Read More

Τα Κουλέντια

Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης. Το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά....
Read More

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας.
Read More

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας,

Η σιδηροδρομική γέφυρα (ή προβλήτα) της Αγίας Μαρίνας, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του παραθαλάσσιου χωριού και ταυτόχρονα είναι ένα πολύ σημαντικό νεότερο Βιομηχανικό μνημείο, ηλικίας 130 ετών. Εκεί μάθαινα να κολυμπώ και δέθηκα με την θάλασσα...
Read More

Βλυχάδα Ρειχιάς: Η κρυμμένη παραλία που μαγεύει τους επισκέπτες

Κάποια μέρη που βλέπουμε, ακόμα και μέσα από μερικές φωτογραφίες, μας κάνουν να θέλουμε να τα επισκεφθούμε, γιατί απλά, φαίνεται πως είναι από αυτά που λέμε κρυμμένοι παράδεισοι.
Read More

5 χιλιόμετρa από την Σούρπη, συναντάμε τον οικισμό Νήες.

Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός, με μοναδικές γωνιές, που όσοι τις έχουν απαθανατίσει με την φωτογραφική τους μηχανή, τις παρομοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Η ιστορία του Ίδας και της Μάρπησσα

.....Η ιστορία του Ίδας και της Μάρπησσα είναι ένας μύθος της αγάπης.
Αυτοί οι δύο χαρακτήρες απέδειξαν ότι η αγάπη και η αιώνια αφοσίωση δεν μπορούν να κατακτηθούν από το ξίφος, τη δύναμη, την ομορφιά ή τη δόξα. Η Μάρπησσα ήταν νέο κορίτσι που κάποιο χρόνο στη ζωή της βρήκε η ίδια στην ανάγκη να επιλέξει το σύζυγό της μεταξύ ενός θνητού και ενός Θεού. Ποια ήταν η απόφασή της; 

Κοιτάξτε μέσω του μύθου για να βρείτε την απάντηση. ...........................................................................................................
Ι)... "Στην ελληνική μυθολογία η Μάρπησσα ήταν θυγατέρα του ποτάμιου θεού Εύηνου. Η Μάρπησσα απάχθηκε από τον `Ιδα, που την είχε δεί να χορεύει στο ιερό της «Ορτυγίας Αρτέμιδος», επάνω στο όρος Χαλκίς της Αιτωλίας. Ο Εύηνος κυνήγησε πάνω σε ένα άρμα τον Ίδα μέχρι τον ποταμό Λυκόρμα. Εκεί ο Ίδας του ξέφυγε επειδή είχε φτερωτό άρμα που του είχε δώσει ο πατέρας του, ο θεός Ποσειδώνας."
ΙΙ)... Ίδας μυθολογικός ήρωας των Αιτωλών και Μεσσηνίων. Ήταν γιος του Αφαρέα και αδερφός του Λυγκέα. Κατά την παράδοση, έκλεψε με τη θέλησή της από το ναό του Απόλλωνα την κόρη του ποταμού Εύηνου Μάρπησσα, την οποία ο θεός είχε αρπάξει με τη βία. Ο Απόλλωνας τον καταδίωξε και μονομάχησε μαζί του. Τότε μεσολάβησε ο Δίας και ρίχνοντας έναν κεραυνό χώρισε τους δύο αντίπαλους. Μετά έδωσε εντολή να διαλέξει ελεύθερα η Μάρπησσα όποιον από τους δύο ήθελε για σύζυγο. Εκείνη διάλεξε τον Ίδα και από την ένωσή τους γεννήθηκε η Κλεοπάτρα, η σύζυγος του Μελέαγρου.

........................................................................................................
Οι Έλληνες δεν δίστασαν να τα βάλουν με τους θεούς τους.
Και κυρίως ο κατ’ εξοχήν θεομαχητής ήρωας... ο Ηρακλής.
Ο Μενέλαος πάλεψε με τον Νηρέα.
Ο Ηρακλής με τον Αχελώο, τον Απόλλωνα, τον Άρη που τον λάβωσε σοβαρά στο πόδι, τον Πλούτωνα, τους Τιτάνες, και με τον ίδιο τον Δια, όταν τόλμησε να ελευθερώσει τον Προμηθέα από τα δεσμά του.
Αλλά ένας Ήρωας που αξίζει να αναφερθεί, και να συγκριθεί με τα ιστορήματα της βίβλου, και τους λόγους που ο Αβραάμ, έδωσε την γυναίκα του στην κλίνη του Φαραώ για να σώσει το τομάρι του.
Είναι ο Ίδας. 
Ο ήρωας Ίδας στον αντίστοιχο ελληνικό θρύλο αρνείται να παραδώσει την εκλεκτή της καρδιάς του Μάρπησσα ακόμη κι όταν τη διεκδικεί ένας υπέρλαμπρος θεός, ο κατάξανθος σαϊτευτής Απόλλωνας. Ο ισχυρότερος αντεραστής, ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας ζητά να πάρει την αγαπημένη του Μάρπισσα, καθώς ο Ίδας έφθασε στη Μεσσηνία. 
Ο Ίδας όμως δεν υποχώρησε, ούτε στιγμή δεν δίστασε. Απειλητικός τέντωσε το τόξο του ενάντια στο θεό.
Έλεγαν πως το τόξο του δεν λάθεψε ποτέ!
Ο Δίας όμως φρόντισε να συγκρατήσει το χέρι του ήρωα την κρίσιμη στιγμή. Άφησε την εκλογή στη διάθεση της νύφης.
Είχε έρθει ο καιρός που “κανείς” δεν μπορούσε να παραμερίσει αμαχητί έναν ήρωα!
Όσο… “θεός” και αν νόμιζε πως ήταν!
Η Μάρπησσα διάλεξε για μνηστήρα της το “θνητό” θεομάχο Ίδα.
“ Της λιγνοστραγαλης της Μάρπησσας Και του Ίδα, απ’ τους παλιούς που στάθηκε στη γη ο πιο αντρειωμένος. Κι ασκωσε αντίκρυ στον Απόλλωνα τον Φοίβο το δοξάρι”
Ο Ίδας μαζί με τους άλλους θεομάχους ήρωες στον ελληνικό θρύλο, σηματοδοτεί το τέλος της μακροχρόνιας ανεμπόδιστης εκμετάλλευσης των “θνητών” απ’ τους “θεούς”. Όλοι οι Ολύμπιοι δεν θα αργήσουν να αντιληφθούν ότι με τα “βέλη” του ο Έλληνας, είναι ο πρώτος που αναχαιτίζει την ακατάσχετη βουλιμία των θεών του....
.....................
 
 Upgrade
 Πηγή: Τα πάντα ρεί news Αυγούστου 30, 2019
http://www.tapantareinews.gr/2019/08/blog-post_547.html
 
Από τον Απολλόδωρο και την βιβλιοθήκη του μαθαίνουμε:
     Α 7,8 Εὔηνος μὲν οὖν ἐγέννησε Μάρπησσαν, ἣν Ἀπόλλωνος μνηστευομένου Ἴδας ὁ Ἀφαρέως ἥρπασε, λαβὼν παρὰ Ποσειδῶνος ἅρμα ὑπόπτερον. διώκων δὲ Εὔηνος ἐφ᾽ ἅρματος ἐπὶ τὸν Λυκόρμαν ἦλθε ποταμόν, καταλαβεῖν δ᾽ οὐ δυνάμενος τοὺς μὲν ἵππους ἀπέσφαξεν, ἑαυτὸν δ᾽ εἰς τὸν ποταμὸν ἔβαλε· καὶ καλεῖται Εὔηνος ὁ ποταμὸς ἀπ᾽ ἐκείνου.
    Α 7,9 Ἴδας δὲ εἰς Μεσσήνην παραγίνεται, καὶ αὐτῷ ὁ Ἀπόλλων περιτυχὼν ἀφαιρεῖται τὴν κόρην. μαχομένων δὲ αὐτῶν περὶ τῶν τῆς παιδὸς γάμων, Ζεὺς διαλύσας ἐπέτρεψεν αὐτῇ τῇ παρθένῳ ἑλέσθαι ὁποτέρῳ βούλεται συνοικεῖν· ἡ δὲ δείσασα, ὡς ἂν μὴ γηρῶσαν αὐτὴν Ἀπόλλων καταλίπῃ, τὸν Ἴδαν εἵλετο ἄνδρα.

απόδοση:
   Ο Εύηνος απέκτησε μια κόρη, τη Μάρπησσα, που ενώ ήταν μνηστή του Απόλλωνα, την άρπαξε ο Ίδας, ο γιος του Αφάρεα, με άρμα φτερωτό, που το πήρε από τον Ποσειδώνα. Ο Εύηνος τους καταδίωξε πάνω σε άρμα και έφτασε μέχρι τον ποταμό Λυκόρμα αλλά επειδή δεν μπορούσε να τους φτάσει, έσφαξε τα άλογα και έπεσε στον ποταμό· από εκείνον ονομάστηκε Εύηνος ο ποταμός. Ο Ίδας έφτασε στη Μεσσήνη, αλλά τον βρήκε ο Απόλλωνας και του πήρε την κόρη. Κι εκεί που μάχονταν ποιος θα την παντρευτεί, ο Δίας μπήκε στη μέση και τους χώρισε και προέτρεψε την κόρη να διαλέξει με ποιον θέλει να μείνει· εκείνη, από φόβο μήπως ο Απόλλωνας την εγκαταλείψει όταν γεράσει, διάλεξε για άντρα της τον Ίδα.

 Απολλόδωρος 1.60.1

Ο Ίδας της Ελληνικής Μυθολογίας
Ο Ίδας είναι Μεσσήνιος Ήρωας της Ελληνικής Μυθολογίας, όπου περιγράφεται στην Ιλιάδα ως ο δυνατότερος και πιο τολμηρός από όλους τους ανθρώπους. Ήταν γιος του Αφαρέως και της Αρήνης, της οικογένειας του Περιήρους. Ο Αφαρέας (Αφαρεύς) είναι από τους δημοφιλέστερους ήρωες του μεσσηνιακού ηρωικού κύκλου και σύμβολο της αντιστάσεως των Μεσσηνίων κατά των Σπαρτιατών, παρά το γεγονός ότι αργότερα λατρευόταν και στη Σπάρτη. Αδέλφια του ήταν ο Λυγκέας και ο Πίσος. Επίσης ήταν εξάδελφος των Διοσκούρων και των Λευκιππιδών. Παρέα με τον Λυγκέα πήραν μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και στο κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου.

Ο Ίδας στην Αιτωλία
Κάποτε, ο Ίδας έτυχε να περάσει από τη μακρινή Αιτωλία. Εκεί, στο ιερό της «Ορτυγίας Αρτέμιδος», επάνω στο όρος Χαλκίς της Αιτωλίας, γινόταν μια γιορτή αφιερωμένη στη θεά Άρτεμη και στο πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο γύρω από το ναό, ο Ίδας διέκρινε μια πανέμορφη κοπέλα να χορεύει μαγευτικά. Την έλεγαν Μάρπησσα και ήταν κόρη του Βασιλιά της Αιτωλίας, του Εύηνου. Ο Ίδας μαγεύτηκε τόσο πολύ από την ομορφιά της Μάρπησσας και τον θεσπέσιο χορό της, και αποφάσισε να την κλέψει, να την οδηγήσει στη Μεσσηνία και να την παντρευτεί.

Η αρπαγή της Μάρπησσας
Πλησίασε λοιπόν τη Μάρπησσα, άπλωσε τα δυνατά χέρια του, την άρπαξε και στη συνέχεια έφυγε με το άρμα του για τη Μεσσηνία. Ο Εύηνος, αφού έμαθε γρήγορα για την αρπαγή της κόρης του, ανέβηκε και αυτός στο άρμα του για να προλάβει τον Ίδα και τον κυνήγησε μέχρι τον ποταμό Λυκόρμα. Όμως ο Ίδας είχε ήδη κερδίσει δρόμο, τα άλογά του τα οποία ήταν δώρο του πατέρα του Ποσειδώνα ήταν γρηγορότερα ενώ μπορούσαν ακόμη και να πετούν. Έτσι, ο Ίδας κατάφερε να ξεφύγει από τον Εύηνο και έφτασε στη Μεσσηνία. Ο Εύηνος είτε από λύπη, είτε κατά την μάχη του με τον Ίδα, πνίγηκε στα νερά του ποταμού της Αιτωλίας που πήρε από τότε το όνομα του.

Απόλλων εναντίον Ίδα
Ωστόσο και ο θεός Απόλλωνας ενδιαφερόταν να παντρευτεί την όμορφη Μάρπησσα μιας και είχε κι αυτός γοητευτεί από αυτήν, κάποια άλλη φορά που την είχε δει στο παρελθόν. Θύμωσε λοιπόν που την άρπαξε ο Ίδας και ανέβηκε στο άρμα του με τα φτερωτά άλογά του και έφτασε στη Μεσσηνία. Σταμάτησε ο Απόλλωνας το άρμα του δίπλα στου Ίδα και του ζήτησε να του παραχωρήσει τη Μάρπησσα για να την παντρευτεί. Ο Ίδας όμως αρνήθηκε και σύντομα οι δύο άντρες άρπαξαν το δόρυ και την ασπίδα τους και ξέσπασε μια τρομερή μονομαχία μεταξύ τους. Ο Απόλλωνας ήταν θεός αλλά και ο Ίδας επίσης πολύ δυνατός και μπορούσε να αποκρούει όλα τα χτυπήματα του Απόλλωνα.

Η επέμβαση του Δία και η απόφαση της Μάρπησσας
Η μάχη ήταν αμφίρροπη, κανείς δεν υποχωρούσε ενώ οι αντίπαλοι προκαλούσαν και χλεύαζαν ο ένας τον άλλο κατά τη διάρκεια της. Ο Δίας από τον Όλυμπο, άκουσε τη φοβερή κλαγγή των όπλων και πέταξε σύντομα προς τη Μεσσηνία για να επέμβει. Αρχικά προέτρεψε να πάρει τη Μάρπησσα ο πιο δυνατός, αλλά αφού η μονομαχία τους δεν είχε βγάλει νικητή, αποφάσισε να κάνει την επιλογή του άντρα της η ίδια η Μάρπησσα. Ο Απόλλωνας αισθάνθηκε σίγουρος ότι η Μάρπησσα θα επέλεγε αυτόν για σύζυγο, μιας και ήταν θεός ισχυρός και όμορφος, σε αντίθεση με το Μεσσήνιο γίγαντα ο οποίος ήταν χοντροκομμένος και θνητός.

Η Μάρπησσα ξανακοίταξε τους δύο άντρες. Σκέφτηκε ότι μπορεί ο Απόλλωνας να ήταν θεός και ομορφότερος, αλλά κάποια στιγμή που αυτή θα γεράσει, θα την διώξει και θα παντρευτεί μια άλλη γυναίκα. Αντιθέτως, ο Ίδας μπορεί να ήταν θνητός και άσχημος, αλλά θα έμενε κοντά της μέχρι και τα γεράματα να την προστατεύει και να τη νοιάζεται. Έτσι η Μάρπησσα επέλεξε ως σύζυγο τον Ίδα.
Ο Απόλλωνας έκπληκτος και συνάμα δυσαρεστημένος για την ταπείνωση που δέχτηκε, ανέβηκε στο άρμα του με τα φτερωτά άλογα, και έφυγε αστραπιαία γεμάτος οργή. Έτσι λοιπόν, ο Ίδας κέρδισε την όμορφη Μάρπησσα, την παντρεύτηκε και έζησε ευτυχισμένος μαζί της στη Μεσσηνία, κάνοντας μια κόρη μαζί, την Κλεοπάτρα.

Παραλλαγές του μύθου
Η απλή αυτή μορφή του μύθου εμφανίζεται και στον Σιμωνίδη. Ο Σχολιαστής του Ομήρου όμως γράφει ότι ο Εύηνος εξανάγκαζε τους μνηστήρες της Μάρπησσας να διαγωνισθούν μαζί του στην αρματοδρομία, έκοβε τα κεφάλια των νικημένων και στόλιζε με αυτά τους τοίχους του ανακτόρου του ή του ναού του Ποσειδώνα, δηλαδή έκανε ό,τι και ο Οινόμαος.

Σε άλλη εκδοχή μάλιστα ο Εύηνος έκτισε ολόκληρο ναό μόνο από τα κρανία αυτά! Η μεγάλη ομοιότητα των μύθων Οινομάου-Ιπποδαμείας και Ευήνου-Μάρπησσας καταλήγει σε συνένωσή τους στη μεταγενέστερη παράδοση του Πλουτάρχου: ο Εύηνος είχε νυμφευθεί την κόρη του Οινομάου. Στον αρχικό μύθο όμως σύζυγος του Ευήνου και μητέρα της Μάρπησσας είναι η Αλκίππη.

Η κόρη της Μάρπησσας
Ο Όμηρος στο I της Ιλιάδας, μέσα από την αφήγηση του Ήρωα Φοίνικα, αναφέρεται στην κόρη της Μάρπησσας, Κλεοπάτρα η οποία είχε παντρευτεί τον Μελέαγρο. Ο Φοίνικας ανήκε στην τριμελή επιτροπή που ορίστηκε από τον Νέστορα για την επίσκεψη στην σκηνή του Αχιλλέα με σκοπό να τον πείσουν να γυρίσει στην μάχη. Στην αφήγηση του ο Φοίνικας αναφέρεται στην οικογένεια της Μάρπησσας. Αναφέρει χαρακτηριστικά στο αρχαίο κείμενο:
    ἤτοι ὃ μητρὶ φίλῃ Ἀλθαίῃ χωόμενος κῆρ κεῖτο παρὰ μνηστῇ ἀλόχῳ καλῇ Κλεοπάτρῃ κούρῃ Μαρπήσσης καλλισφύρου Εὐηνίνης Ἴδεώ θ', ὃς κάρτιστος ἐπιχθονίων γένετ' ἀνδρῶν τῶν τότε

Περίληψη ολόκληρης της αφήγησης του Φοίνικα στην Ιλιάδα:
Κάποτε γινόταν πόλεμος ανάμεσα στους Κουρήτες και τους Αιτωλούς γύρω από την όμορφη Καλυδώνα (529-32). Αιτία για το κακό ήταν η θεά Άρτεμη που θυμωμένη με τον Οινέα, επειδή δεν της αφιέρωσε τους πρώτους καρπούς του θερισμού, έστειλε έναν κάπρο που κατέστρεφε τη γη και τους καρπούς της Αιτωλίας. Ο Μελέαγρος το σκότωσε, μα η θεά ξεσήκωσε διαμάχη στους Κουρήτες και τους Αιτωλούς για το δέρμα και το κεφάλι του κάπρου (533-49). Πολεμούσε στο πλευρό των Αιτωλών ο Μελέαγρος και όλα έβαιναν καλώς, ώσπου ο ήρωας οργισμένος με τη μητέρα του κλείστηκε στο σπίτι του πλάι στη γυναίκα του την Κλεοπάτρα (550-56), που οι γονείς της την φώναζαν Αλκυόνη, για να τους θυμίζει το πάθημα της μητέρας της Μάρπησσας, όταν την άρπαξε ο Απόλλωνας και ο άντρας της ο Ίδας και πατέρας της Κλεοπάτρας την έσωσε παίρνοντας το τόξο να χτυπήσει το θεό (557-64). Η περιγραφή ξαναγυρνά στη συνέχεια του θυμού του Μελεάγρου εξηγώντας ότι εξοργίστηκε με τη μητέρα του την Αλθαία, καθώς αυτή πικραμένη, που ο γιος της σκότωσε τον αδερφό της, τον καταράστηκε να βρει το θάνατο καλώντας την Ερινύα (565-73/4). Ο Μελέαγρος δε λυγίζει από τα ολοένα και αυξανόμενα παρακάλια των Αιτωλών γερόντων που του έστειλαν ιερείς και υπόσχονταν δώρα ούτε από τα παρακάλια του πατέρα του Οινέα ούτε των αδερφών και της μητέρας του ούτε των πολυαγαπημένων του φίλων (574-87). Μόνο όταν η πόλη φτάνει στον έσχατο κίνδυνο συγκινείται από το κλάμα της αγαπημένης του γυναίκας, που του προλέγει τα δεινά(588-95). Σώζει την πόλη του, αλλά τώρα πια δε λαμβάνει τα δώρα (596-9).


Read More

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

TΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ MΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ

1. Κουλέντια καὶ τὴ Mονεμβασιὰ (Δ. Καραστατήρης, Φωτεινή Γιαννούκου) 98 / 
2.99 / 
3.101 /
 4. (Παλαιὰ τραγούδια Mονεμβασιὰ) 103 / 
5. Tραγούδια (Mονεμβασιὰ) 104 / 
6. Nερατσοφίλημα (Mονεμβασία) 106 
H ἔκδοσή μας περιλαμβάνει παραμύθια καὶ τραγούδια ἀπὸ τὴ Μονεμβασία καὶ τὰ Κουλέντια, τὴ Μῆλο καὶ ἀπὸ χωριὰ τῆς Μεσσηνίας κοντὰ στὴν Ἀνδρούσα.
Ἡ καταγραφή τους ἔγινε ἀπὸ μαθητές τοῦ Κ. Γούναρη στὸ διάστημα 1906-1909.
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑTὰ τριάντα ὀκτὼ παραμύθια ἀπὸ τὴ Mονεμβασία ποὺ περιλαμβά-νει ἡ συλλογή μας καταγράφηκαν ἀπὸ δύο μαθητες τοῦ τριτάξιου σχολείου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Σχολαρχείου. 
Ἀνάμεσα σ ̓ αὐτὰ ὑπάρχουν ἄγνωστα παραμύθια ἀλλὰ καὶ παραλλαγες γνωστῶν, διηγήσεις καὶ εὐτράπελα ἐκ τῶν ὁποίων ἀρκετὰ ἀφοροῦν στὴ ζωὴ καὶ τις παραδόσεις τῆς Mονεμβασιᾶς. 
Tὰ τριάντα ὀκτὼ παραμύθια ἀπὸ τὴ Mονεμβασία ποὺ περιλαμβάνει ἡ συλλογή μας καταγράφηκαν ἀπὸ δύο μαθητὲς τοῦ τριτάξιου σχολείου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Σχολαρχείου. Ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὰ ὑπάρχουν ἄγνωστα παραμύθια ἀλλὰ καὶ παραλλαγὲς γνωστῶν, διηγήσεις καὶ εὐτράπελα ἐκ τῶν ὁποίων ἀρκετὰ ἀφοροῦν στὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Mονεμβασιᾶς. Ἡ καταγραφὴ τῶν εἴκοσι δύο παραμυθιῶν ἔγινε, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόχειρη σημείωση τῶν καταγραφέων, ἀπὸ τὸν Π. E. Βουγιουκλὴ τὸ 1909, ἐνῶ τῶν δεκαέξι ἀπὸ τὸν Δημήτριο Γ. Καραστατήρη. Ἀντιγράφω τὶς πληροφορίες ὅπως μᾶς τὶς παρέχουν οἱ ἴδιοι οἱ καταγραφεῖς:Tαῦτα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῆς μητρός μου ὀνομαζομένης Κυριακούλας E. Βουγιουκλῆ κατοίκου Nεαπόλεως, τοῦ Δήμου Βοιῶν ἡλικίας 43 ἐτῶν, ἐν Mονεμβασίᾳ τῇ 9ῃ Ἰανουαρίου /1909/ Π. E. Βουγιουκλὴς μαθητὴς σχολαρχείου /1909/ καὶ Σύμφωνα μὲ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀναζήτησε γιὰ μένα καὶ εὐγενικὰ μοῦ παρέδωσε ἡ προϊσταμένη τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, Ἀρχείου Λακωνίας, κυρία Πέπη Γαβαλὰ καὶ τὴν ὁποία ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ εὐχαριστῶ, στὸ μαθητολόγιο τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Μονεμβασίας κατὰ τὰ ἔτη 1905-1908 ἀναγράφεται τὸ ὄνομα Παντελὴς Ἐμ. Βουγουκλής, γεννημένος στὴ Μονεμβασία, γιὸς ναυτικοῦ, 16 ἐτῶν τὸ 1909. Μικρότερης ἡλικίας ἦταν ὁ μαθητὴς Γεώργιος Ε. Βουγιουκλής, πιθανῶς ἀδελφὸς τοῦ πρώτου. 

Τὸ ὄνομα Δημήτριος Γ. Καραστατήρης, γεννημένος στὰ Κουλέντια, γιος ἱερέα, ἐμφανίζεται στὴν ἴδια πηγὴ κατὰ τὰ ἔτη 1905-1907. 

Μὲ τὸ ἴδιο πατρώνυμο ἐμφανίζονται καὶ οἱ Καραστατήρης Παναγιώτης καὶ Ἀνάστος,ὁ πρῶτος μεγαλύτερος τοῦ Δημητρίου καὶ ὁ δεύτερος μικρότερος.

Ὁ Π. Βουγιουκλὴς μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὴν πηγή του καὶ γιὰ τὸν τρόπο καταγραφῆς. Ἂν καὶ ὁ Δ. Καραστατήρης δὲν ἀναφέρει κάτι ἀνάλογο, ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις, ὅπως ἡ ἔλλειψη σημείων στίξης, τὰ ἀσύνδετα σχήματα, ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ αὐτὸς κατέγραψε τὰ παραμύθια καθ᾽ ὑπαγόρευση. Πάντως τὰ παραμύθια ἐμφανίζουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ δύναμη τῆς διήγησης: ὁ λιτὸς καὶ συχνὰ ἐλλειπτικὸς λόγος ἀπελευθερώνει τὶς δυνάμεις τῆςφαντασίας γιὰ νὰ δημιουργήσουν τὸ δικό τους παραμυθικὸ κόσμο βασικὸ αἴτημα εἶναι ἡ ἀναδιάταξη τοῦ κόσμου, καθὼς ἡ διατάραξη καὶ συχνὰ ἡ ἀνατροπὴ τῆς δεδομένης τάξης τῶν ἀξιῶν δίνει ἀφορμὴ γιὰ τὴ διήγηση:

Mιὰ φορὰ ἦταν ἕνας βασιλιὰς καὶ εἶχε μιὰ βασίλισσα καὶ ἤτανε ἀγγαστρωμένη καὶ ἐγέννησε καὶ ἔκαμε κορίτσι.Καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἡμέρας ἐπήγανε αἱ μοῖρες τῶν μοιράδωνε καὶ τὴν μοιράνανε καὶ ἄκουσε ἡ βασίλισσα τί τῆς εἴπανε: ἡ μία τῆς εἶπε εἰς τὰ δέκα χρόνια νὰ γίνῃ πεκροῦ καὶ εἰς τὰ δώδεκα κλέφτρα καὶ εἰς τὰ δεκατέσσερα νὰ γίνῃ κακῆς διαγωγῆς καὶ ἡ βασίλισσα ἀπὸ τὸν γκαημό της ἀρρώστησε καὶ ἦλθε νὰ ἀποθάνῃ.

Ἤδη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ πρώτου παραμυθιοῦ δηλώνει τὴ διάθεση ἀνατροπῆς τῆς τάξης ἰδεῶν καὶ ἀξιῶν: οἱ μοῖρες κακοτυχίζουν τὴμονάκριβη βασιλοπούλα. Ἡ κλιμάκωση τῆς ἠθικῆς καὶ κοινωνικῆς πτώσης ἐπιτυγχάνεται μὲ τὶς τρεῖς εὐχὲς-κατάρες: ποτό, κλοπὴ καί, τέλος, ἠθικὴ ἐξαθλίωση. Ἡ λύση στὸ παραμύθι ἐνέχει τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξης, καθὼς μὲ τὴν πρόοδο τοῦ παραμυθιοῦ ὁ ἀκροατὴς ὁδηγεῖται μὲ λόγο ἐκπληκτικὰ πυκνὸ σὲ δαιδάλους πλοκῆς γιὰ νὰ καταλήξει στὴ λύση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ βασιλοπούλα, παρὰ τὴν ἀσυγκράτητη ἕλξη ποὺ ἔνιωθε πρὸς τοὺς στρατιώτας, ἐπέστρεψε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος, ἐρωτευμένος μαζί της, τὴν εἶχε στὸ μεταξὺ παντρευτεῖ γιὰ χάρη τοῦ παιδιοῦ τους.

Ὁ βασιλιὰς στὸ συγκεκριμένο παραμύθι ἀπέχει ἀπὸ τὸ πρότυπο τοῦ ἰσχυροῦ ἐξουσιαστῆ ἢ τῆς ἀπόλυτης ἔκφρασης ὀμορφιᾶς κα καλοσύνης, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὰ παραμύθια· τὸ παραμύθι μας χρησιμοποιεῖ τὸ βασιλιὰ γιὰ νὰ ὁριστεῖ ἡ ἁρμόζουσα θέση τῆς κόρης: ὅπως μιὰ βασιλοπούλα ἔχει θέση δίπλα σὲ ἕνα βασιλιά ἔτσι καὶ μιὰ νέα ἔχει θέση δίπλα σ᾽ ἕναν καλὸ σύντροφο ποὺ τὴν ἀγαπάει.

Ἀλλὰ καὶ στὸ Δαφνοκουκουδάκι, ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα παραμύθια τῆς συλλογῆς μας, ἡ ἀνατρεπτικὴ διάθεση εἶναι ποὺ δίνει τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴ διήγηση: Ἡ φτωχὴ γριά, περιφρονημένη ἀκόμη κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό, στὰ παρακάλια της γιὰ ἕνα παιδάκι ἔλαβε ἕνα δαφνοκουκουδάκι, ποὺ ἡ ἴδια, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, τὸ πέταξε μὲ τὰ σαρίδια. Καὶ νά, ποὺ φυτρώνει μιὰ δάφνη, στὴ σκιά της ἀναπαύεται ὁ βασιλιάς· μὲ τρόπο μαγικὸ ἐμφανίζεται σ᾽ αὐτὸν μιὰ ὑπέροχη κοπέλα, αὐτὸς τὴν ἀναζητᾶ καὶ τελικὰ τὴ βρίσκει κα κάτσανε ἐκεῖνοι καλὰ καὶ ἐμεῖς καλύτερα.

Tὸ συγκεκριμένο παραμύθι κινεῖται σὲ γνωστὰ στερεότυπα ποὺ δὲ γνωρίζουν σύνορα, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα κάθε καταφρονεμένο ἔρχεται ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ λάμψει μὲ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀξία του. 

Tὰ Παραμύθια τὰ γραφόμενα ὑπὸ τοῦ Δημητρίου Γεωργίου Καραστατήρη, μαθητοῦ Σχολαρχείου, Κουλέντια.

Πηγη:     http://www.potamos.com.gr/download/fe586f6e3ec2de7faee00407a85add56koygeasMonemvasia.pdf

Read More

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Αγωνιστής του '21: «ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ»


 Αναζητώντας τις ρίζες….. Των Στουμπαίων του Επιδαύρου Λιμηρά….
Πληροφορίες με οδηγούν στο Ξηροκάμπι… στην Κουμουστά… και στο Μαργέλι τις στάνες των Στουμπαίων….
Πηγη: Το Ξηροκάμπι Περίοδος Α΄ (1966 - 1977)
http://micro-kosmos.uoa.gr/faris/pdf/xirokabi_22_1975.pdf
Φύλλον 22.ο: Δεκέμβριος 1975
Αγωνιστής του '21: «ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ ΣΤΟΥΜΠΟΣ» 




Read More

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

μας ταξίδεψε στον Ταύγετο


 

Read More

Ο Φίλος μου ο Πότης

 




Read More

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

Στ΄ Αλώνι του Αι-Στράτηγου



 

Read More

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Αγάπες του Βουνού












Read More

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

κότσυφες

 Από το θαυμάσιο λαογραφικό βιβλίο του Παναγιώτη Στούμπου
ΚΟΥΜΟΥΤΣιΩΤιΚΟι ΚΑΗΜΟι ΚΑι ΑΝΤιΛΑΛΟι
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡ. ΣΤΟΥΜΠΟΣ
Γεννήθηκε στην Κουμουστά της Λακεδαίμονος στις υπώρειες του Ταϋγέτου.
Λάτρης της φύσης και της ποιμενικής ζωής.
Συγγραφέας του βιβλίου «Κουμουστιώτικοι καημοί και αντίλαλοι» και βουκολικός στιχοπλόκος, τραγουδιστής και οργανοπαίκτης.
Μεγάλες του αγάπες: τα γράμματα και η μουσική.
Με το ταλέντο του ξεπέρασε τις μικρές γνώσεις του και αναδείχθηκε η μοναδική «όαση» της Κουμουστιώτικης κοινωνία


Έχουνε χάρη οι κότσυφες, σεβντά οι κιτρινομύτες
Όπου δεν καταδέχονται να πα να ξεχειμάσουν
Σε ξένους τόπους άχαρους, ζεστούς ξεγυμνωμένους
Μον μένουν όπου είναι λιόδεντρα, κληματαριές και λόγγοι
Με κουμαριές κι αγραπηδιές και όχτια με βατιώνες
Και πότε πότ’ ανέμελοι σκαλίζουνε και βόσκουν
Πότε τσιρίζουν τρεις φορές και φεύγουν τρομαγμένοι
Γιατ’ έχουν δει τον κυνηγό κι ακούσει το γεράκι
Κλωσσομανάν τ’απόβραδα αντίς να κουβεντιάζουν
Σα να ξετάζουν τον καιρό κι αν είν’ να ρίξει χιόνι
Γλυκά γλυκ’ ανοιξιάτικα το λένε το χειμώνα
Και χολογιούνταν οι βοσκοί κλαίγανε οι βοσκοπούλες
Μπάζανε ξύλα στις σπηλιές πριν να θαυτούν στα χιόνια
Την άνοιξη ερωτεύονται και λιανοτραγουδάνε
Ώσπου λυγάνε οι κόσφαινες κι οι σερνικοί κοσφάδες
Τις βρίσκουν τις βατεύουνε και έτσι ζευγαρωμένοι
Πάνε πλευρά σε πρόβατα πάνε κοντά σε γίδια
Και βγαίνουν στα ψηλά βουνά μένουν κοντά σε στρούγκες
Και παίρνουνε κωλόκουρα και παίρνουνε ξελιάρια
Και χτίζουνε στα έλατα στα κέντρα στα πυρνάρια
Φωλειές σα ρασοκούβαρα σα χούφτες βελουδένιες
Κι εκεί γεννάν οι κόσφαινες κι οι σερνικοί κοσφάδες
Τους πάνε σύνταχα φαΐ κι από μεριά φυλάνε
Να μη της δει η δεντρογαλιά, το έρμο το γεράκι
Κι όντα τσοφλίσουνε τα αυγά και τα μικρά κοσφάκια
Χάσκουνε με το θόρυβο και το θεό τηράνε
Πάει ο τσοπάνης ο καλός και τα κρυφοκοιτάζει
Χλωρό τυρί και θρέφονται μυτζήθρα κι ημερεύουν
Κι εχ’ ο τσοπάνης κότσυφες ήμερους και γλετζέδες
Π’ όντας χαράζει την αυγή δεχτά δεχτά σφουράνε
Τις στάνες και σκαρίζουνε πρινού καλοφωτίσει
Κι όντας ακούει στον ύπνο του να κεαληδούν κοσφάδες
Να κελαηδάνε πέρδικες και να βαρούν κουδούνια
Κι αν είν’ κουδούνια διαλεχτά και νεραϊδοπαρμένα
Όπου βαρούν απόμερα και αγριοκοιτιούντ’ ομπρός του
Κι όντας μακριά κάποιο σκυλί βαβίζ’ ανάρια ανάρια
Ξυπνάει ο τσοπάνης ο καλός και κάνει το σταυρό του
Και λέει, θε μου σ’ ευχαριστώ αυτά π’ ακούω με φτάνουν
Ετούτα ο δόλιος έλεγα σε ούλες τις προσευχές μου
Αλλ’ ήταν ο θεός ψηλά, ήταν που λεν αλάργα
Δε μ’ άκουσε και ζήλεψε ο χάρος να με πάρει
Και μια και δυο μου τράβηξε ξυλιές με το ραβδί του
Ώσπ’ έπεσα μισάρρωστος και μισοπεθαμένος
Μου κλέψανε τα γίδια μου τα έρμα τα σκυλιά μου
Π’ ούλο το δρόμ’, ορμάγανε να φάν τους αφεντάδες
Τους ξένους που τα τσίτωσαν για να διαβούν τον Ίρη
Τώρα! Στου κάμπου τις βοές, στις κάψες, τα λιοβόρια
Μετράου τις ώρες και ήθελα ταχιά που θα πεθάνω
Μα ‘ρθείτε κοτσυφάδες μου δω κάτου αγάλ’ αγάλι
Να πάρετε στ’ ανάλαφρα φτερά σας την ψυχή μου
Να μου την πάτε στα βουνά πρινού την εύρ’ ο χάρος
Και μου την πάει στα τάρταρα της μαύρης γης τον πάτο
Θέλω η ψυχή μου ναν’ ψηλά σε σύρραχα βουνίσια
Όπως το κλεφτολήμερο και τ’ όμορφο ντερνέκι
Κι όπως την Άγια Κυριακή απ’ είναι το χωριό μου
Κι αν είν ψυχές οι κότσυφες κι αν οι χαψιανοί μου
Με εκείνους θέλω να σταθεί να βραδολημεριάζει
Γιατ’ όπου θε κι αν γύρισα τέτοιες ψυχές δεν βρήκα

Read More

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Δύο μαρτυράνε, ένανε τόνε κρεμάνε.

 Πηγή: Περιοδικό Η ΦΑΡΙΣ

Περίοδος Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Δ΄ ΤΕΥΧΟΣ 71Ο ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019 

Παναγιώτη Χ. Στούμπου (†)

Ο συντοπίτης μας Παναγιώτης Χ. Στούμπος (1929-1995) είχε λογοτεχνικό ταλέντο.

Μεγάλο μέρος από τις σημειώσεις του έχει εκδοθεί. Το παρακάτω κείμενο είναι από τα ανέκδοτα χειρόγραφά του και βρίσκεται στο αρχείο του περιοδικού.

Κάλλιο, λένε οι δικαστικοί, ν’ απαλλάξουμε έναν ένοχο παρά να δικάσουμε έναν αθώο. Και όμως πολλοί ένοχοι έχουνε απαλλαγεί, αλλά και πολλοί αθώοι καταδικαστεί. Γιατί; Γιατί υπάρχουνε πάντοτε άνθρωποι έτοιμοι να δικάσουνε π.χ. άντρες μεγάλους όπως τον Κολοκοτρώνη κι όλους σχεδόν τους αγωνιστές του ’21. Πώς να μην υπάρχουνε πια να δικάσουνε και μικρούς; Κάτι τέτοια θα δούμε στις παρακάτω σειρές.

Πριν από εκατό-εκατόν πέντε χρόνια στο Ξηροκάμπι ήτανε κάποιος νέος που τηραγμούς δεν είχενε. «Σαν τη μαρμαροκολώνα στέκεις μες την εκκλησιά και μαραίνεις και τρελλαίνεις του μανάδω τα παιδιά». Τούτο το τραγούδι λέγανε τότες στους σταυρωμένους νέους και νέες που ξεχωρίζανε. Αυτό λέγανε και στον Αποστόλη Σκουργιώτη που ήτανε αδελφός στους παππούδες του Τσιγαλαίωνε και του μακαρίτη του Αριστείδη Σκουργιώτη. Οι νέες, που τότες ζηλεύανε και τους λήσταρχους, πώς να μην ζηλεύουνε και τον Σκουργιώτη; Όλες οι υποψήφιες χάσκανε ποια να τον πρωτοπάρει, μα κείνος είχενε κάποια ηλικιωμένη που τη λέγανε Πάταινα. Έμπαινε με το θάρρος στο σπίτι της, πέρναγε τον καιρό του, αλλά κι από την άλλη μεργιά τα είχενε φτιάξει και με κάποια Προκοπιδίτσα πεντάμορφη και σχεδίαζε να την παντρευτεί. Αλλά όσο και να όιντιζαν τα νιάτα, οι οικογένειές τους δεν ήτανε οϊντινισμένες. Ο Σκουργιώτης ήτανε κουβεντιασμένος οτ’ έμπαινε σε κλεψιές που τότενες λίγο-πολύ όλοι οι νέοι κάτι εγγίζανε, ενώ μέχρι σήμερα ακούμε πως η Κρήτη μαστίζεται από ζωοκλέφτες. Η οικογένεια του κοριτσιού είχενε περάσει κιόλας στην άρχουσα τάξη. Είχενε βγάλει δάσκαλο, ήταν νομοταγής, γι’ αυτό ο Δήμαρχος που διόριζε με το χέρι του τους αγροφύλακες κι αστυνομικούς είχενε διορίσει αστυνόμο τον Προκοπίδη, πατέρα, κάνε αδελφό, του κοριτσιού. 

Το λαϊκό σύνταγμα, οι παροιμίες, λέγανε: «τον όμοιο σου συμπέθερο, τον κάλλιο σου κουμπάρο». Πώς λοιπόν οι σοϊλίτες να κατεβαίνανε χαμπηλότερα και να κάμουνε γαμπρό τους τον ακουσμένονε κλέφτη; Όταν τους γύρεψε την κοπέλα τους, όχι του είπανε παστρικά. Κι ο Σκουργιώτης στα κρυφά έσμιγε με την κόρη τους και ρίγνανε σκέδια για να κλεφτούνε· όμως κι’ αυτό δεν ξέφυγε από τα αστυνομικά μάτια· κι όσο να διαβάσει η αλεπού τα φερμάνια της, πήγανε αλλού τα τομάρια της.

Σκέδια ρίξανε κι οι Προκοπιδαίοι, και μάλιστα αστυνομικά, ύπουλα και διαβολεμένα. Σαν αφού αργήσανε τις νύχτες στην αγορά του Ξηροκαμπίου σαν αστυνόμοι που ήτανε, από κάποιο εμπορικό κλέψαν οι ίδιοι κάποιο πακέτο νέμα κι άλλες ψιλολογίες. Την αυγή σκόρπισε στο χωριό η κουβέντα πως κλέφτηκε το τάδε εμπορικό κι η αστυνομία έκανε ανακρίσεις σε τάχα υπόπτους, ενώ στην ουσία καιροφύλαγε το Σκουργιώτη. Κι όταν ο άνθρωπος με τη μάνα του πήγανε κάποια ημέρα στη Σπάρτη για δουλειές τους, με διαβολικό τρόπο μέρα μεσημέρι ανοίξανε το σκουργιωταίικο σπίτι και χώσαν στις αστράχες τα κλεψιμαίικα, δίχως να τους ιδεί μήτε πουλί.

Όταν οι άνθρωποι γυρίσανε από τη δουλειά τους, μπούκαρε η αστυνομία στο σπίτι, έκαμε έρευνα· βρήκε τα κλεψιμαίικα κι άρπαξε το Σκουργιώτη, τον προφυλάκισε˙βγήκε η δίκη κι όσο κι αν φώναζε τ’ άτυχο παλικάρι: «είμαι αθώος, είμαι αθώος», κανείς δεν τον πίστεψε. Δικάστηκε σε πολύμηνη φυλακή. Λεφτά για τέτοιες ποινές δεν υπάρχανε κι έτσι οι καταδικασμένοι μπαίνανε φυλακή και με κίνδυνο της υγείας τους· γιατί από εκεί μέσα οι περισσότεροι βγαίνανε με χτικιό. Ο Σκουργιώτης το πήρε βαριά το άδικο. Του λέγανε οι βαρυποινίτες να μην σιχλετίζεται. Στα μισά της ποινής του του κόλλησε τ’ αγιάτρευτο θεριό κι όταν απόγινε, οι φύλακες τον αμπολήκανε.

Οι Προκοπιδαίοι τρίβανε τα χέρια τους από χαρά. Μ’ ένα σμπάρο είχανε πετύχει δυο στόχους· ένανε π’ απαλλαγούντανε μια και καλή από τον καύκο της αδελφής τους κι άλλονε που πήρανε επαίνους για τάχα ενεργητικοί στη δούλεψή τους. Όταν το παλικάρι κατάλαβε ότι πλήσιαζε το τέλος του, ζήτησε και του πήγανε τον παπά να κοινωνήσει· κι εκεί τον ακούσανε οι δικοί του που ξεμολοήθηκε στον παπά, χωρίς κανείς να του το ζητήσει. «Παπά», του είπε με σβησμένη φωνή: «όγοια πέτρα να σήκωνες ποκάτω θα μ’ ηύρισκες. Σε τούτο εδώ ήμουνα αθώος. Δεν μπόρεσα όμως να νταποδείξω στους δικαστές, γιατί δυο μαρτυράνε, ένανε τόνε κρεμάνε. Και μου το κάμανε αυτό, παπά, του συνέχιζε, γιατί δε με θέλανε, γιατί δεν ήμουνα καλός τάχας στην κοινωνία, γιατί έκλεβα. Εκείνοι που ’με σκοτώσανε ύπουλα, παπά, είναι καλοί; Στο νόμο δε θα δώκουνε λόγο, θα δώκουνε κάνε στο Θεό; «Καλό μου παιδί», του είπε ο παπάς, «να ’είσαι σίγουρος πως ο Θεός αργητής είναι, λησμονητής δεν είναι. Μια μέρα των ημερών η φαμελιά τους θα ξακληρίσει· η αμαρτία γεννάει θάνατο». Ετούτα του είπε ο παπάς και τον κοινώνησε. Ύστερα από μέρες ο πρώτος μορφονιός του Ξηροκαμπιού ταξίδευε για κείνους τους κόσμους που δεν έχουνε ύπουλους ψευτομάρτυρες κι ευκολόπιστους δικαστές.

Αυτά μολόγαγε η Παναγού η Στούμπαινα, το γένος Γιάννη Ψυλλάκου, που τον είχενε πρώτο της ξάδερφο· η μάνα του κι ο πατέρας της αδέρφια και τον έκλαιγε όσο ζούσε.







Read More

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

Ο ινδιάνος αρχηγός Σιάτλ... Το Γράμμα....

Το κείμενο χρονολογείται γύρω στα 1855 και αποτελεί την απάντηση του Σιάτλ, αρχηγού μιας φυλής Ινδιάνων, στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Φραγκλίνο Πηρς, ο οποίος ζήτησε από τους Ινδιάνους να πουλήσουν τη γη τους στην αμερικανική κυβέρνηση. Η πρόταση αυτής της αγοραπωλησίας ήταν εντελώς ξένη στις αντιλήψεις και στον τρόπο ζωής των Ινδιάνων. Ο Σιάτλ εκφράζει με περηφάνια και σεβασμό στην παράδοση τον τρόπο σκέψης της φυλής του και οι σκέψεις του, αν και απέχουν από εμάς ενάμιση σχεδόν αιώνα, είναι εξαιρετικά επίκαιρες στην εποχή μας, τώρα που όλοι πλέον βιώνουμε τις ολέθριες συνέπειες από την υπερβολική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τη διαρκώς επεκτεινόμενη οικολογική καταστροφή του πλανήτη μας.

Ο ινδιάνος αρχηγός Σιάτλ

Ο μεγάλος αρχηγός στην Ουάσιγκτον μηνάει πως θέλει να αγοράσει τη γη μας. O μεγάλος αρχηγός μηνάει ακόμα λόγια φιλικά και καλοθέλητα. Καλοσύνη του, γιατί ξέρομε πως αυτός λίγο τη χρειάζεται αντίστοιχα τη φιλία μας. Την προσφορά του θα τη μελετήσουμε, γιατί ξέρομε πως, αν δεν το πράξουμε, μπορεί ο λευκός να προφτάσει με τα όπλα και να πάρει τη γη μας.

Πώς μπορείτε να αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό – τη ζέστα της γης; Για μας μοιάζει παράξενο. Η δροσιά του αγέρα ή το άφρισμα του νερού ωστόσο δε μας ανήκουν. Πώς μπορείτε να τα αγοράσετε από μας; Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε αστραφτερή πευκοβελόνα, κάθε αμμούδα στις ακρογιαλιές, κάθε θολούρα στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε ζουζούνι που ζουζουνίζει είναι, στη μνήμη και στην πείρα του λαού μου, ιερό.

Ξέρομε πως ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Τα μέρη της γης, το ένα με το άλλο, δεν κάνουν γι’ αυτόν διαφορά, γιατί είναι ένας ξένος που φτάνει τη νύχτα και παίρνει από τη γη όλα όσα τού χρειάζονται. Η γη δεν είναι αδερφός του, αλλά εχθρός που πρέπει να τον κατακτήσει, και αφού τον κατακτήσει, πηγαίνει παρακάτω.

Με το ταμάχι που έχει θα καταπιεί τη γη και θα αφήσει πίσω του μια έρημο. Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας, κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Όμως αυτό μπορεί και να συμβαίνει επειδή ο ερυθρόδερμος είναι άγριος και δεν καταλαβαίνει.

Αν αποφασίσω και δεχτώ, θα βάλω έναν όρο. Τα ζώα της γης αυτής ο λευκός θα πρέπει να τα μεταχειριστεί σαν αδέρφια του. Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα ζώα; Αν όλα τα ζώα φύγουν από τη μέση, ο άνθρωπος θα πεθάνει από μεγάλη εσωτερική μοναξιά, γιατί όσα συμβαίνουν στα ζώα, τα ίδια συμβαίνουν στον άνθρωπο.

Ένα ξέρομε, που μπορεί μια μέρα ο λευκός να το ανακαλύψει: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός. Μπορεί να θαρρείτε πως Εκείνος είναι δικός σας, όπως ζητάτε να γίνει δική σας η γη μας. Αλλά δεν το δυνόσαστε. Εκείνος είναι Θεός των ανθρώπων. Και το έλεος Του μοιρασμένο απαράλλαχτα σε ερυθρόδερμους και λευκούς. Αυτή η γη Του είναι ακριβή. Όποιος τη βλάφτει, καταφρονήσει το Δημιουργό της. Θα περάσουν οι λευκοί – και μπορεί μάλιστα γρηγορότερα από άλλες φυλές. Όταν μαγαρίζεις συνέχεια το στρώμα σου, κάποια νύχτα θα πλαντάξεις από τις μαγαρισιές σου. Όταν όλα τα βουβάλια σφαχτούν, όταν όλα τα άγρια αλόγα τα ημερέψουν, όταν την ιερή γωνιά του δάσους τη γιομίσει το ανθρώπινο χνότο και το θέαμα των φουντωμένων λόφων το κηλιδώσουν τα σύρματα του τηλέγραφου με το βουητό τους, τότες πού να βρεις το ρουμάνι; Πού να βρεις τον αϊτό; Και τι σημαίνει να πεις έχε γεια στο φαρί σου και στο κυνήγι; Σημαίνει το τέλος της ζωής και την αρχή του θανάτου.

Πουθενά δε βρίσκεται μια ήσυχη γωνιά μέσα στις πολιτείες του λευκού. Πουθενά δε βρίσκεται μια γωνιά να σταθείς να ακούσεις τα φύλλα στα δέντρα την άνοιξη ή το ψιθύρισμα που κάνουν τα ζουζούνια πεταρίζοντας. Όμως μπορεί, επειδή, καταπώς είπα, είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω – μπορεί μονάχα για το λόγο αυτόν ο σαματάς να ταράζει τα αυτιά μου. Μα τι μένει από τη ζωή, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί τη γλυκιά φωνή που βγάζει το νυχτοπούλι ή τα συν ακούσματα των βατράχων ολόγυρα σε ένα βάλτο μέσα στη νυχτιά; Ο ερυθρόδερμος προτιμάει το απαλόηχο αγέρι λαγαρισμένο από την καταμεσήμερο βροχή ή μοσχοβολημένο με το πεύκο. Του ερυθρόδερμου του είναι ακριβός ο αγέρας, γιατί όλα τα πάντα μοιράζονται την ίδια πνοή – τα ζώα, τα δέντρα, οι άνθρωποι. Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει προσοχή στον αγέρα που ανασαίνει. Σαν ένας που χαροπολεμάει για μέρες πολλές, δεν οσμίζεται τίποτα.

Αν ξέραμε, μπορεί να καταλαβαίναμε – αν ξέραμε τα όνειρα του λευκού, τις ελπίδες που περιγράφει στα παιδιά του τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, τα οράματα που ανάφτει στο μυαλό τους, ώστε ανάλογα να δέονται για την αυριανή. Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Μας είναι κρυφά τα όνειρα του λευκού. Και επειδή μας είναι κρυφά, θα εξακολουθήσουμε το δρόμο μας. Αν τα συμφωνήσομε μαζί, θα το πράξουμε, για να σιγουρέψουμε τις προστατευόμενες περιοχές που μας τάξατε. Εκεί θα ζήσουμε, μπορεί, τις μετρημένες μέρες μας καταπώς το θελήσομε. Όταν ο στερνός ερυθρόδερμος λείψει από τη γη, και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο, οι ακρογιαλιές αυτές και τα δάση θα φυλάγουν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου – τι* αυτή τη γη την αγαπούν, όπως το βρέφος αγαπάει το χτύπο της μητρικής καρδιάς. Αν σας την πουλήσουμε τη γη μας, αγαπήστε την, καθώς την αγαπήσαμε εμείς, φροντίστε την, καθώς τη φροντίσαμε εμείς, κρατήστε ζωντανή στο λογισμό σας τη μνήμη της γης, όπως βρίσκεται τη στιγμή που την παίρνετε, και με όλη σας τη δύναμη, με όλη την τρανή μπόρεση σας, με όλη την καρδιά σας, διατηρήστε τη για τα τέκνα σας, και αγαπήστε την, καθώς ο Θεός αγαπάει όλους μας. Ένα ξέρομε – ο Θεός σας είναι ο ίδιος Θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα και ο λευκός δε γίνεται να απαλλαχτεί από την κοινή μοίρα.

Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email

From November 2024

Flag Counter

Labels

biographies (15) fiction (3) Historical (98) Legend (10) My Memories (1) Poetry (4) Science (22) Sosial (13) Space (4) youtube (1)

Blog Archive

Blog Total View

OnLine Opinions..

Click to Open Click to Open Click to Open antinews

Αναγνώστες

BTemplates.com

Theme Download

Το DNA μας, είναι ένας ταξιδιώτης από μια παμπάλαια χώρα που ζει μέσα σε όλους μας. Όλοι είμαστε συνδεδεμένοι, μέσω των μητέρων μας, με μια χούφτα γυναίκες που έζησαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Copyright © Seafarer97 | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes - Published By Gooyaabi Templates | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com