Read More

Τα Κουλέντια

Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης. Το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά....
Read More

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας.
Read More

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας,

Η σιδηροδρομική γέφυρα (ή προβλήτα) της Αγίας Μαρίνας, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του παραθαλάσσιου χωριού και ταυτόχρονα είναι ένα πολύ σημαντικό νεότερο Βιομηχανικό μνημείο, ηλικίας 130 ετών. Εκεί μάθαινα να κολυμπώ και δέθηκα με την θάλασσα...
Read More

Βλυχάδα Ρειχιάς: Η κρυμμένη παραλία που μαγεύει τους επισκέπτες

Κάποια μέρη που βλέπουμε, ακόμα και μέσα από μερικές φωτογραφίες, μας κάνουν να θέλουμε να τα επισκεφθούμε, γιατί απλά, φαίνεται πως είναι από αυτά που λέμε κρυμμένοι παράδεισοι.
Read More

5 χιλιόμετρa από την Σούρπη, συναντάμε τον οικισμό Νήες.

Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός, με μοναδικές γωνιές, που όσοι τις έχουν απαθανατίσει με την φωτογραφική τους μηχανή, τις παρομοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Ευτράπελα από τους αρχαίους (Ολυμπιακούς και άλλους) αγώνες

Συνηθίσαμε να ταυτίζουμε τον αθλητισμό με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Πρόκειται για ανιστόρητη γενίκευση μιας μόνο πλευράς των αρχαίων αθλητικών αγώνων. Ίσως γιατί οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, που το θεωρούσαν το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του κάλλους και στους αγώνες οι αθλητές ήταν ολόγυμνοι. Στην πραγματικότητα στα αρχαία «γυμνάσια» δεν γίνονταν μόνο αθλητικοί αγώνες ή προπονήσεις. Γίνονταν και συζητήσεις ακόμα και γιορτές. Άλλωστε οι αρχαίοι αγώνες (Ολύμπια, Πύθια, Νέμεα και λοιποί) συνδυάζανε πάντοτε τα αθλήματα με την τέχνη. Πολλές τραγωδίες διδάχτηκαν στο πλαίσιο αθλητικών αγώνων.
Φυσικά ορισμένοι αθλητικοί αγώνες (όπως η πάλη, η πυγμαχία και το παγκράτιο) αναπόφευκτα συνοδεύονταν από μεγάλη βιαιότητα, που έβαζε συχνά σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των αθλητών. Όπως αναφέρει ο Λουκιανός (Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων), ο Σκύθης διανοητής, που έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και πολλοί τον κατατάσσουν μεταξύ των επτά σοφών, δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτή τη βία και η απορία του έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν ο Σόλων τον πληροφόρησε πως οι αθλητές υποφέραν τις κλωτσιές, τις τρικλοποδιές και τα γρονθοκοπήματα του αντιπάλου, όχι γιατί κατέχονταν από μανία, ούτε γιατί προσδοκούσαν χρηματικά έπαθλα ή δώρα αλλά μόνο για τη δόξα και την υστεροφημία.
Στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή όχι μόνο δεν υπήρχαν επαγγελματίες αθλητές αλλά ούτε και άλλα έπαθλα, εκτός από κάποιο στεφάνι (από κότινο δηλαδή αγριελιά στα Ολύμπια, από μυρτιά ή άλλα φυτά). Ο Φάυλος ο Κρωτονιάτης, τρεις φορές Πυθιονίκης ήταν πλοίαρχος και ο Δωριεύς ο Ρόδιος από δύο φορές Ολυμπιονίκης και Νεμεονίκης ήταν πολιτικός.
Στους πρώτους αιώνες των αγώνων οι αποδόσεις των αθλητών βασίζονταν στην ειδική διατροφή και στην ασκητική αγωγή τους. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο (Η 12,13) τη βασική τροφή των αθλητών την αποτελούσαν ξερά σύκα, χλωρό τυρί και πληγούρι. Αργότερα όμως, σύμφωνα με τον Γαληνό (Υγιεινή Γ1) άρχισαν να τρώνε αποκλειστικά κρέας και μερικοί το παράκαναν. Αναφέρεται πως ο αθλητής Αστυδάμας έφαγε μόνος του φαγητό για εννέα άτομα! Με τον καιρό πολλοί αθλητές γίνονταν παχύσαρκοι και δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος σε αγώνες.
Πάντως μη θαρρείτε πως οι Έλληνες είχαν σε μεγάλη υπόληψη τους επαγγελματίες αθλητές. Σύμφωνα με τον Αντρέ Μπονάρ, τον συγγραφέα του περισπούδαστου τρίτομου έργου για το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, στην αρχαία Ελλάδα οι πραγματικοί ήρωες ήταν οι σοφοί της. Αυτούς τιμούσε και υπολόγιζε η κοινή γνώμη. Στην αρχαία Ελλάδα οι σοφοί είχαν τη θέση που είχαν οι προφήτες στο Ισραήλ, οι γκουρού στις Ινδίες, οι καλόγεροι στον Μεσαίωνα και οι μπίζνεμαν στη σημερινή Αμερική. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι κατέκριναν τον επαγγελματικό αθλητισμό, πως κάνει κακό στο σώμα και στο πνεύμα. Όπως δίδασκε ο Διογένης «η εκγύμναση και η προπόνηση είναι ωφέλιμες ώσπου να κοκκινίσουν τα μάγουλά σου. Τότε πρέπει να σταματάς. Αν συνεχίσεις σου κάνουν κακό και στο σώμα και στο νου».
Ο Ευριπίδης, άνθρωπος σοφός (να θυμηθούμε το δελφικό: σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ΄απάντων Σωκράτης σοφότατος), στο έργο του «Αυτόλυκος Σατυρικός» του οποίου έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα το λέει καθαρά.

ΚΑΚΩΝ ΓΑΡ ΟΝΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΚΑΘ’ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΥΔΕΝ ΚΑΚΙΟΝ ΕΣΤΙΝ ΑΘΛΗΤΩΝ ΓΕΝΟΥΣ.

Δηλαδή: Μύρια κακά υπάρχουν στην Ελλάδα / αλλά το χειρότερο είναι των αθλητών το γένος.

Παρεμπιπτόντως το ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» δεν είναι αρχαίο ελληνικό αλλά ρωμαϊκό, που το υιοθέτησαν οι Έλληνες κατά τη Ρωμαιοκρατία. Πρώτος ο Ιουβενάλιος γράφει mens sanus in corpore sano. Δεν υπάρχει παλαιότερη ελληνική μνεία του ρητού.
Μπορεί στην αρχαιότητα να μην υπήρχαν φαρμακοδιεγερτικές ουσίες, έδιναν όμως στους αθλητές να τρώνε κατά τη διάρκεια των αγώνων ψωμί που ζυμώθηκε με χυμό του φυτού μύκων ο υπνοφόρος δηλαδή με κάποιο οπιούχο υγρό (Φιλόστρατος περί γυμναστικής) ή εκχυλίσμα φυτών πλούσιων σε αλκαλοειδή, όπως η ιππουρίς (Πλίνιος ο νεώτερος). Την απουσία πάντως διεγερτικών ουσιών την αναπλήρωναν με τη δωροδοκία. Η πρώτη περίπτωση δωροδοκίας έγινε την 98η Ολυμπιάδα (το 384 π.Χ.) από τον  Θεσσαλό Εύπολο, που δωροδόκησε τους αντιπάλους του Αγήνορα, Πρύτανη και Φορμίωνα, για να τον αφήσουν να τους νικήγσει στην πυγμαχία. Και στους τέσσερις επιβλήθηκαν βαρύτατα πρόστιμα, από τα χρήματα των οποίων κατασκευάστηκαν έξι ορειχάλκινα άγάλματα του Δία. Τα αγάλματα αυτά και πολλά άλλα, ανάλογης προέλευσης, είδε ο Παυσανίας ( ) περιηγούμενος την Ολυμπία εξακόσια χρόνια μετά, και μνημονεύει τις επιγραφές που διάβασε στα βάθρα τους και οι οποίες προειδοποιούσαν τους Έλληνες να μην επιδιώκουν τη νίκη με δωροδοκίες και απειλούσαν τους παραβάτες με την οργή των θεών και αυστηρά πρόστιμα.
Κλείνω με ένα ευτράπελο επεισόδιο από κάποιους αθλητικούς αγώνες. Στον αγώνα δρόμου, που λεγόταν «στάδιον», γιατί οι αθλητές έτρεχαν 600 μέτρα (όσο ένα στάδιο δηλαδή, που πριν ταυτιστεί με τα γήπεδα ήταν μέτρο μήκους), διαγωνίζονταν πέντε αθλητές. Από την αρχή φάνηκε πως ένας από αυτούς, ονόματι Χάρμος, δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Ένας φίλος του για να του δώσει κουράγιο, άρχισε να τρέχει δίπλα του φωνάζοντας.

«Θάρσει Χάρμε!»

Αποτέλεσμα: πέμπτος ήρθε ο φίλος και ο Χάρμος τερμάτισε έκτος!

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημήτρης Γερμιώτης είναι λόγιος

Read More

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Χρωστάμε τη Δημοκρατία σε έναν αδιόρθωτο γλεντζέ

Ως γνωστόν οι δημοκρατικοί θεσμοί γεννήθηκαν στην Αθήνα και πρωτεργάτης τους ήταν ο Κλεισθένης, γιος του Μεγακλή και της Αγαρίστης. Παρά λίγο όμως αυτός ο Κλεισθένης να μη γεννιόταν ποτέ αλλά να ξεφύτρωνε στη θέση του κάποιος άλλος, που μπορεί να λεγόταν επίσης Κλεισθένης και να ήταν γιος της Αγαρίστης αλλά ο μπαμπάς του να ήταν ο Ιπποκλείδης και να μην τον ένοιαζε καθόλου η Δημοκρατία.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Εκείνο τον καιρό, τον 6ο αιώνα της Αρχαιότητας,  τύραννος της σημαντικής, τότε, πόλης της Σικυώνας (κοντά στο σημερινό Κιάτο), ήταν ο Κλεισθένης, λαϊκής καταγωγής πολιτικός, που πήρε την εξουσία υποστηριζόμενος από τους φτωχούς και μεσαίους καλλιεργητές. Όπως οι περισσότεροι τύραννοι του καιρού του, στράφηκε κατά των πλουσίων, τους έβαλε τα δυο πόδια σ΄ένα παπούτσι και ανέδειξε την Σικυώνα σε σημαντική δύναμη της Βόρειας Πελοποννήσου.
Αυτός ο Κλεισθένης είχε μια κόρη, την Αγαρίστη, την οποία, παρά την ταπεινή καταγωγή του, ονειρευόταν να την παντρέψει με κάποιον γαμπρό από ονομαστό σόι. Έτσι όταν η Αγαρίστη έφθασε σε ηλικία γάμου, (που εκείνα τα χρόνια ήταν μεταξύ 16 και 18 χρονών), ο Κλεισθένης κάλεσε στο παλάτι του τα παλικάρια των πιο ονομαστών οικογενειών ολόκληρου του Πανελλήνιου και τους φιλοξένησε αρχοντικά επί μια βδομάδα, μελετώντας το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά κάθε υποψηφίου γαμπρού. Στην πρόσκληση του Κλεισθένη ανταποκρίθηκαν πολλοί, κάπου δεκατέσσερις. Ήρθαν υποψήφιοι από την Ιταλία, ο Σμινδυρίδης από τη Σύβαρη και ο Δάμασος από την Σίρη. Από την Επίδαμνο της Αδριατικής ήρθε ο Αμφίμνηστος Επιστρόφου, ήρθαν ακόμη ένας Αιτωλός, ένας Ηπειρώτης, ένας Θεσσαλός και ένας από την Ερέτρια της Ευβοίας. Από την Πελοπόννησο φυσικά ήρθαν οι περισσότεροι, πέντε γαμπροί, με επιφανέστερο τον Λεωκύδη, γιο του Φείδωνος, βασιλιά του Άργους. Ήρθαν και δυο Αθηναίοι, ο Ιπποκλείδης Τεισάνδρου και ο Μεγακλής Αλκμαίωνος.
Από την αρχή φάνηκε η υπεροχή του Ιπποκλείδη. Εκτός του ότι καταγόταν από τους Κυψελίδες της Κορίνθου, ήταν πιο όμορφος, πιο έξυπνος και πιο αθλητικός από όλους. Ήταν επίσης μεγάλος γλεντζές, αλλά αυτό για τους Έλληνες ήταν προσόν και όχι ελάττωμα. Την τελευταία βραδιά της φιλοξενίας, ο Κλεισθένης, που είχε σχεδόν καταλήξει στην επιλογή του Ιπποκλείδη, έκανε ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι. Σ΄αυτό όμως το γλέντι, ο Ιπποκλείδης, που είχε πιεί περισσότερο από το κανονικό, μέθυσε για καλά, διέταξε έναν αυλητή να του παίζει και άρχισε να χορεύει μόνος του. Στην αρχή χόρεψε λακωνικούς χορούς, κατόπιν αττικούς, εν συνεχεία τον κόρδακα (ένα είδος τσιφτετέλι) και στο τέλος φώναξε και φέραν ένα μεγάλο τραπέζι, ανέβηκε επάνω του κι άρχισε να χορεύει πρώτα με τα πόδια κι ύστερα με  τα… χέρια, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι και κουνώντας τα πόδια του στον αέρα στο ρυθμό της μουσικής (σημείωση: οι αρχαίοι Έλληνες δε φορούσαν σώβρακα και παντελόνια).
Ο Κλεισθένης, που από την αρχή του χορού παρακολουθούσε με μεγάλη δυσφορία τα καμώματα του μέλλοντος γαμπρού, στο σημείο αυτό έχασε την υπομονή του. Έξω φρενών σταμάτησε τον αυλητή και φώναξε στον χορευτή
-- Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον! (δηλαδή: γιε του Τεισάνδρου, με το χορό σου έχασες τον γάμο)
Του Ιπποκλείδη δεν ίδρωσε το αυτί και απάντησε στον αμφιτρύωνά του.
-- Ου φροντίς Ιπποκλείδη (δε σκοτίζεται ο Ιπποκλείδης).
Έτσι ο Κλεισθένης, αφού αποχαιρέτησε τους καλεσμένους του, δίνοντας στον καθένα τους (και στον Ιπποκλείδη) πλούσια δώρα, κράτησε για γαμπρό του τον άλλον Αθηναίο υποψήφιο, τον Μεγακλή, που τον πάντρεψε με την Αγαρίστη. Από το γάμο τους γεννήθηκε ένας γιος, που πήρε το όνομα του παππού του, ο Κλεισθένης Μεγακλέους και ο οποίος πρωτοστάτησε στην εκδίωξη των Πεισιστρατιδών και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στην Αθήνα. Μια κόρη του νεώτερου Κλεισθένη λεγόταν επίσης Αγαρίστη και ήταν η γιαγιά του Περικλή.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος

Read More

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Λύχνου σβεσθέντος πάσα γυνή Λαϊς

Η Κόρινθος στην Αρχαιότητα ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις του ελληνικού κόσμου. Το εμπόριο της προσπόριζε μεγάλα πλούτη και η ζωή εκεί ήταν πολύ ακριβή σε σημείο να είναι η διαμονή σ΄αυτήν προσιτή μόνο σε πολύ πλούσιους. Τότε βγήκε η ρήση “ου παντός πλειν ες Κόρινθον” (δεν είναι για τον καθένα να πάει στην Κόρινθο). Όπως ήταν επόμενο μαζί με τους λεφτάδες μαζεύτηκαν στην Κόρινθο και γυναίκες που προσφέραν τον έρωτα με αμοιβή, από τις συνηθισμένες πόρνες, που σύχναζαν στα άλση, την αγορά ή στα χαμαιτυπεία, ως τις επιφανείς εταίρες που η συναναστροφή μαζί τους στοίχιζε μια περιουσία.
Με την ευκαιρία, αξίζει να μάθουμε πώς βγήκε η λέξη “χαμαιτυπείον” που σήμερα σημαίνει καταγώγειο ή πορνείο. Οι πόρνες της σειράς, που ψάρευαν τους πελάτες τους κάνοντας “πεζοδρόμιο” (που τότε φυσικά δεν υπήρχε) φορούσαν σανδάλια στις σόλες των οποίων υπήρχε σκαλισμένη ανάγλυφη η λέξη ΥΟΠΕ και όταν βάδιζαν στα στρωμένα με άμμο ή χώμα δρομάκια των αλσών, τυπωνόταν ανάποδα και διαβαζόταν ΕΠΟΥ (δηλαδή ακολούθα). Ο υποψήφιος πελάτης, διαβάζοντας αυτή τη λέξη, την ακολουθούσε ως το ενδιαίτημά της. Από την “τύπωση χαμαί” λοιπόν βγήκε το χαμαιτυπείον.
Τον καιρό που ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης ο επιλεγόμενος Κύων (γράψαμε γι΄αυτόν στο 2ο τεύχος του Φιστικιού)  ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίρα Λαϊς η Κορινθία. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο “όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της” ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως “τα στήθια της ήταν σαν κυδώνια” και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη. Ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη, και πάμπλουτη. Φυσικά  είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιώτερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη γνωρίσουν (με τη βιβλική σημασία του ρήματος). Ανάμεσα  στους “πελάτες” της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτής της ηδονιστικής σχολής. Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαϊς δεν τον αγαπάει, αυτός απάντησε
“ Και τα ψάρια και το κρασί δε μ΄αγαπάνε αλλά εγώ τα απολαμβάνω”
Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαϊδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε “ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν”, δηλαδή δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανοιώσω. Να σημειωθεί πως δέκα χιλιάδες δραχμές ισοδυναμούσαν με δώδεκα κιλά αργύρου, δηλαδή κάπου 680.000 σημερινές δραχμές ή 2000 ευρά. Τεράστιο δηλαδή ποσό.
Η Λαϊς, μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζύ της, δωρεάν. Ο Διογένης, τι είχε να χάσει, συμφώνησε. Η Λαϊς όμως τον υποδέχτηκε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της βρισκόταν μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του υποσχέθηκε η Λαϊς. Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως  απτόητος της ανταπέδωσε τα ίσα, λέγοντας “λύχνου σβεσθέντος, πάσα γυνή Λαϊς”.
Ύστερα όμως από αυτό το επεισόδιο η Λαϊς, μετανοημένη,  δέχτηκε και πάλι τον Διογένη, αυτή τη φορά η ίδια αυτοπροσώπως και χωρίς καμιά αμοιβή. Όταν ο διαχειριστής του Αρίστιππου το έμαθε, παραπονέθηκε  στο αφεντικό του ότι ενώ αυτός ξόδευε πολλά λεφτά για τη Λαϊδα, ο Διογένης απολάμβανε δωρεάν την εύνοιά της. Τότε ο Αρίστιππος του είπε.
“Την πληρώνω για να ευχαριστεί εμένα, όχι για να μην ευχαριστεί τους άλλους”.

 Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
 * Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Ο Σωκράτης, αυτός ο άγνωστος

Για τη ζωή του Σωκράτη όσα ξέρουμε προέρχονται κατά κύριο λόγο από τον Διογένη τον Λαέρτιο (Βίοι Φιλοσόφων) και τον Πορφύριο (Φιλοσόφου Βίος) και δευτερευόντως από τον Ξενοφώντα και τους πλατωνικούς Διαλόγους.
           Όπως φαίνεται ήταν άνθρωπος «περπατημένος» από τα νιάτα του και παρά τις μικρές οικονομικές του δυνατότητες την έζησε τη ζωή του. Αγαπούσε τις γυναίκες, τις διασκεδάσεις και το κρασί. Όταν όμως μυήθηκε στη φιλοσοφία όλα αυτά κόπηκαν. Όχι πως το έριξε στον ασκητισμό. Εξακολουθούσε να ζει όπως και πριν αλλά άπεχε των καταχρήσεων και των ηδονών, χωρίς όμως να κατακρίνει όσους εντρυφούσαν σ΄αυτές.
          Σύμφωνα με διήγηση του μαθητή του Φαίδωνα, είχε έρθει στην Αθήνα ένας διάσημος φυσιογνωμιστής από τη Συρία, ονόματι Ζώπυρος. Οι μαθητές του Σωκράτη τον οδήγησαν στο δάσκαλό τους και του ζήτησαν να εικάσει από τη φυσιογνωμία του την ψυχική ιδιοσυστασία του. Ο Ζώπυρος αφού μελέτησε το πρόσωπο του Σωκράτη αποφάνθηκε ότι πρόκειται για έτομο με περιορισμένη διανοητικότητα και έκδοτο στις σωματικές απολαύσεις και ηδονές. Ο Αλκιβιάδης ακούγοντας τον Ζώπηρο ξέσπασε σε δυνατά γέλια, ο Σωκράτης όμως του είπε πως ο φυσιογνωμιστής είχε δίκιο. Οι φυσικές προδιαθέσεις του ήταν αυτές που διέγνωσε ο Ζώπυρος, αλλά ο ίδιος είχε κατορθώσει με τη λογική και τη σκέψη να τις καταδαμάσει.
          Όπως γράφει ο Δημήτρης Κυρτάτας στο πολύ ενδιαφέρον δοκίμιό του Χόλος Γυναικός, ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος άνθρωπος στην ελληνική αρχαιότητα, που ενδιαφέρθηκε για την ψυχή της πόρνης. Είχε γνωρίσει μια πανέμορφη πόρνη τη Θεοδότη, την επισκέφθηκε στο σπίτι της, ενδιαφέρθηκε για τους πέλατες και τα έσοδα που είχε και της πρότεινε όχι μόνο τρόπους για να αυξήσει και τους μεν και τα δε, αλλά και τρόπους για να μεγαλώνει τον πόθο των πελατών της και την ηδονή που τους προσέφερε. Η Θεοδότη ενθουσιάστηκε με τις υποδείξεις του Σωκράτη και του πρότεινε να συνεργαστούν! Φυσικά ο φιλόσοφος δεν είχε σκοπό να γίνει προαγωγός. Ήθελε να κάνει τη Θεοδότη να αναζητήσει στο πρόσωπό του τη φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής. Και το πέτυχε. Η Θεοδότη ήταν έτοιμη να γίνει μαθήτριά του και ζήτησε να τον επισκεφθεί.
            Με ανάλογο τρόπο συμπεριφερόταν και σε άλλους τομείς της ζωής. Επισκεπτόταν τα εμπορικά καταστήματα, περιεργαζοταν τα εμπορεύματα αλλά δεν αγόραζε τίποτα. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό απάντησε
             -- Για να βλέπω πόσων πραγμάτων δεν έχω ανάγκη.
             Σ΄αντίθεση με το μαθητή του τον Πλάτωνα, που αποστρεφόταν τη δημοκρατία και ουσιαστικά ποτέ δεν υπήρξε πολίτης, ο Σωκράτης μετείχε ολοκληρωτικά στη ζωή της πόλης του. Και δημόσια καθήκοντα άσκησε και σε τρεις εκστρατείες πήρε μέρος, δείχνοντας όχι μόνο αξιοσημείωτη ανδρεία αλλά και μεγάλη αντοχή στις κακουχίες. Για λίγες μέρες υπήρξε Πρόεδρος των Πρυτάνεων της Βουλής (δηλαδή άσκησε καθήκοντα Πρωθυπουργού ή Προέδρου Δημοκρατίας) και όπως γράφει ο Ξενοφών ήταν ο μόνος που αντιστάθηκε στις απαιτήσεις του λαού, ο οποίος παρασυρμένος από δημαγωγούς ζητούσε από τους πρυτάνεις να εγκρίνουν παράνομες ενέργειες.
            Είχε παντρευτεί την Ξανθίππη γυναίκα αυταρχική, οξύθυμη και ζηλιάρα. Ο Σωκράτης υπέμενε τη συμπεριφορά της με αταραξία και χιούμορ. Όταν μια φορά κάλεσε για φαϊ τον Ευθύδημο, η Ξανθίππη έκανε μεγάλη φασαρία, πέταξε τα φαγητά από το τραπέζι και ο καλεσμένος σηκώθηκε να φύγει περίλυπος. Ο Σωκράτης τότε του είπε.
            -- Γιατί κάνεις έτσι; Τις προάλλες στο σπίτι σου δεν όρμησε ένα πουλί κι έκανε τα ίδια; Θυμώσαμε τότε μ΄αυτό;
            Οι μαθητές του απορούσαν γιατί ο Σωκράτης δεν επιχειρούσε με τη διδασκαλία του να βελτιώσει τους τρόπους της Ξανθίππης, εκείνος όμως τους βεβαίωνε πως επίτηδες δεν το κάνει για να εξασκείται στην υπομονή και την εγκαρτέρηση.
             Το κακό όμως απόγινε όταν ο Σωκράτης, προς το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, επωφελούμενος από νόμο που ψήφισε η Εκκλησία του Δήμου, με τον οποίο για την αντιμετώπιση της λειψανδρίας επιτρεπόταν να παντρευτεί κανείς και δεύτερη γυναίκα, παντρεύτηκε τη Μυρτώ, κόρη (ή κατ΄άλλους εγγονή) του Αριστείδη του Δίκαιου, χωρίς να χωρίσει την Ξανθίππη. Όπως ήταν φυσικό μεταξύ των δυο γυναικών ξεσπούσαν συνεχώς καυγάδες, τους οποίους ο Σωκράτης αντιμετώπιζε γελώντας, χωρίς ποτέ να επιχειρεί να τις χωρίσει, οπότε εκείνες στο τέλος συμμαχούσαν και ορμούσαν εναντίον του.
           Χαρακτηριστική του τρόπου που αντιμετώπιζε ο Σωκράτης τις κακίες, τις ύβρεις και τις διαβολές σε βάρος του ήταν η στάση του κατά την παράσταση της κωμωδίας «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, στην οποία τον διακωμωδούσε με μεγάλη εμπάθεια, όταν αυτός σηκώθηκε όρθιος για να τον βλέπουν οι θεατές, ή ακόμα η απάντηση που έδωσε, όταν ένας μαθητής του του ανέφερε πως κάποιος τον κακολογούσε στην αγορά.
         -- εμού απόντος και να με δέρει δύναται.

 Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
 * Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Πώς εκλέγανε οι Αθηναίοι τους άρχοντες τους

Η αθηναϊκή δημοκρατία έφτασε στον κολοφώνα της στα μέσα του 5ου αιώνα και η ακμή αυτή κράτησε τριάντα περίπου χρόνια, περίοδος που έμεινε στην ιστορία σαν ο χρυσός αιώνας του Περικλή. Ομως το πολίτευμα με τους ξεχωριστούς θεσμούς  του υπήρχε ήδη σαράντα χρόνια πριν από τον Περικλή και θα επιβίωνε ως την εποχή των Μακεδόνων, διακόσια χρόνια αργότερα. Εζησε δηλαδή σχεδόν τρεις αιώνες, όσο καμμιά άλλη σύγχρονη ή αρχαία δημοκρατία. Τη μεγάλη αντοχή στο χρόνο της αθηναϊκής δημοκρατίας την αποδίδουν οι μελετητές όχι μόνοστους σωστούς θεσμούς αλλά και στη μεγάλη προσαρμοστικότητα και εξελικτικότητά τους. Οι θεσμοί γεννήθηκαν από τις ανάγκες της ζωής και γιαυτό προσαρμόζονταν εύκολα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Δεν υπήρξαν εγκεφαλικά δημιουργήματα κάποιας σοφής κεφαλής, έστω κι αν αυτή ανήκε στο Σόλωνα.
Η προσαρμοστικότητα των θεσμών φαίνεται από την εξέλιξη του θεσμού του βασιλιά. Σε πλήρη δημοκρατία, τον καιρό του Περικλή, κληρωνόταν κάθε χρόνο ο άρχων βασιλεύς, μακρυνός απόηχος των μυκηναίων ανάκτων, που τελευταίος τους υπήρξε ο Κόδρος. Ο θεσμός δεν καταργήθηκε. Εξελίχτηκε σε ένα ανώδυνο για τη δημοκρατία αξίωμα με θρησκευτικές τελετουργικές αρμοδιότητες.
Μπορεί να θεωρείται ο Κλεισθένης ιδρυτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, βασίστηκε όμως στη νομοθεσία που θέσπισε ο Σόλων, που είναι χωρίς αμφιβολία ο πατέρας της δημοκρατίας. Οταν ο Σόλων συνέταξε τους νόμους του δεν είχε και πολλές αυταπάτες για την αποτελεσματικότητα τους. “Ο νόμος” έλεγε “μοιάζει με τον ιστό της αράχνης. Τα μικρά και τα αδύνατα πιάνονται σ’αυτόν, ενώ  τα ισχυρά τον σχίζουν και περνούν”. Ακόμα ένα δείγμα ευθύτητας και παρρησίας, που χαρακτήριζαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
Η δημοκρατία που καθιέρωσε ο Κλεισθένης, μετά την εκδίωξη των Πεισιστρατιδών, ήταν σχετικά πλουτοκρατικό και ολογαρχικό σύστημα, είχε όμως σωστούς και εξελίξιμους θεσμούς και με τις μεταρρυθμίσεις που έκαναν ο Ευβουλος, ο Εφιάλτης και ο Περικλής, μεταμορφώθηκε σε πραγματικά «λαοκρατικό» καθεστώς.
Το πολίτευμα λοιπόν της αρχαίας Αθήνας όπως διαμορφώθηκε μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή, ήταν η άμεση δημοκρατία. Η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η λαϊκή συνέλευση όλων των αθηναίων πολιτών από 20 χρονών και πάνω, μετά το 462 πΧ είχε συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες και τις ασκούσε με τα διάφορα όργανα, που αυτή όριζε ή έλεγχε. Είχε όχι μόνο νομοθετικές εξουσίες αλλά και εκτελεστικές και σε ορισμένες περιπτώσεις, (εσχάτη προδοσία, ασέβεια κ.ά,), μεταβαλλόταν σε ανώτατο δικαστήριο, πράγμα πού έκανε τον Αριστοτέλη να τη χαρακτηρίσει «μυριοκέφαλη τυραννία».
Στην Εκκλησία του Δήμου, που συνεδρίαζε 40 φορές το χρόνο, μπορούσε να πάρει το λόγο ο κάθε πολίτης και όσο μιλούσε και ό,τι κι αν έλεγε, κανείς δε μπορούσε να τον διακόψει ή να τον σταματήσει. Ήταν η περίφημη ισηγορία.
Η εκκλησία του Δήμου εξέλεγε τα 500 μέλη της Βουλής. Οι βουλευτές βγαίναν με κλήρο από 1000 εκπρόσωπους των 170 δήμων της Αττικής, (100 για κάθε φυλή), που ονομάζονταν πρόκριτοι και εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία για ένα χρόνο. Οι 500 που δεν κληρώνονταν βουλευτές, μέναν αναπληρωματικοί και ονομάζονταν επιλαχόντες.
Από τους 500 βουλευτές, που παίρναν μια μικρή χρηματική αποζημίωση τριών οβολών τη μέρα, κληρωνόταν η πρυτανεία, από 50 μέλη, η οποία για διάστημα 35 ημερών αποτελούσε την κυβέρνηση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι πρυτάνεις όσον καιρον ασκούσαν τα καθήκοντα τους μέναν στο Πρυτανείο με έξοδα του κράτους. Ενας από αυτούς οριζόταν για μια ή δυό το πολύ μέρες Γραμματεύς της Βουλής, δηλαδή πρωθυπουργός.
Η Βουλή ήταν το συμβουλευτικό όργανο της Εκκλησίας του Δήμου. Κάθε νόμος για να ψηφιστεί από την τελευταία έπρεπε να προετοιμαστεί και να συζητηθεί από τη Βουλή, που έβγαζε το προβούλευμα. Γιαυτό τα νομοθετήματα που ψήφιζε η Εκκλησία του Δήμου άρχιζαν πάντα με τη φράση: "ΕΔΟΞΕ Τω ΔΗΜΩ ΚΑΙ Τη ΒΟΥΛΗ"
 (δηλαδή, φάνηκε σωστό στο Λαό και στη Βουλή).
Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε ότι πηγή και φορέας όλων των εξουσιών ήταν η λαϊκή συνέλευση, η Εκκλησία του Δήμου. Οτι όλα τα αξιώματα ήταν συνήθως ενιαύσια και προσιτά σε όλους τους πολίτες. Οτι πολλοί άρχοντες βγαίναν με κλήρωση, που σημαίνει ότι από τη στιγμή που κάποιος γεννήθηκε αθηναίος πολίτης είχε εν δυνάμει εκλεγεί σε πολλά αξιώματα και απλά περίμενε πότε θα κληρωθεί σε ένα από αυτά. Σημαίνει επίσης ότι όλοι οι πολίτες, πλούσιοι ή φτωχοί, θάρχοταν κάποτε η ώρα να κληρωθούν ή να εκλεγούν σε κάποιο αξίωμα.
Τις δικαστικές αρχές αποτελούσαν δύο μεγάλα δικαστήρια, ο Αρειος Πάγος, το παλιό ανώτατο δικαστήριο, που στα χρόνια της δημοκρατίας είχε χάσει πολλές από τις αρμοδιότητές του και η Ηλιαία το λαϊκό δικαστήριο, που το απαρτίζαν 6000 μέλη τα οποία βγαίναν με κλήρωση από όλους τους πολίτες για ένα χρόνο και παίρναν επίσης ημερήσια αποζημίωση τριών οβολών. Η ηλιαία χωριζόταν σε δέκα τμήματα από 600 δικαστές το καθένα και επιλαμβανόταν με όλες τις ποινικές και αστικές περιπτώσεις. Υπήρχαν όμως και μικρότερα ή και ειδικά δικαστήρια.
Τις διοικητικές αρχές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας τις όριζε επίσης, με κλήρωση ή με ψηφοφορία, η Εκκλησία του Δήμου. Τις αποτελούσαν:
Οι εννέα άρχοντες, που που μετά το 462 πΧ είχαν χάσει κάθε ουσιαστική εξουσία και ασκούσαν μόνο τελεουργικά καθήκοντα. Οι εννέα άρχοντες κληρώνονταν ανάμεσα στους πλούσιους, (πεντακοσιομέδιμνους) και ήταν: Ο επώνυμος άρχων, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέται. Μετά τη θητεία τους, που ήταν για ένα χρόνο, γίνονταν ισόβια μέλη του Αρείου Πάγου.
Οι δέκα αστυνόμοι, που είχαν καθήκοντα τήρησης της τάξης και  είχαν υπό τις διαταγές τους ένοπλα τμήματα σκυθών ή θρακών δούλων.
Οι δέκα επισκευασταί των ιερών, που φρόντιζαν για τη συντήρηση των ναών, οι πέντε οδοποιοί, οι πέντε νεωροί, ο επιμελητής των κρηνών, υπεύθυνος για την ύδρευση της πόλης και οι αρχιτέκτονες επί τας ναυς, που ευθύνονταν για τη ναυπήγηση και συντήρηση των πολεμικών σκαφών.
         Οι οικονομικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας ορίζονταν επίσης με κλήρωση για ένα χρόνο από την Εκκλησία του Δήμου και ήταν: οι δέκα ελληνοταμίαι, οι δέκα ταμίαι της Αθηνάς, οι δέκα ταμίαι των άλλων θεών, ο επί των θεωρικών, οι δέκα σιτοφύλακες, οι δέκα πωληταί και οι δέκα αποδέκται.
Τέλος τις στρατιωτικές αρχές τις αποτελούσαν οι δέκα στρατηγοί, που εκλέγονταν, (ένας για κάθε φυλή), για ένα χρόνο χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, (αυτό το τελευταίο καταργήθηκε μετά το 440 πΧ), οι δέκα ταξίαρχοι, οι δέκα φύλαρχοι, οι δύο ίππαρχοι και ο ταμίας των στρατιωτών.
Στρατηγοί μπορούσαν να εκλεγούν από όλες τις τάξεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις μεγάλων εθνικών κινδύνων, ένας στρατηγός περιβαλλόταν με μεγάλες, σχεδόν δικτατορικές, εξουσίες, πάντα με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και τότε ονομαζόταν στρατηγός αυτοκράτωρ.
Τα κύρια θεσμικά γνωρίσματα της δημοκρατίας όμως δεν ήταν τα αξιώματα αλλά οι λειτουργίες της: Η μικρή διάρκεια της εξουσίας, (το πολύ ένα χρόνο, ανκαι οι πρυτάνεις κυβερνούσαν μονάχα λίγες βδομάδες και ο γραμματέας της Βουλής, δηλαδή ο πρωθυπουργός, μια ή δύο μέρες!). Η συνεχής εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Το προσιτό της εξουσίας σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από καταγωγή ή περιουσία. Η αιρετότητα των αρχόντων, με μυστική ψηφοφορία ή κλήρωση. Η γραπτή νομοθεσία, με νόμους που επεξεργαζόταν η Βουλή και ψήφιζε η λαϊκή συνέλευση. Η ανεξαρτησία και η λαϊκή βάση της δικαιοσύνης
Υπήρχαν όμως κι άλλοι θεσμοί που δίναν στην αθηναϊκή δημοκρατία τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του δικαίου και της ευνομίας.
Ένας από αυτούς ήταν ο θεσμός των δοκιμασιών: κανείς πολίτης δε μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα για να εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα αν προηγουμένως δεν περνούσε ευνοϊκά από εξ δοκιμασίες.
Συγκεκριμένα έπρεπε να αποδείξει:
- Ότι είναι γνήσιος αθηναίος πολίτης.
- Ότι υπηρέτησε στο στρατό και πήρε μέρος σε εκστρατείες.
- Ότι πλήρωνε ταχτικά τους φόρους.
- Ότι ήταν έντιμος και δεν είχε καταδικαστεί ποτέ για ατιμωτικό αδίκημα.
- Ότι ήταν ευσεβής.
- Ότι η συμπεριφορά του προς τους γονείς του ήταν άψογη.
Οι δοκιμασίες αυτές ήταν ουσιαστικές και εξονυχιστικές και γίνονταν οι τρεις πρώτες από τη Βουλή και οι άλλες τρεις από τα δικαστήρια. Με τις δοκιμασίες αυτές είναι φανερό πως πολλοί φαύλοι αποκλείονταν εξ αρχής από τη δυνατότητα να εκλεγούν.
Ένας άλλος σημαντικός θεσμός ήταν των λειτουργιών, που ήταν ένα είδος τιμητικής φορολογίας. Η Εκκλησία του Δήμου ανέθετε σε κάποιον πλούσιο πολίτη να εξοπλίσει ένα πολεμικό σκάφος, να χρημοτοδοτήσει το ανέβασμα μιας τραγωδίας (από εκεί βγήκε και οόρος χορηγός) και γενικά να κάνει κάποιο κοινωφελές έργο χωρίς ελπίδα κερδους εκτός από την αναγραφή του ονόματός του σε τιμητική στήλη.
Ο οριζόμενος είχε δικαίωμα να αρνηθεί, αλλά με τον όρο να υποδείξει άλλον, πλουσιώτερο κατά τη γνώμη του, που κι αυτός με τη σειρά του μπορούσε να ζητήσει την ανταλλαγή των περιουσιών τους αν ισχυριζόταν πως δεν ήταν τόσο πλούσιος. Η ανταλλαγή αυτή λεγόταν αντίδοσις.
Τρίτος τέλος θεσμός ήταν ο οστρακισμός,  με τον οποίον μπορούσε η Δημοκρατία να απομακρύνει από την πολιτική σκηνή όποιον η κοινή γνώμη θεωρούσε πως με την πολιτεία του ή και απλώς λόγω εξαιρετικής δημοφιλίας, μπορούσε να γίνει επικίνδυνος για τους θεσμούς και το πολίτευμα. Ο οστρακισμός καθιερώθηκε τι 508 από τον Κλεισθένη για να αποκλείσει την επανάληψη της τυρανίας. Αποφασιζόταν ύστερα από σχετική δημόσια καταγγελία από την Εκκλησία του Δήμου, που εκτάκτως συνεδρίαζε στην Αγορά και όχι στην Πνύκα. Ακολουθούσε ψηφοφορία όλων των πολιτών που γράφανε το όνομα του υποψήφιου για οστρακισμό πάνω σε κομμάτια πήλινων σκευών, (όστρακα). Αν τα γραμμένα όστρακα ήταν περισσότερα από το μισό των ψηφισάντων ο καταδικασμένος έπρεπε να φύγει σε τρεις μέρες από την Αττική και να μείνει σε υπερορία για δέκα χρόνια, μετά τα οποία ξαναγύριζε, χωρίς άλλες συνέπειες στα πολιτικά του δικαιώματα, στην περιουσία ή στην οικογένειά του.
Ήταν λοιπόν ο Δήμος Αθηναίων αληθινή Δημοκρατία; Πολλοί το αρνούνται, προβάλλοντας ισχυρά επιχειρήματα. Ομως τί είναι δημοκρατία; Στο ερώτημα αυτό απαντα ο Περικλής στον “Επιτάφιο”: “Το να κυβερνάν όχι οι λίγοι αλλά οι πολλοί, αυτό το λέμε δημοκρατία”, ( Το ουχί ες ολίγους αλλ’ες πλείονας οικείν, δημοκρατία κέκληται). Το ζήτημα είναι τί εννοούμε λέγοντας “πολλοί”.
Το αντίθετο της δημοκρατίας είναι η ολιγαρχία, στην οποία κυβερνούν οι λίγοι. Η αντίληψη ότι δεν είναι σωστό να κυβερνούν την πολιτεία οι πολλοί, ο όχλος, ο αδαής λαός, αλλά οι λίγοι εκλεκτοί, οι άριστοι, είναι πανάρχαιη και εκφράστηκε πιο καθαρά από τον Πλάτωνα. Το θέμα είναι ποιοί είναι αυτοί οι άριστοι, από πού αντλούν το δικαίωμα να κυβερνούν και βάσει ποιας λογικής αρνούνται το δικαίωμα αυτό στον απλό λαό.
Οι κάθε είδους και ονομασίας ολιγαρχικοί δέχονται ως κριτήριο για να καταταγεί κάποιος στους αρίστους είτε την καταγωγή είτε τον πλούτο είτε τη μόρφωση και υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν οι άριστοι το παίρνουν είτε από τους θεούς, είτε από την ιστορική ή κοινωνική αναγκαιότητα είτε από άλλες εξ ίσου νεφελώδεις και αυθαίρετες πηγές.  Στην πραγματικότητα μοναδική πηγή της εξουσίας των αρίστων ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων η απροκάλυπτη ή συγκεκαλυμένη βία.
Στις διάφορες μορφές δημοκρατίας αντίθετα, αυτοί που κυβερνούν εκλέγονται από κάποιους άλλους. Ο τρόπος που εκλέγονται και ο αριθμός αυτών που έχουν το δικαίωμα εκλογής ποικίλει φυσικά, ανάλογα με τη μορφή της δημοκρατίας, πάντως όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των εκλεγόντων, όσο πιο μεγάλη είναι η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους κι όσο πιο εύκολη είναι η διαδικασία, τόσο πλατύτερη είναι η δημοκρατία.
Βέβαια η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν κάποιο ιδανικό πολίτευμα. Είχε πολλά και σοβαρά τρωτά και μειονεκτήματα, όχι όμως αυτά που τονίζουν ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας ή ο Ξενοφώντας. Ο πρώτος ήταν προκατειλημένος εναντίον της κι οι άλλοι δύο απροκάλυπτοι εχθροί της. Αυτούς τους ενοχλούσε η παντοδυναμία της Εκκλησίας του Δήμου, το ευμετάβλητο των διαθέσεων και αποφάσεων του λαού και το νεωτεριστικό πνεύμα που κυριαρχούσε παντού.
Τα πραγματικά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που την οδήγησαν τελικά στην ήττα, με δραματικές συνέπειες για όλον τον ελληνισμό ήταν άλλα.
Πρώτα πρώτα ήταν ο αποκλεισμός των γυναικών από κάθε είδους κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα. Οι αθηναίες δεν είχαν κανένα πολιτικό και ελάχιστα κοινωνικά δικαιώματα, σ’αντίθεση με τις γυναίκες της Σπάρτης, του Αργους, της Λέσβου, της Κρήτης  και άλλων ελληνικών περιοχών.
Ακόμα η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν φιλοπόλεμη και επεκτατική. Δε μπορούσε να κάνει αλλοιώς. Στην αρχαιότητα το κυριώτερο μέσο παραγωγής ήταν η γη. Η Πολιτεία έχοντας για στήριγμα της τους ελεύθερους μικροκαλιεργητές, έπρεπε να φροντίζει να έχουν όλοι τους επαρκείς κλήρους γης. Όταν η γη της Αττικής δεν επαρκούσε πια, η Δημοκρατία έκανε πολέμους, προσαρτούσε νέα εδάφη και εγκαθιστούσε σ’αυτά αθηναίους κληρούχους. Οι συνεχείς όμως πόλεμοι, που δεν τους έκανε με μισθοφορικά στρατεύματα αλλά με δικό της στρατό από αθηναίους πολίτες, υπονόμευε την ίδια την κοινωνική της βάση, γιατί οδηγούσαν τους πολίτες στην οικονομική καταστροφή.
Τέλος η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν υπερβολικά τοπικιστική. Μολονότι της δόθηκε η ευκαιρία να συνενώσει σε μια πολιτική ενότητα το σύνολο σχεδόν της Ελλάδας, δεν είχε την διορατικότητα, την ευρύτητα του πνεύματος και την οργανωτική ικανότητα να το κάνει, αρετές που αργότερα μόνο η Ρώμη επέδειξε. Ακόμα και οι ξένοι που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και που στο τέλος του 5ου αιώνα αποτελούσαν σχεδόν τους μισούς κατοίκους του Αστεως, δεν απόχτησαν ποτέ δικαιώματα αθηναίου πολίτη.
Αυτά τα σοβαρά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας την οδήγησαν σε αδιέξοδα και προκάλεσαν την παρακμή της. Παρ’όλα αυτά ήταν το πιο γόνιμο σε θεσμούς και ιδέες, (που γνώρισαν παγκόσμια ακτινοβολία και έχουν διαχρονική ισχύ), πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της ιστορίας.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Ψαχνοντας τις Ρίζες μου

Όλα τα στοιχεία και τα ιστορικά γεγονότα είναι παρμένα από το Βιβλίο "ΓΙΑΤΙ" του εξόχου αφηγητή των χωριών του Ζάρακα. ΚΟΚΚΟΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Έκδοση του 1992 Γεώργιος Λ. Κόκκορης Κρήτης 26 - Βριλήσσια Αθήναι Τ.Κ. 15235 Τηλ: 6010783

Το γένος της Μητέρας μου

Ο Παππούς

ΦΡΙΤΖΗΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ του ΛΑΜΠΡΟΥ

1888-1970

Ένας από τους Ρηχιώτες αγροτοκτηνοτρόφους αγωνιστές Πατεράδες της γενιάς μας που για την πατριωτική του στάση που τήρησε η οικογένεια του στην αντίσταση οι Χίτες του παρακράτους κατέστρεψαν όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, με το πλιάτσικο και τη φωτιά. Τον προφυλάκισαν βάρβαρα, και τον βασάνισαν δέρνοντας τον μέχρι αναισθησίας χωρίς οίκτο κα έλεος φωνάζοντάς τον ΕΑΜΟβούλγαρο. Και εκείνος τους απαντούσε με αγανάχτηση. «Εμένα ρε με λέτε ΕΑΜΟβούλγαρο που πολέμησα δέκα χρόνια εναντίον τους σώμα με σώμα, για την λευτεριά της Πατρίδας. Και όμως αυτό εξαγρίωνε τους θλιβερούς προσκυνημένους και τον βασάνισαν χειρότερα. Εκεί είχαν κατρακυλήσει οι εθνοσωτήρες της δεξιάς μας τότε και βασάνιζαν του γέρους πολεμιστές γονείς των πατριωτικών αγώνων του έθνους, γιατί είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με τα πατριωτικά αισθήματα και τα ιερά και όσια της φυλής μας κληροδοτήματα. Ξεσπούν τα ανθρωπάκια της υποτέλειας στους γέροντες και στις αδύναμες γυναικούλες διότι δεν είχαν τα κότσια να ανέβαιναν στα βουνά να τα βάλουν με τους αγωνιστές. Αυτό γιατί αργότερα όταν θα άδειαζαν τα χωριά από τον κόσμο και θα τα κατέστρεφαν και θ' αφαιρούσαν την δυνατότητα στήριξης, από τις τέλεια εξοπλισμένες κι άπειρα υπέρτερες δυνάμεις των μεγάλων αφεντάδων, και το άφθονο χρήμα. Ο γεροφριντζήλας ήπιε κι αυτός το πικρό ποτήρι της απογοήτευσης όταν έμαθε τον θάνατο του γιου του αγωνιστή Λάμπρου που πιάστηκε αιχμάλωτος και εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τους αντιπάλους, που ήθελαν μόνο νεκρούς και όχι αιχμαλώτους. Είχε προηγηθεί η κατάσχεση στο κοπάδι του με τα γιδοπρόβατα που με αυτά είχε αναθρέψει τα παιδιά του, και τα λάτρευε και εκείνα το ίδιο όπως και όλοι οι ξομάχηδες κτηνοτρόφοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν κοντά σε αυτά απολαμβάνοντας την ηρεμία και τον καθαρό αέρα της υπαίθρου. Είδε με χτυποκάρδι τον γιο του Γιώργο να βγαίνει ζωντανός από την θύελλα της αδελφοσφαγής και έκλαιγε από συγκίνηση. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια πικραμένος για την άδικη μεταχείριση που του επιφύλαξαν οι μικροί αλλά άκρως επικίνδυνοι της ολιγάριθμης ομάδας των συγχωριανών του, της άκρας δεξιάς, της εξουσίας. Πέθανε το 1970. Του είχαν μοιάσει τά παιδιά. Και έγιναν πατριώτες. Του καταστρέψαμε το βιός, οι θλιβεροί προδότες. Στα νιάτα ήταν ο αγωνιστής- Ήταν αγνός πολεμιστής. Τους Τούρκους και τους Βούλγαρους , τους είχε πολεμήσει. Για δέκα χρόνια συνεχώς - Χωρίς να σταματήσει Και Βούλγαρο τον βρίζανε - Αυτοί που προσκηνήσανε Ποιοι δώσανε την εντολή - Και τον προφυλακίσανε; Τον γέροντα αγωνιστή - Γιατί τον βασανίσανε; Ενέργεια αίσχους και ντροπής - Κύριοι της επιτροπής.

Η Γιαγιά

ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ ΜΑΡΙΑ του ΙΩΑΝΝΟΥ

1895- 1997

Μία από ης αγροτοκτηνοτρόφισσες μανάδες των αγωνιστών της Ρηχιάς που υπάρχει ακόμα ανάμεσά μας, και μας διηγείται της ζωής της τα γυρίσματα και τα παράξενα καμώματα. Είναι η σκληραγωγημένη κυρά Μαρία που έζησε και ανάθρεψε τα παιδιά της στην Ρηχιά και εργαζόταν στα «καρίκια» που βρίσκονταν νότια των Πισταμάτων που είναι τα χωράφια τους και τα στανοτόπια τους. Πήγαινε με τα πόδια της διανύοντας περπατώντας την άκρως κακοδιάβατη και μακρινή απόσταση, και συνήθως φορτωμένη. Είναι μια από τις Ζαρακίτισσες μανάδες που γέννησαν και ανάθρεψαν με το κουρασμένο γάλα τους τους αγνούς αγωνιστές της αντίστασης σαν και το Λάμπρο της που τον δολοφόνησαν αφού έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια των αντιπάλων του και δεν καταδέχτηκαν να εξετάσουν μήπως δεν έπρεπε σύμφωνα με τους πολεμικούς κανόνες. Οι φονιάδες των Αγγλοαμερικανών δεν θελαν ζωντανούς αιχμαλώτους, θελαν μόνο νεκρούς. Είδε η μάνα αυτή να βασανίζουν απάνθρωπα και τον άλλο της γιο το Γιώργο μέχρι αναισθησίας καθώς και τον άνδρα της και να τον βασανίζουν αγριότερα όταν τους απαντούσε. Εμένα ρε με φωνάζετε βούλγαρο, που τους πολέμησα για οχτώ χρόνια σώμα με σώμα; Η μάνα αυτή έχει μια ιδιαιτερότητα, διότι σε μια από τις διαδρομές της από τα καρίκια στη Ρηχιά που ήταν στο μήνα της για να τεκνοποιούσε, από ημέρα σε ημέρα δεν καθόταν στο σπίτι της και την έπιασαν οι πόνοι όταν έφτασε στη θέση μονοπάτι στη «Ράχη του μίνι», γέννησε δυο παιδιά δίδυμα μόνη της χωρίς κανενός τη βοήθεια, έκοψε μόνη της τους ομφάλιους λώρους, τα πήρε στην ποδιά της και έφτασε στο σπίτι της διανύοντας την απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι και εκεί που έφτασε δεν την περίμεναν γιατροί και νοσοκόμοι, αλλά οι γειτόνισσες με τα πρακτικά βοηθήματα για την ίδια και τα νεογέννητα. Τί άλλο από γενναιότητα ήταν αυτή η περίπτωση αυτής της αγροτοκτηνοτρόφισσας του Ζάρακα; Αυτής της σκληροτράχηλης λεβεντομάνας που αγωνιστές ανάθρεψε με τον ιδρώτα και με το αίμα της για να της τα βασανίσουν και να της τα δολοφονήσουν οι προσκυνημένοι νάνοι που λέρωσαν της χώρας μας την ιστορία; Είναι πολύς ο χώρος που χρειάζεται για να χωρέσουν τα περιστατικά αυτής της αγωνίστριας και σταματώ εδώ. Στα χέρια ποιος μας κράτησε - Και μας πρωτοτραγούδησε; Και ποιος μας πρωτοφίλισε - Και μας γλυκονανούρισε; Ποιανού χέρι κρατήσαμε - Στα πρώτα βήματα μας Και όταν παίζοντας πέσαμε - Ποιος έτρεξε κοντά μας; Η Μάνα μας λαχτάρισε - Και ήρθε να μας σηκώσει Να μας χαϊδέψει τρυφερά - Και θάρρος να μας δώσει. Ποιος είναι που αμφισβητεί - Της μάνας την φροντίδα Να δώσει θάρρος στα παιδιά - Παρηγοριά κι ελπίδα; Η Μάνα που αναφέρω εδώ - Η σκληραγωγημένη Πάλεψε ασταμάτητα - Και νιώθει ευτυχισμένη.

Σημειωση:

Η μητέρα

ΚΥΡΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ

1928-1996

Σημειωση Ι: Αλλά και σε πιο πρόσφατες εποχές, η κόρη της, η κυρά Γιαννούλα, "η μητέρα μας", σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών, ξεγέννησε το μικρότερο αδελφό μου το μήνα θεριστή στο δρόμο που οδηγούσε απ’ το αλώνι όπου δούλευε μέχρι την ώρα της γέννας καθ’ οδό προς το σπίτι με τη βοήθεια και συμπαράσταση, κάποιας γειτόνισσας που αυτοδιορίστηκε μαία. Η μαμή κατέφθασε πολύ αργότερα. Σημειωση ΙΙ: Η Κυρά Γιαννούλα δεκαεννιάχρονη έφηβη ερωτεύτηκε επίσης δεκαεννιάχρονο έφηβο απο την Ελίκα, στρατολογημένο από τους χίτες του Μπρατίτσα. Κυνηγημένοι η μεν από την οικογένεια ο δε από την ομάδα του, βρήκαν καταφύγιο στο μικρό και απόμερο οικισμό τα Βουβουτσέλια (Παναγίτσα). Ήταν προοίμιο της εθνικής συμφιλίωσης;

Ο αδικοχαμένος Θείος

ΦΡΙΤΖΗΛΑΣ ΛΑΜΠΡΟΣ του ΙΩΑΝΝΟΥ

1924-1949

Ο Λάμπρος Ιωάννου Φριτζήλας ήταν ένα από εκείνα τα αγνά απολύτως αθώα τσοπανόπουλα της δικής μας γενιάς που τα ανέθρεφαν οι απλοϊκοί και αγράμματοι γονείς τους με τις αρχές της Ελληνοχριστιανικής θρησκείας, τους αυστηρούς παραδοσιακούς μας οικογενειακούς κανόνες και την ανιδιοτελή φιλοπατρία. Είχε αναθραφεί με πολλές στερήσεις και σκληρές συνθήκες διαβίωσης και ήταν προσαρμοσμένος στην σκληρή ζωή των νέων που ζούσαν τότε στα απομονωμένα χωριά του Ζάρακα που δεν είχαν την υποδομή που έχουν τώρα. Δεν υπήρχαν δρόμοι, ρεύμα και γενικά τα σημερινά μέσα επικοινωνίας. Πήγαινε με τα πόδια του περπατώντας από τη Ρηχιά στα καρύκια που είχαν τα στανοτόπια τους και όχι με την κατάλληλη ενδυμασία και ποδεμή. Όλος ο γνωστός κόσμος μέχρι τότε για τον Λάμπρο ήτανε από τα καρύκια, μέχρι τα Μπελεσέϊκα, της Ρηχιάς. Είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους κάτι για τους Κολοκοτρώνηδες, Παπαφλέσσηδες και Διάκους, που πολεμήσανε τους Τούρκους. Του είχε διηγηθεί και ο Πατέρας του τις πολεμικές του περιπέτειες στον Μικρασιατικό πόλεμο που είχε πάρει μέρος τότε που ήταν νέος και τον κάλεσε η Πατρίδα. Όταν κι αυτός άκουσε ότι στα κοντινά βουνά υπήρχαν κάτι πατριώτες που τους λέγανε αντάρτες και πολεμούσαν τους καινούργιους κατακτητές υπάκουσε στον άγραφο νόμο του καθήκοντος και δεν δίστασε αυτό το καθαρόαιμο Ελληνόπουλο της υπαίθρου με την λεβέντικη κορμοστασιά να δώσει το παρών του. Και να διαθέσει με ανιδιοτέλεια και εθελοντικά τα ξέγνοιαστα και ωραία του νιάτα για τον αγώνα της λευτεριάς. Αυτή του η απόφαση ήταν που στοίχισε στον Πατέρα του υλική καταστροφή και φριχτά βασανιστήρια και θάνατο από τους δοσίλογους της κατοχής όταν εκ των υστέρων έγιναν οι εθνοσωτήρες και οι θεματοφύλακες των ιδανικών της φυλής μας. 'Ήταν τότε που το παρακράτος της δεξιάς δεν σταματούσε μπροστά σε τίποτα. 'Ήταν τότε που ο κάθε πατέρας σαν και εκείνον τον ξωμάχο τον Μπάρμπα Γιάννη τον Φριτζήλα που και αυτός είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρά Ασίας, έπρεπε να τιμωρούνται με τρόπο κανιβαλικό για την στάση των παιδιών τους. Ήταν τότε που οι Χίτες θέλαν να πείσουν τον κόσμο, ότι έπρεπε να τιμωρούνται εκείνοι οι πατεράδες που δεν συμβούλεψαν τα παιδιά τους να προσκυνήσουν τους δυνατούς κατακτητές πηγαίνοντας μαζί τους και να πρόδιναν την πίστη τους και τα ιδανικά τους. Ήταν τότε που εν ονόματι του βασιλέως διαπομπεύτηκαν και εξοντώθηκαν πολλοί γονείς διότι είχαν κάνει το λάθος κατά τη γνώμη των ανθρωποκυνηγών της δεξιάς και είχαν γαλουχήσει τα παιδιά τους με το αίσθημα της τιμής και του πατριωτικού καθήκοντος. Αυτό είχε κάνει α ο Μπάρμπα-Γιάννης ο Φριτζήλας και το πλήρωσε πολύ ακριβά αγαπητέ μου αναγνώστη.  Μετά την απελευθέρωση η ζωή του Λάμπρου έγινε πολύ δύσκολη διότι οι παρακρατικοί χτύπησαν την οικογένεια αδίσταχτα με πολλούς τρόπους. Τον καταδίωξαν μανιωδώς τον αγωνιστή, ο οποίος αναγκάστηκε να πιάσει πάλι το όπλο του αντάρτη. Το 1946-47, ήταν στο λόχο του Τάκη Γεωργόπουλου από το Βλαχιώτη, και το 1948 αποσπάστηκε  στον λόχο του Γιώργου Γκοβάτσου από τη Μεταμόρφωση Λοχίας. Τον Ιούνιο του 1949 κατά τις επιχειρήσεις της 9ης Μεραρχίας έπεσε σε ενέδρα και πιάστηκε αιχμάλωτος στην Θέση Αμυγδαλιά Πελετών όπου και τον εξόντωσαν αμέσως. Είχαν προηγηθεί τρομερές κακοποιήσεις των γονέων του και η κατάσχεση κάθε κινητού περιουσιακού στοιχείου. Ο γέρος πατέρας του δάρθηκε μέχρι αναισθησίας από τους Χίτες, η μάνα του κλείστηκε για οκτώ μήνες φυλακή, η κακομεταχείριση δεν σταμάτησε μέχρι και της καταστροφής του σπιτιού τους και του στανοτοπιού τους. Ο Λάμπρος σαν ξεκίνησε - Και μπήκε στον αγώνα 'Ήταν πεντακάθαρος - Κρυστάλλινη σταγόνα. Ήταν το τσοπανόπουλο - Το σκληραγωγημένο Σαν το πουλί ελεύτερο - Ήτανε μαθημένο. Ήταν αγνός και τίμιος - Που πάντα στους αγώνες Για λευτεριά και προκοπή- Τίμησε τη φυλή του.

Σημείωση:

Ήταν ένα όμορφο παλικάρι, λεβέντικη κορμοστασιά. View Larger Map
Read More

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Μια άλλη Ασπασία, η Μιλτώ από τη Φώκαια,

Όλοι, λίγο πολύ, έχουμε ακουστά την Μιλησία Ασπασία, την κόρη του Αξιόχου, την εταίρα, που στάθηκε η συντρόφισσα και κατόπιν γυναίκα του Περικλή, κατά τα τελευταία δεκάξι χρόνια της ζωής του και ουσιαστική κυβέρνησε μαζί του την Ελλάδα. Λίγοι όμως ξέρουν μιαν άλλην Ασπασία, κατά μία γενιά νεώτερη της πρώτης, που καταγόταν κι αυτή από την Ιωνία.
Πρόκειται για την Ασπασία της Φωκαϊδα, την κόρη του Ερμοτίμου, που για το χρώμα της επιδερμίδας της τη φωνάζανε Μιλτώ (δηλαδή Ροδούλα ή Τριανταφυλλένια).. Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, που συδύαζε όμως το κάλλος του σώματος με την ομορφιά της ψυχής και την εξυπνάδα του μυαλού της. Όταν ο Κύρος ο νεώτερος (αυτός του Δαρείου και της Παρυσάτιδος) έγινε σατράπης της Ασίας (δηλαδή της Δυτικής Μικρασίας) ακούγοντας για την ομορφιά της Ασπασίας την πήρε στο «χαρέμι» του. Η Ασπασία οδηγήθηκε αναγκαστικά στην αυλή του σατράπη αλλά με τη σύνεση, την αξιοπρέπεια και τη σεμνότητά της κέρδισε όχι απλώς την εκτίμηση αλλά τον παράφορο έρωτα του Κύρου, που στο τέλος παράτησε τις άλλες γυναίκες του «χαρεμιού» του και ζούσε με την Ασπασία σαν κανονικό ελληνικό ζευγάρι. Στο τέλος και η Ασπασία τον αγάπησε και ανταπέδωσε τον έρωτά του. Και όχι μόνο αυτό. Ο Κύρος τη θεωρούσε ισότιμή του, συζητούσε μαζί της όλες τις υποθέσεις της σατραπείας, ακολουθούσε  τις συμβουλές της, που τις εύρισκε πάντα σωστές και γενικά της συμπεριφερόταν όπως ο Περικλής την άλλη Ασπασία, τη Μιλησία.
Η Ασπασία ζώντας μέσα στα πλούτη και τις ανέσεις δεν έχασε την απλότητά της ούτε κυριευτηκε από ματαιοδοξία και έπαρση. Κάποτε χάρισαν στον Κύρο ένα περιδέραιο φτιαγμένο στη Θεσσαλία με εξαιρετική τέχνη . Ο Κύρος χαρούμενος πήγε το μεσημέρι στο παλάτι, αλλά βρήκε την Ασπασία να κοιμάται. Κάθισε δίπλα της περιμένοντας να ξυπνήσει κι όταν αυτή άνοιξε τα μάτια της, της παρουσίασε το δώρο του. Εκείνη όμως το αρνήθηκε λέγοντας πως τέτοιο δώρο είναι αντάξιο της μητέρας του της Παρυσάτιδας, αυτή του προσφέρει το λαιμό της έτσι όπως είναι γυμνόν.
Ο Κύρος εντυπωσιάστηκε και έστειλε το περιδέραιο στη μητέρα του μαζί με γράμμα, όπου εξηγούσε τα καθέκαστα. Η Παρύσατις ενθοσιάστηκε με τη στάση της «νύφης» της και σε ανταπόδοση της έστειλε πολύτιμα βασιλικά δώρα. Και πάλι όμως η Ασπασία δεν τα δέχτηκε, γιατί όπως είπε στον Κύρο, «Δίπλα σου έχω όσα μου χρειάζονται ενώ θα χρησιμέψουν σε σένα, που έχεις τόσους ανθρώπους να θρέψεις».
Όταν ο Κύρος σκοτώθηκε στα Κούναξα, κατά την άτυχη εκστρατεία του κατά του αδελφού του, η Ασπασία, που τον συνόδευε στην εκστρατεία, έπεσε στα χέρια των στρατιωτών του Αρταξέρξη. Αυτοί την οδήγησαν αλυσοδεμένη μπροστά στον Μεγάλο Βασιλιά, εκείνος όμως αγανάκτησε και τους έριξε όλους στη φυλακή, ενώ διάταξε να την ελευθερώσουν και να της δώσουν πολυτελή ρούχα και στολίδια. Η Ασπασία πενθώντας τον Κύρο στην αρχή δεν ήθελε να τα βάλει, αλλά με τα πολλά δέχτηκε να τα φορέσει και όταν παρουσιάστηκε ντυμένη σα βασίλισσα μπροστά στον Αρταξέρξη, του φάνηκε ομορφότερη από όλες τις γυναίκες του.
Ο Αρταξέρξης την πήρε δίπλα του και δε λογάριαζε πια καμιάν από τις άλλες γυναίκες του, εκτός από ένα «τεκνό», τον ωραιότατο νεανίσκο Τιριδάτη, τον αγαπημένο του ευνοούμενο. Σύντομα όμως ο Τιριδάτης πέθανε μόλις δεκάξι χρονών και ο Αρταξέρξης έμεινε απαρηγόρητος. Κήρυξε δημόσιο πένθος σε όλο το βασίλειο και κλείστκε στο δωμάτιό του, όπου κανείς δεν τολμούσε να τον επισκεφτεί. Εντούτοις η Ασπασία, που τον λυπήθηκε, πήγε ντυμένη πένθιμα και όταν ο βασιλιάς πήγε στο λουτρό, εκείνη στάθηκε μπροστά του δακρυσμένη  και με τα λόγια της προσπάθησε να απαλύνει τον πόνο του.
Τελικά αγαπήθηκαν και ζήσανε λίγα χρόνια μαζί, αλλά οι περιπέτειες της Ασπασίας δεν τέλειωσαν. Όταν ενηλικιώθηκε ο Δαρείος, ο διάδοχος του θρόνου, ο Αρταξέρξης τον ρώτησε, κατά το έθιμο, τι θα επιθυμούσε σαν πρώτο δώρο για την ενηλικίωσή του. Εκείνος τότε του ζήτησε  την Ασπασία! Ο Μεγάλος Βασιλιάς βρέθηκε σε δίλημα. Δεν ήθελε να χάσει την Ασπασία, ούτε όμως να κακοκαρδίσει τον αγαπημένο του γιο, άσε που οι επικρατούντες νόμοι  του επιβάλαν να τηρήσει το έθιμο της «πρώτης δωρεάς».
Τη λύση έδωσε  η Ασπασία. Από μικρή λάτρευε την Αφροδίτη, που στην Περσία ονομαζόταν Αστάρτη. Ήδη ως ευνιούμενη, του Κύρου πρώτα και του Αρταξέρξη μετά, είχε φτιάσει χρυσά αγάλματα της Θεάς και ίδρυσε ναούς της. Μπροστά λοιπόν στη διαγραφόμενη προοπτική να γίνει ερωμένη τρίτου μονάρχη, ζήτησε από τον Αρταξέρξη να τηρήσει μεν την υπόσχεσή του αλλά να της επιτρέψει να γίνει ιέρεια της Αστάρτης. Μ΄αυτόν τον τρόπο θα ζούσε μεν δίπλα στον Δαρείο, αλλά δεν θα είχε μαζί του ερωτικές σχέσεις, μια που οι ιέειες της Αστάρτης έπρεπε να ζουν σε αγνότητα.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
Read More

Ηδονοβλεψίας με το ζόρι

(άλλη μία ιστορία από τον Ηρόδοτο: Βιβλίο 1 - Κλειώ 1.7 - 1.12)

Η Λυδία  κατά τον 8ο, 7ο και 6ο αιώνες της Αρχαιότητας ήταν ένα πλούσιο και ισχυρό κράτος στη δυτική Μικρασία. Η χρυσοφόρος άμμος του ποταμού Πακτωλού, της εξασφάλιζε ένα πολύ σοβαρό έσοδο. Γιαυτό και από τότε το όνομα του ποταμού είναι συνώνυμο με τον πλούτο και την αφθονία. Στη Λυδία κόπηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία χρυσά νομίσματα.
Κατά τον 8ο αιώνα και συγκεκριμένα το 735-716, βασιλιάς της Λυδίας ήταν ο Κανδαύλης του Μύρσου, (και γιαυτό οι Έλληνες ονόμαζαν και Μυρσίλο), του οίκου των Ηρακλειδών, που κατάγονταν από τον γιο του Ηρακλή, Αλκαίο. Ο Κανδαύλης ήταν πολύ φιλόμουσος και καλλιεργημένος, αλλά ελαφρώς ανόητος. Είχε μιαν ωραιοτάτη γυναίκα, που όχι μόνο την αγαπούσε περιπαθώς, αλλά τη θεωρούσε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου, καμάρωνε γι΄αυτήν και δεν παρέλειπε να εκθειάζει τα κάλλη της στους φίλους και συνεργάτες του.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο αρχηγός της σωματοφυλακής του, ο Γύγης του Δασκύλου, του οποίου τα αυτιά είχε φάει ο Κανδαύλης, περιγράφοντας του την ανυπέρβλητη ομορφιά της γυναίκας του. Ο Γύγης όμως ήταν (ή έκανε πως ήταν) δύσπιστος.
-- Δε λέω, βασιλιά μου,  μπορεί να είναι όμορφη η γυναίκα σου αλλά όχι και η ωραιότερη του κόσμου, του έλεγε και τότε ο Κανδαύλης την πάτησε
-- Για να πεισθείς για την ομορφιά της, δε μένει παρά να τη δεις με τα ίδια σου τα μάτια γυμνή, γιατί τα μάτια είναι πιο αξιόπιστα από τα αυτιά.
Ο Γύγης τα έχασε
-- Μα τι λες τώρα Αφέντη μου, είναι δυνατό να γίνουν αυτά; Δεν είναι καθόλου σωστό να δω τη Βασίλισσα μου γυμνή, γιατί βγάζοντας μια γυναίκα το ρούχο της, βγάζει μαζί του και την ντροπή. Εντάξει, για να τελειώνουμε, συμφωνώ πως η γυναίκα σου είναι η πιο όμορφη στον κόσμο, αλλά σε παρακαλώ να μην επιμένεις σε τέτοια παράλογα πράγματα, γιατί θα μας βρει κανένα κακό.
-- Μη φοβάσαι βρε Γύγη, θα τα κανονίσω έτσι που εκείνη δε θα πάρει είδηση. Θα σε μπάσω κρυφά στον κοιτώνα μας και θα σταθείς πίσω από την πόρτα, ώστε να τη δεις γυμνή, την ώρα που θα έρθει να πλαγιάσει στο κρεβάτι μου. Εκείνη θα σου έχει γυρισμένη την πλάτη και έτσι, χωρίς να σε αντιληφθεί, θα μπορέσεις αφού τη δεις και πεισθείς για την ομορφιά της, να φύγεις αθόρυβα.
Τελικά, πες πες, τον κατάφερε (θα το ήθελε άλλωστε κι αυτός να δει τη βασίλισσα γυμνή) και ένα βράδυ τον έμπασε κρυφά στον κοιτώνα τους και τον έκρυψε πίσω από την πόρτα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και περίμενε τη γυναίκα του. Ήρθε πράγματι εκείνη, χωρίς να φορά τίποτα και ξάπλωσε δίπλα του. Ο Γύγης αφού την είδε να πλαγιάζει, έφυγε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Το κακό είναι πως η γυναίκα τον είδε τη στιγμή που έφευγε, ντράπηκε πολύ, αλλά δεν είπε τίποτα στον Κανδαύλη. Την άλλη μέρα ρωτώντας κάποιους έμπιστους υπηρέτες της έμαθε τι είχε συμβεί και θύμωσε τρομερά, γιατί στους Λυδους όπως και σε άλλους βαρβάρους εθεωρείτι μεγάλη ντροπή να εμφανιστεί στα μάτια τρίτου κάποιος γυμνός, ακόμα και άντρας. Βάλε τώρα γυναίκα.
Με έμπιστο υπηρέτη της κάλεσε τον Γύγη να παρουσιαστεί μπροστά της και όταν αυτός ανυποψίαστος πήγε, του είπε  πως ήταν ενήμερη των όσων είχαν συμβεί και πως τα θεωρούσε βαρύτατη προσβολή στο πρόσωπό της.
-- Για να ξεπλυθεί η προσβολή, δυο τρόποι υπάρχουν και δε σου μένει παρά να διαλέξεις τον ένα από τους δύο. Είτε εσύ να σκοτώσεις τον Κανδαύλη και να αποχτήσεις εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, είτε εγώ να σε σκοτώσω, γιατί υπακούοντάς τον είδες κάτι που δεν έπρεπε να δεις.
Ο Γύγης έπεσε στα πόδια της και την ικέτευε να συγχωρήσει και αυτόν και τον Κανδαύλη. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη και τελικά αυτός δέχτηκε (φυσικά) την πρώτη  λύση
 -- Αφού με αναγκάζεις να σκοτώσω, χωρίς τη θέλησή μου, το βασιλιά μου, πες μου να ακούσω τον τρόπο με τον οποίο θα το κάνουμε της λέει και εκείνη του απάντησε
-- Θα γίνει με τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο μέρος που έγινε η προσβολή, όταν θα έχει πια κοιμηθεί.
 Πραγματικά ένα βράδυ ο Γύγης ακολούθησε τη βασίλισσα στον κοιτώνα και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα του, εφωδιασμένος με ένα εγχειρίδιο, που του ‘δωσε εκείνη και όταν ο Κανδαύλης έπεσε να κοιμηθεί, τον σκότωσε.
Μετά το θάνατο του βασιλιά παντρεύτηκε τη χήρα του και έγινε ο ίδιος βασιλιάς της Λυδίας. Έτσι ξεκίνησε η δυναστεία των Μερμναδών, που κυβέρνησε τη χώρα κάπου εκατόν πενήντα χρόνια. Τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας ήταν ο γνωστός μας Κροίσος.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Διογένης ο Κύων

Ο Διογένης ο Σινωπεύς, που ονομάστηκε ¨κύων¨ δηλαδή σκύλος) είναι ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της κυνικής σχολής, που ίδρυσε ο Αντισθένης ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη. Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απόλυτη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και θέλαν την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.
Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου αλλά πολύ νέος ήρθε στην Αθήνα και έγινε μαθητής του Αντισθένη. Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Πάντως, όταν αργότερα κάποιοι τον κατηγόρησαν λέγοντας “οι Σινωπείς σε καταδίκασαν να φύγεις” εκείνος απάντησε “κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν”.
Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του κυκλοφορούσε στην Αθήνα ξυπόλυτος, φορώντας  χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο ρούχο και μόνο στα μεγάλα κρύα δανειζόταν από κάποιο φίλο του ένα μανδύα και είχε στην πλάτη του ένα σακούλι όπου έβαζε τίποτε τρόφιμα και ένα τάσι για να πίνει νερό. Όταν μια μέρα είδε ένα παιδί να πίνει νερό από τη βρύση χρησιμοποιώντας τις παλάμες του, το πέταξε κι αυτό. Κοιμόταν χωρίς να μεταχειρίζεται στρωσίδια μέσα σε ένα … πιθάρι, που άλλοτε το κυλούσε στη Βασίλειο Στοά κι άλλοτε στο Μητρώο, κάτω από την Ακρόπολη.
Μια φορά που ταξίδευε με πλοίο πιάστηκε από Αιγινήτες πειρατές, που τον κουβάλησαν στην Κρήτη για να τον πουλήσουν δούλο. Ο Διογένης αντιμετώπισε την περιπέτεια αυτή ατάραχος και με χιούμορ και όταν ο δουλέμπορος τον ρώτησε τι δουλειά ξέρει να κάνει αυτός απάντησε αγέρωχα “Ανθρώπων άρχειν”, βλέποντας δε μεταξύ των υποψήφιων αγοραστών έναν πολύ καλοντυμένο και με λεπτεπίλεπτους τρόπους τύπο, είπε στον κήρυκα: “Σ΄αυτόν εκεί να με πουλήσεις. Αυτός χρειάζεται αφεντικό”.
Πραγματικά τελικά πουλήθηκε σ΄αυτόν, που λεγόταν Ξενιάδης και ήταν πλούσιος Κορίνθιος. Ο Ξενιάδης τον πήρε στην πατρίδα του και του ανέθεσε την εκπαίδευση των γιων του. Ο Διογένης εξοικείωσε τα παιδιά του Ξενιάδη με την ποίηση και τις επιστήμες, τα γύμνασε στη σκοποβολή, το ακόντιο, την ιππασία και τη λιθοβολία, ταυτόχρονα όμως τους δίδαξε πως ο αθλητισμός οφελεί μεχρι να κοκκινίσουν τα μάγουλά σου. Από κει και πέρα είναι βλαβερός και καταστρέφει το μυαλό. ¨εμαθε στα παιδιά του Ξενιάδη, που σύντομα λάτρεψαν το δάσκαλό τους, να είναι σεμνά, πρόθυμα, ολιγαρκή και μετριόφρονα.
Με τον καιρό ο Ξενιάδης που κι αυτός έγινε θαυμαστής του τον απελευθέρωσε, ο Διογένης όμως εξακολούθησε να περνά τα καλοκαίρια του στην Κόρινθο, ενώ τον χειμώνα ζούσε στην Αθήνα.
Ο Πλάτων τιμούσε τον Διογένη, που τον ονόμαζε “Σωκράτη μαινόμενο”, εκείνος όμως δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τον ιδρυτή της Ακαδημίας και δεν άφηνε ευκαιρία να τον ειρωνεύεται. Όταν ο Πλάτων διατύπωσε τον γνωστό ορισμό για τον άνθρωπο: “Ζώον δίπουν άπτερον” ο Διογένης μάδησε ένα πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά λέγοντας “Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος” κι αυτός τότε συμπλήρωσε τον ορισμό με το “και πλατώνυχον”.
Μια μέρα μπήκε στο πλουσιόσπιτο του Πλάτωνα και με τα ξυπόλυτα (και βρώμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά λέγοντας “πατώ τον του Πλάτωνος τύφον (ματαιοδοξία)”.
Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας: “Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δε θα τρωγες τώρα ελιές”. Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: “Αν έτρωγες ελιές δε θα χρειαζόταν να πάς στον Διονύσιο” (Σημείωση: Ο Διονύσιος ήταν τύραννος των Συρακουσών ο δε Πλάτων πήγε κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην “Πολιτεία” του).
Κάποτε ο Διογένης μπήκε σε ένα “βαλανείον” (δηλαδή δημόσιο λουτρό) τόσο βρώμικό ώστε ρώτησε: “οι ενταύθα λουόμενοι, πού καθαρίζονται;”
Βλέποντας στην είσοδο ενός μοχθηρού ευνούχου την επιγραφή “Μηδέν εισίτω κακόν” ρώτησε: “Ο ιδιοκτήτης από πού μπαίνει;”
Άλλοτε παρατήρησε μια τοιχογραφία που εικόνιζε δύο κενταύρους, πανάθλια ζωγραφισμένος και ρώτησε : “Πότερος τούτων Χείρων εστί;” λογοπαικτώντας με το επίθετο χείρων (= χειρότερος) και το όνομα του γνωστού κενταύρου Χείρωνα.
Μια μέρα παρακολουθούσε ρεσιτάλ κιθάρας. Ο κιθαρωδός ήταν κάποιος ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον “καλλιτέχνη” και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι γιατί;, εκείνος απάντησε: “Διότι τηλικούτος ών κιθαρωδεί και ου ληστεύει!”
Στην αγορά της Αθήνας των έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: “Εγώ ου λοιδωρώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν”.
Τον ρώτησε κάποιος τύραννος ποιος είναι ο καλύτερος χαλκός για να χυτευθεί ένα άγαλμά του και ο Διογένης του είπε “ο δι΄ου Αρμόδιος και Αριστογείτων εχυτεύθησαν” (δηλαδή ο χαλκός από τον οποίο γίνανε τα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα – των τυραννοκτόνων).
Ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, πέρασε από την πόλη ο Αλέξανδρος και θέλησε να δει από κοντά  τον φιλόσοφο. Ο Διογένης τον δέχτηκε μέσα από το πιθάρι του και όταν ο Αλέξανδρος τον ρώτησε αν ήθελε κάτι απ΄αυτόν εκείνος του απάντησε απλώς “Αποσκότησον με” (δηλαδή μη μου σκεπάζεις τον ήλιο.
Τότε (κατά την παράδοση) ο Αλέξανδρος είπε: “Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος θα ήθελα να είμαι Διογένης”.
Όταν από τα βάθη της Ασίας ο Αλέξανδρος έστειλε στον τοποτηρητή του Αντίπατρο μήνυμα με κάποιον αγγελιοφόρο, που λεγόταν Αθλίας, ο Διογένης σχολίασε: “Αθλίας παρ΄αθλίου δι΄αθλίου προς άθλιον”.
Ο Διογένης πέθανε στην Κόρινθο πολύ γέρος και κατά την παράδοση την ίδια μέρα που πέθανε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος. Οι Κορίνθιοι του έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία και στον τάφο του έστησαν μαρμάρινο κίονα, πάνω στον οποίο έστεκε καμαρωτός ένας σκύλος.

Γράφει ο Δημ. Γερμιώτης*
* Ο Δημ. Γερμιώτης είναι λόγιος
Read More

Η Λάμια και η σολομώντεια δίκη

Εκτός από τη Λάμια, το μυθολογικό τέρας με μορφή γυναίκας, που επιβίωσε στη νεοελληνική λαογραφία και παράδοση, υπήρξε στην ελληνική ιστορία και άλλη μία Λάμια, πανέμορφη όμως αυτή. Ήταν κόρη του Αθηναίου Κλεάνορα και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως αυλητρίδα και τη συνέχισε ως εταίρα. Πήγε στην Αίγυπτο, όπου γρήγορα την πρόσεξε ο Πτολεμαίος ο Α΄, που την έκανε ερωμένη του, αλλά το 306 π.Χ., σε ναυμαχία στην Κύπρο ο Πτολεμαίος  νικήθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, που μαζί με πολλά λάφυρα, πήρε αιχμάλωτη και τη Λάμια.
Με τη σειρά του ο νικητής, όχι μόνο υπέκυψε στα θέλγητρα της Λάμιας, αλλά την ερωτεύτηκε παράφορα και την είχε διαρκώς μαζί του. Η Λάμια είχε επίγνωση της ισχύος που είχε αποκτήσει και έλεγε πως ο Δημήτριος είναι γι΄ αυτήν εραστής ενώ όλες οι άλλες γυναίκες τον είχαν απλώς ερωμένο. Όταν ο μεγάλος αντίπαλος του ο Λυσίμαχος τον περιγέλασε πως ήταν υποχείριο μιας πόρνης ο Δημήτριος γελώντας του είπε “η δική μου πόρνη είναι σοφρωνέστερη της δικιάς σου Πηνελόπης”
Με τη Λάμια ο Δημήτριος ζούσε πολύ έντονη ερωτική ζωή και όταν κάποτε ο Λυσίμαχος του έστειλε πρεσβεία, οι απεσταλμένοι του παρατήρησαν έκπληκτοι πως τα μπράτσα, το λαιμό και το μπούτια του Δημήτριου  ήταν γεμάτα δαγκωνιές, νυχιές και ουλές.
“Πάλεψε με κανένα θηρίο ο βασιλιάς;”
ρώτησε ένας από τους πρεσβευτές τους ακολούθους του κι εκείνοι του απάντησαν γελώντας.
“Δεν έχουμε θηρία εδώ. Έτσι δαγκώνει η Λάμια”.
Όταν κυρίεψε την Αθήνα και οι Αθηναίοι κάνανε τούμπες μπροστά του (μέχρι και Θεό τον ανακηρύξανε!) ο Δημήτριος  έφτιαξε ναό αφιερωμένο στην “Λαμία Αφροδίτη” και από τα δώρα σε χρυσό και άργυρο που του δίνανε ο Δημήτριος κατέθεσε στα πόδια της Λαμίας το τεράστιο ποσό των 250 ταλάντων “για τα καλλυντικά σου” όπως της είπε.
Η Λάμια απέκτησε τεράστια πλούτη και όταν ισχυρός σεισμός κατέστρεψε τη Συκιώνα ανέλαβε να ανοικοδομήσει πολλά δημόσια κτίρια στην πόλη και ίδρυσε σ΄αυτήν την Ποικίλη Στοά, όπου συγκέντρωσε πίνακες των πιο διάσημων ζωγράφων. Ήταν η πρώτη πινακοθήκη που αναφέρει η ιστορία.
Από το γεγονός αυτό αλλά και από άλλα παρόμοια, φαίνεται πως η Λάμια εκτός από ομορφιά διέθετε και πνευματική καλλιέργεια, ενδεχομένως δε έγραφε κι όλας. Μολονότι η επιστολή που φέρεται ότι γράφηκε από αυτήν δεν θεωρείται γνήσια, της αποδίδουν διάφορες ιστορίες, μεταξύ των οποίων και η παρακάτω, που αφορά κάποια περίεργη δικαστική απόφαση.
Ζούσε στην (ελληνιστική) Αίγυπτο μια εταίρα ονόματι Θώνις. Κάποτε ένας νεαρός κουβεντιάζοντας μαζί της, της είπε πως είδε στον ύπνο του να κάνουν έρωτα και πως το όνειρο αυτό του χάρισε μεγάλην ηδονή. Τότε η Θώνις του ζήτησε να της πληρώσει τη συνηθισμένη αμοιβή, αφού τη χάρηκε, έστω και στον ύπνο του. Ο νεαρός φυσικά αρνήθηκε και η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια.
Ο δικαστής, που λεγόταν Βόκχωρις αποφάνθηκε πως ο νεαρός έπρεπε να πληρώσει την ενάγουσα αλλά εκείνη δεν θα μπορούσε να πάρει τα χρήματα στα χέρια της, παρά μόνο να αγγίξει τη σκιά τους, γιατί εφ΄όσον ο εναγόμενος είχε κρατήσει στην αγκαλιά του μόνο τη σκιά της και η ενάγουσα έπρεπε να αρκεστεί στη σκιά των χρημάτων.
Η Λάμια, σχολιάζοντας τη σολομώντεια αυτή απόφαση, την βρήκε άδικη, γιατί η ουσία ήταν πως ο νεαρός έστω και στο όνειρό του ευχαριστήθηκε από την Θώνιδα ενώ εκείνη δεν είχε καμιάν απολαβή αγγίζοντας τη σκιά των χρημάτων.

Tην ιστορία αυτή την ψάρεψα από τον Πλούταρχο (Δημήτριος κεφ. 27).
http://www.sarantakos.com/arx/arx_lamia24.html
Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης
Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email

From November 2024

Flag Counter

Labels

biographies (15) fiction (3) Historical (98) Legend (10) My Memories (1) Poetry (4) Science (22) Sosial (13) Space (4) youtube (1)

Blog Archive

Blog Total View

OnLine Opinions..

Click to Open Click to Open Click to Open antinews

Αναγνώστες

BTemplates.com

Theme Download

Το DNA μας, είναι ένας ταξιδιώτης από μια παμπάλαια χώρα που ζει μέσα σε όλους μας. Όλοι είμαστε συνδεδεμένοι, μέσω των μητέρων μας, με μια χούφτα γυναίκες που έζησαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Copyright © Seafarer97 | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes - Published By Gooyaabi Templates | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com