασφαλής και πως θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να χαθεί έστω και μία τρίχα του Διονύσιου. Εκείνος τότε έκοψε από τα μαλλιά του μερικές τρίχες και μ΄αυτές κρέμασε πάνω από το ανάκλιντρο του Δαμοκλή ένα σπαθί. Από το επεισόδιο αυτό βγήκε η έκφραση «Δαμόκλειος σπάθη».
Μια φορά όμως, σε μια τέτοια σύναξη, ο Διονύσιος παρατήρησε πως ένας από τους προσκεκλημένους του ο ποιητής Φιλόξενος ο Κυθήριος, γνωστός «διθυραμβοποιός» δεν χειροκροτούσε. Του ζήτησε να πει τη γνώμη για την ποιότητα των ποιημάτων που άκουσε και εκείνος με παρρησία  είπε απερίφραστα πως δεν άξιζαν τίποτα. Ο Διονύσιος έξω φρενών τον έστειλε αμέσως στα λατομεία. Επενέβησαν όμως κάποιοι φίλοι του Φιλόξενου και ο Διονύσιος ανακάλεσε λίγες μέρες μετά την απόφασή του. Και όχι μόνο συγχώρησε τον ποιητή, αλλά τον κάλεσε στην επόμενη φιλολογική συγκέντρωσή, στο παλάτι του.
Όπως ήταν επόμενο άρχισε πάλι να απαγγέλλει στους καλεσμένους του ποιήματά του και τότε είδε πως ο Φιλόξενος σηκώθηκε και τράβηξε προς την έξοδο.
«Πού πας Φιλόξενε» τον ρώτησε
«Στα λατομεία» απάντησε αυτός και βγήκε από το παλάτι.


 Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Ευτράπελα από τους αρχαίους (Ολυμπιακούς και άλλους) αγώνες

Συνηθίσαμε να ταυτίζουμε τον αθλητισμό με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Πρόκειται για ανιστόρητη γενίκευση μιας μόνο πλευράς των αρχαίων αθλητικών αγώνων. Ίσως γιατί οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, που το θεωρούσαν το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του κάλλους και στους αγώνες οι αθλητές ήταν ολόγυμνοι. Στην πραγματικότητα στα αρχαία «γυμνάσια» δεν γίνονταν μόνο αθλητικοί αγώνες ή προπονήσεις. Γίνονταν και συζητήσεις ακόμα και γιορτές. Άλλωστε οι αρχαίοι αγώνες (Ολύμπια, Πύθια, Νέμεα και λοιποί) συνδυάζανε πάντοτε τα αθλήματα με την τέχνη. Πολλές τραγωδίες διδάχτηκαν στο πλαίσιο αθλητικών αγώνων.
Φυσικά ορισμένοι αθλητικοί αγώνες (όπως η πάλη, η πυγμαχία και το παγκράτιο) αναπόφευκτα συνοδεύονταν από μεγάλη βιαιότητα, που έβαζε συχνά σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των αθλητών. Όπως αναφέρει ο Λουκιανός (Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων), ο Σκύθης διανοητής, που έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και πολλοί τον κατατάσσουν μεταξύ των επτά σοφών, δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτή τη βία και η απορία του έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν ο Σόλων τον πληροφόρησε πως οι αθλητές υποφέραν τις κλωτσιές, τις τρικλοποδιές και τα γρονθοκοπήματα του αντιπάλου, όχι γιατί κατέχονταν από μανία, ούτε γιατί προσδοκούσαν χρηματικά έπαθλα ή δώρα αλλά μόνο για τη δόξα και την υστεροφημία.
Στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή όχι μόνο δεν υπήρχαν επαγγελματίες αθλητές αλλά ούτε και άλλα έπαθλα, εκτός από κάποιο στεφάνι (από κότινο δηλαδή αγριελιά στα Ολύμπια, από μυρτιά ή άλλα φυτά). Ο Φάυλος ο Κρωτονιάτης, τρεις φορές Πυθιονίκης ήταν πλοίαρχος και ο Δωριεύς ο Ρόδιος από δύο φορές Ολυμπιονίκης και Νεμεονίκης ήταν πολιτικός.
Στους πρώτους αιώνες των αγώνων οι αποδόσεις των αθλητών βασίζονταν στην ειδική διατροφή και στην ασκητική αγωγή τους. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο (Η 12,13) τη βασική τροφή των αθλητών την αποτελούσαν ξερά σύκα, χλωρό τυρί και πληγούρι. Αργότερα όμως, σύμφωνα με τον Γαληνό (Υγιεινή Γ1) άρχισαν να τρώνε αποκλειστικά κρέας και μερικοί το παράκαναν. Αναφέρεται πως ο αθλητής Αστυδάμας έφαγε μόνος του φαγητό για εννέα άτομα! Με τον καιρό πολλοί αθλητές γίνονταν παχύσαρκοι και δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος σε αγώνες.
Πάντως μη θαρρείτε πως οι Έλληνες είχαν σε μεγάλη υπόληψη τους επαγγελματίες αθλητές. Σύμφωνα με τον Αντρέ Μπονάρ, τον συγγραφέα του περισπούδαστου τρίτομου έργου για το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, στην αρχαία Ελλάδα οι πραγματικοί ήρωες ήταν οι σοφοί της. Αυτούς τιμούσε και υπολόγιζε η κοινή γνώμη. Στην αρχαία Ελλάδα οι σοφοί είχαν τη θέση που είχαν οι προφήτες στο Ισραήλ, οι γκουρού στις Ινδίες, οι καλόγεροι στον Μεσαίωνα και οι μπίζνεμαν στη σημερινή Αμερική. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι κατέκριναν τον επαγγελματικό αθλητισμό, πως κάνει κακό στο σώμα και στο πνεύμα. Όπως δίδασκε ο Διογένης «η εκγύμναση και η προπόνηση είναι ωφέλιμες ώσπου να κοκκινίσουν τα μάγουλά σου. Τότε πρέπει να σταματάς. Αν συνεχίσεις σου κάνουν κακό και στο σώμα και στο νου».
Ο Ευριπίδης, άνθρωπος σοφός (να θυμηθούμε το δελφικό: σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ΄απάντων Σωκράτης σοφότατος), στο έργο του «Αυτόλυκος Σατυρικός» του οποίου έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα το λέει καθαρά.

ΚΑΚΩΝ ΓΑΡ ΟΝΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΚΑΘ’ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΥΔΕΝ ΚΑΚΙΟΝ ΕΣΤΙΝ ΑΘΛΗΤΩΝ ΓΕΝΟΥΣ.

Δηλαδή: Μύρια κακά υπάρχουν στην Ελλάδα / αλλά το χειρότερο είναι των αθλητών το γένος.

Παρεμπιπτόντως το ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» δεν είναι αρχαίο ελληνικό αλλά ρωμαϊκό, που το υιοθέτησαν οι Έλληνες κατά τη Ρωμαιοκρατία. Πρώτος ο Ιουβενάλιος γράφει mens sanus in corpore sano. Δεν υπάρχει παλαιότερη ελληνική μνεία του ρητού.
Μπορεί στην αρχαιότητα να μην υπήρχαν φαρμακοδιεγερτικές ουσίες, έδιναν όμως στους αθλητές να τρώνε κατά τη διάρκεια των αγώνων ψωμί που ζυμώθηκε με χυμό του φυτού μύκων ο υπνοφόρος δηλαδή με κάποιο οπιούχο υγρό (Φιλόστρατος περί γυμναστικής) ή εκχυλίσμα φυτών πλούσιων σε αλκαλοειδή, όπως η ιππουρίς (Πλίνιος ο νεώτερος). Την απουσία πάντως διεγερτικών ουσιών την αναπλήρωναν με τη δωροδοκία. Η πρώτη περίπτωση δωροδοκίας έγινε την 98η Ολυμπιάδα (το 384 π.Χ.) από τον  Θεσσαλό Εύπολο, που δωροδόκησε τους αντιπάλους του Αγήνορα, Πρύτανη και Φορμίωνα, για να τον αφήσουν να τους νικήγσει στην πυγμαχία. Και στους τέσσερις επιβλήθηκαν βαρύτατα πρόστιμα, από τα χρήματα των οποίων κατασκευάστηκαν έξι ορειχάλκινα άγάλματα του Δία. Τα αγάλματα αυτά και πολλά άλλα, ανάλογης προέλευσης, είδε ο Παυσανίας ( ) περιηγούμενος την Ολυμπία εξακόσια χρόνια μετά, και μνημονεύει τις επιγραφές που διάβασε στα βάθρα τους και οι οποίες προειδοποιούσαν τους Έλληνες να μην επιδιώκουν τη νίκη με δωροδοκίες και απειλούσαν τους παραβάτες με την οργή των θεών και αυστηρά πρόστιμα.
Κλείνω με ένα ευτράπελο επεισόδιο από κάποιους αθλητικούς αγώνες. Στον αγώνα δρόμου, που λεγόταν «στάδιον», γιατί οι αθλητές έτρεχαν 600 μέτρα (όσο ένα στάδιο δηλαδή, που πριν ταυτιστεί με τα γήπεδα ήταν μέτρο μήκους), διαγωνίζονταν πέντε αθλητές. Από την αρχή φάνηκε πως ένας από αυτούς, ονόματι Χάρμος, δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Ένας φίλος του για να του δώσει κουράγιο, άρχισε να τρέχει δίπλα του φωνάζοντας.

«Θάρσει Χάρμε!»

Αποτέλεσμα: πέμπτος ήρθε ο φίλος και ο Χάρμος τερμάτισε έκτος!

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος

Read More

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Χρωστάμε τη Δημοκρατία σε έναν αδιόρθωτο γλεντζέ

Ως γνωστόν οι δημοκρατικοί θεσμοί γεννήθηκαν στην Αθήνα και πρωτεργάτης τους ήταν ο Κλεισθένης, γιος του Μεγακλή και της Αγαρίστης. Παρά λίγο όμως αυτός ο Κλεισθένης να μη γεννιόταν ποτέ αλλά να ξεφύτρωνε στη θέση του κάποιος άλλος, που μπορεί να λεγόταν επίσης Κλεισθένης και να ήταν γιος της Αγαρίστης αλλά ο μπαμπάς του να ήταν ο Ιπποκλείδης και να μην τον ένοιαζε καθόλου η Δημοκρατία.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Εκείνο τον καιρό, τον 6ο αιώνα της Αρχαιότητας,  τύραννος της σημαντικής, τότε, πόλης της Σικυώνας (κοντά στο σημερινό Κιάτο), ήταν ο Κλεισθένης, λαϊκής καταγωγής πολιτικός, που πήρε την εξουσία υποστηριζόμενος από τους φτωχούς και μεσαίους καλλιεργητές. Όπως οι περισσότεροι τύραννοι του καιρού του, στράφηκε κατά των πλουσίων, τους έβαλε τα δυο πόδια σ΄ένα παπούτσι και ανέδειξε την Σικυώνα σε σημαντική δύναμη της Βόρειας Πελοποννήσου.
Αυτός ο Κλεισθένης είχε μια κόρη, την Αγαρίστη, την οποία, παρά την ταπεινή καταγωγή του, ονειρευόταν να την παντρέψει με κάποιον γαμπρό από ονομαστό σόι. Έτσι όταν η Αγαρίστη έφθασε σε ηλικία γάμου, (που εκείνα τα χρόνια ήταν μεταξύ 16 και 18 χρονών), ο Κλεισθένης κάλεσε στο παλάτι του τα παλικάρια των πιο ονομαστών οικογενειών ολόκληρου του Πανελλήνιου και τους φιλοξένησε αρχοντικά επί μια βδομάδα, μελετώντας το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά κάθε υποψηφίου γαμπρού. Στην πρόσκληση του Κλεισθένη ανταποκρίθηκαν πολλοί, κάπου δεκατέσσερις. Ήρθαν υποψήφιοι από την Ιταλία, ο Σμινδυρίδης από τη Σύβαρη και ο Δάμασος από την Σίρη. Από την Επίδαμνο της Αδριατικής ήρθε ο Αμφίμνηστος Επιστρόφου, ήρθαν ακόμη ένας Αιτωλός, ένας Ηπειρώτης, ένας Θεσσαλός και ένας από την Ερέτρια της Ευβοίας. Από την Πελοπόννησο φυσικά ήρθαν οι περισσότεροι, πέντε γαμπροί, με επιφανέστερο τον Λεωκύδη, γιο του Φείδωνος, βασιλιά του Άργους. Ήρθαν και δυο Αθηναίοι, ο Ιπποκλείδης Τεισάνδρου και ο Μεγακλής Αλκμαίωνος.
Από την αρχή φάνηκε η υπεροχή του Ιπποκλείδη. Εκτός του ότι καταγόταν από τους Κυψελίδες της Κορίνθου, ήταν πιο όμορφος, πιο έξυπνος και πιο αθλητικός από όλους. Ήταν επίσης μεγάλος γλεντζές, αλλά αυτό για τους Έλληνες ήταν προσόν και όχι ελάττωμα. Την τελευταία βραδιά της φιλοξενίας, ο Κλεισθένης, που είχε σχεδόν καταλήξει στην επιλογή του Ιπποκλείδη, έκανε ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι. Σ΄αυτό όμως το γλέντι, ο Ιπποκλείδης, που είχε πιεί περισσότερο από το κανονικό, μέθυσε για καλά, διέταξε έναν αυλητή να του παίζει και άρχισε να χορεύει μόνος του. Στην αρχή χόρεψε λακωνικούς χορούς, κατόπιν αττικούς, εν συνεχεία τον κόρδακα (ένα είδος τσιφτετέλι) και στο τέλος φώναξε και φέραν ένα μεγάλο τραπέζι, ανέβηκε επάνω του κι άρχισε να χορεύει πρώτα με τα πόδια κι ύστερα με  τα… χέρια, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι και κουνώντας τα πόδια του στον αέρα στο ρυθμό της μουσικής (σημείωση: οι αρχαίοι Έλληνες δε φορούσαν σώβρακα και παντελόνια).
Ο Κλεισθένης, που από την αρχή του χορού παρακολουθούσε με μεγάλη δυσφορία τα καμώματα του μέλλοντος γαμπρού, στο σημείο αυτό έχασε την υπομονή του. Έξω φρενών σταμάτησε τον αυλητή και φώναξε στον χορευτή
-- Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον! (δηλαδή: γιε του Τεισάνδρου, με το χορό σου έχασες τον γάμο)
Του Ιπποκλείδη δεν ίδρωσε το αυτί και απάντησε στον αμφιτρύωνά του.
-- Ου φροντίς Ιπποκλείδη (δε σκοτίζεται ο Ιπποκλείδης).
Έτσι ο Κλεισθένης, αφού αποχαιρέτησε τους καλεσμένους του, δίνοντας στον καθένα τους (και στον Ιπποκλείδη) πλούσια δώρα, κράτησε για γαμπρό του τον άλλον Αθηναίο υποψήφιο, τον Μεγακλή, που τον πάντρεψε με την Αγαρίστη. Από το γάμο τους γεννήθηκε ένας γιος, που πήρε το όνομα του παππού του, ο Κλεισθένης Μεγακλέους και ο οποίος πρωτοστάτησε στην εκδίωξη των Πεισιστρατιδών και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στην Αθήνα. Μια κόρη του νεώτερου Κλεισθένη λεγόταν επίσης Αγαρίστη και ήταν η γιαγιά του Περικλή.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος

Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email

From November 2024

Flag Counter

Labels

biographies (15) fiction (3) Historical (98) Legend (10) My Memories (1) Poetry (4) Science (22) Sosial (13) Space (4) youtube (1)

Blog Archive

Blog Total View

OnLine Opinions..

Click to Open Click to Open Click to Open antinews

Αναγνώστες

BTemplates.com

Theme Download

Το DNA μας, είναι ένας ταξιδιώτης από μια παμπάλαια χώρα που ζει μέσα σε όλους μας. Όλοι είμαστε συνδεδεμένοι, μέσω των μητέρων μας, με μια χούφτα γυναίκες που έζησαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Copyright © Seafarer97 | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes - Published By Gooyaabi Templates | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com