Read More

Τα Κουλέντια

Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης. Το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά....
Read More

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας.
Read More

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας,

Η σιδηροδρομική γέφυρα (ή προβλήτα) της Αγίας Μαρίνας, αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του παραθαλάσσιου χωριού και ταυτόχρονα είναι ένα πολύ σημαντικό νεότερο Βιομηχανικό μνημείο, ηλικίας 130 ετών. Εκεί μάθαινα να κολυμπώ και δέθηκα με την θάλασσα...
Read More

Βλυχάδα Ρειχιάς: Η κρυμμένη παραλία που μαγεύει τους επισκέπτες

Κάποια μέρη που βλέπουμε, ακόμα και μέσα από μερικές φωτογραφίες, μας κάνουν να θέλουμε να τα επισκεφθούμε, γιατί απλά, φαίνεται πως είναι από αυτά που λέμε κρυμμένοι παράδεισοι.
Read More

5 χιλιόμετρa από την Σούρπη, συναντάμε τον οικισμό Νήες.

Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός, με μοναδικές γωνιές, που όσοι τις έχουν απαθανατίσει με την φωτογραφική τους μηχανή, τις παρομοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Αδώνεια – Το Πάσχα των Αρχαίων Ελλήνων…





Στις παραδόσεις των λαών της ανατολικής μεσογείου , υπάρχουν τουλάχιστον 16 θεοί που βιώνουν το δράμα του θανάτου αλλά και ταυτόχρονα την λύτρωση της αναστάσεως.
Στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο εκτός από τον Δία/Φελχανό και τον Διόνυσο/Ζαγρέα , ο σημαντικότερος Θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται, είναι ο Άδωνις
Σύμφωνα με την παράδοση ο Αδωνης ήταν γιός του Κινύρα κι της Σμύρνας. Όταν γεννήθηκε ήταν τόσο πανέμορφο μωρό που μόλις τον είδε η Θεά Αφροδίτη τον ερωτεύτηκε και για να μην τον χάσει τον έβαλε σε μία λάρνακα και τον εμπιστεύθηκε στην Περσεφόνη, την Θεά του Κάτω Κόσμου.
Όταν όμως ο Άδωνις μεγάλωσε, η Περσεφόνη θαμπωμένη και αυτή από την ομορφιά του , αρνήθηκε να τον επιστρέψει και τότε η Αφροδίτη ζήτησε την συνδρομή του Δία. Ο πατέρας των Θεών τότε έδωσε τον όμορφο νέο για τα 2/3 του χρόνου στην Αφροδίτη και το 1/3 στην Περσεφόνη.
Η Αφροδίτη εγκατέλειψε τον Όλυμπο και ακολούθησε τον πανέμορφο νέο στην γη. Δυστυχώς όμως κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού ο Άδωνις σκοτώθηκε από ένα αφηνιασμένο κάπρο. Η Αφροδίτη απαρηγόρητη και με δάκρυα στα μάτια ζήτησε από την Περσεφόνη πίσω τον όμορφο νέο και τότε οι δύο Θεές αποφάσισαν να τον έχουν η κάθε μία για έξι μήνες τον χρόνο. Η διαμάχη της Αφροδίτης και της Περσεφώνης συμβολίζει και διδάσκει ότι ο Έρωτας μπορεί να νικήσει ακόμη και τον θάνατο !
Από το αίμα του Άδωνι γεννήθηκαν τα τριαντάφυλλα και οι παπαρούνες και από τα δάκρυα της Αφροδίτης οι ανεμώνες.
Ο Αδωνης είναι ένας πανάρχαιος Θεός της Ανατολής και η λατρεία του ήταν διαδεδομένη στην Συρία την Φοινίκη την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Από εκεί η λατρεία του πέρασε στην Κύπρο και από την Κύπρο στην Ελλάδα ήδη από τη Αρχαική Εποχή.
Σύμφωνα με την παράδοση ο τάφος του βρισκόταν στην Βηθλεέμ σε μία υπόγεια σπηλιά στα θεμέλια του Ναού της Θεάς Αστάρτης. Πιθανολογείται ότι το σημείο βρίσκεται εκεί που σήμερα είναι χτισμένος ο Ναός της Γεννήσεως.
Aphrodite-Adonis-Louvre
Η Αφροδίτη και ο Άδωνις. Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος σε σχήμα αρυβάλλου από τον καλλιτέχνη Αίσονα, περ. 410 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Τα Αδώνεια
Σε ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως του Θεού ετελούντο κάθε χρόνο τα Αδώνεια. Σε άλλες περιοχές η γιορτή γινόταν στα μέσα του μηνός Βοηδρομίωνος (15 Αυγούστου -15 Σεπτεμβρίου ) και αλλού ,στην κυρίως Ελλάδα την άνοιξη κατά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία.
Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «Αφανισμός», ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του Θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί , με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν), καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό (τη λεγόμενη «γίγγρα»).
Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών η Εύρεσις (ανάστασις) ήταν ημέρα χαράς για την ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη Θεά Αφροδίτη για το μισό χρόνο.
Οι Κήποι του Αδώνιδος (Επιτάφιος)
Οι κήποι του Αδώνιδος ήσαν πανέρια η γλάστρες γεμάτες χώμα μέσα στις οποίες έσπερναν και καλλιεργούσαν ειδικά για τα Αδώνεια, πολύτριχο και αλλά φυτά ταχέως αυξανόμενα, καθώς και σιτάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα είδη λουλουδιών που τα περιποιούντο επί 8 ημέρες, κατά κύριο λόγο η αποκλειστικά, οι γυναίκες.
Την ημέρα του «Αφανισμού» οι λατρευτές κυρίως γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, περιέφεραν με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» στους δρόμους των πόλεων και κατόπιν τα οδηγούσαν στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και παρακαλούσαν να επιστρέψει ο Θεός από τον κάτω κόσμο.
Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος.
Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη).
Αποκάλυψη



Read More

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Η έναρξη της αλφαβητικής τυπογραφίας, από τον Ποσειδώνιο τον διδασκάλο του Κικέρωνος!

Μια πληροφορία που παρατίθεται από τον Κικέρωνα, ότι ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς κατασκεύασε κινητά στοιχεία γραμμάτων , έρχεται να ενισχύσει την άποψη περί συλλήψεως της ιδέας της τυπογραφίας σε περιόδους πολύ πριν από αυτήν του Γουτεβέργιου. Ο Κικέρων γνώρισε προσωπικώς τον Ποσειδώνιο αφού διατέλεσε κατά το έτος 77π.Χ.,μαθητής της σχολής του στην  Ρόδο.
Ο Ποσειδώνιος  ο Απαμεύς  ήταν Έλληνας πολυμαθής Στωικός φιλόσοφος με νεοπλατωνικές τάσεις, αστρονόμος, γεωγράφος, πολιτικός, ιστορικός και δάσκαλος που γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας το 135 π.Χ. και σπούδασε στην Αθήνα ως μαθητής του Παναιτίου του Ροδίου.Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ρόδο, όπου και ίδρυσε σχολή.
Τον θεωρούσαν τον πολυμαθέστερο άνθρωπο του κόσμου για την εποχή του. Τίποτα από το τεράστιο έργο του δεν έχει σωθεί ως ολότητα σήμερα, αλλά μόνο αποσπάσματα.
Ο Ποσειδώνιος πλησίαζε στο να είναι κάτοχος όλης της ανθρώπινης γνώσεως της εποχής του, και σε αυτό έμοιαζε με τον Αριστοτέλη και με τον Ερατοσθένη. Πραγματοποίησε πολλά ταξίδια σε Αδριατική, Σικελία, Σαρδηνία, Μασσαλία, Βόρειο Αφρική, Ιβηρική χερσόνησο, Βαλεαρίδους νήσους, ακτές Ατλαντικού, Βρετανία και Γερμανία.
Έως τον θάνατο του, στην Ρώμη το 51 π.Χ., ο Ποσειδώνιος έγραψε έργα για τη Φυσική, τη Μετεωρολογία, τη Φυσική Γεωγραφία, την Αστρονομία, την Αστρολογία και τη μαντεία, τη Σεισμολογία, τη Γεωλογία και την Ορυκτολογία, την Υδρολογία, τη Βοτανική, την Ηθική, τη Λογική, τα Μαθηματικά, την Ιστορία, τη Φυσική Ιστορία, την Ανθρωπολογία, και τη στρατηγική. Οι μελέτες του ήταν μεγάλες και σε βάθος διερευνήσεις των αντικειμένων τους.
Σχεδίασε χάρτη της γης, κατασκεύασε υδρόγειο σφαίρα, ερμήνευσε τις παλίρροιες ως συνδυασμό επιδράσεων ηλίου και σελήνης, παρατήρησε σεισμούς και ηφαίστεια, καθιέρωσε τον παράλληλο της Ρόδου ως Ισημερινό της γης (Ποσειδώνιος Ισημερινός),υπολογίζοντας το μήκος του σε 32400 χιλιόμετρα (πραγματικό μήκος 32000 χιλιόμετρα)
Καθόλου απίθανο λοιπόν για έναν τέτοιο επιστήμονα , να αποτελεί ιστορική αλήθεια η αναφορά του Κικέρωνα, πως ο δάσκαλός του κατασκεύασε κινητά στοιχεία γραμμάτων.
O Hermann Diels διατυπώνει την γνώμη, ότι ο Γουτεμβέργιος οδηγήθηκε στην ανακάλυψη ακριβώς από αυτήν την αναφορά. Το έργο του Κικέρωνα, άρα και η εφεύρεση του Ποσειδωνίου, ήταν γνωστά στον Γουτεμβέργιο, αφού το διέθετε στην βιβλιοθήκη του.
Αν αυτό αληθεύει , τότε βρισκόμαστε σε μια ακόμη περίπτωση διάσημου εφευρέτη, που εκμεταλλεύθηκε τα έργα και τα επιτεύγματα της αρχαιότητας για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών χωρίς την παραμικρή αναφορά στην συμβολή των πρώτων επιστημόνων.

Ποσειδώνιος ο Ρόδιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος ή ο Απαμεύς (περ. 135 π.Χ.51 π.Χ.) ήταν Έλληνας πολυμαθής Στωικός φιλόσοφος, αστρονόμος, γεωγράφος, πολιτικός, ιστορικός και δάσκαλος που γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας. Τον θεωρούσαν τον πολυμαθέστερο άνθρωπο του κόσμου για την εποχή του. Τίποτα από το τεράστιο έργο του δεν έχει σωθεί ως ολότητα σήμερα, αλλά μόνο αποσπάσματα.

Η ζωή του

Ο Ποσειδώνιος, γνωστός και με το προσωνύμιο «ο Αθλητής» ήταν γόνος μιας ελληνικής οικογένειας της Απαμείας, μιας ελληνιστικής πόλεως πάνω στον ποταμό Ορόντη, στη βόρεια Συρία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του όμως το έζησε στη Ρόδο και πέθανε είτε στη Ρόδο είτε στη Ρώμη.
Ο Ποσειδώνιος ολοκλήρωσε τις ανώτερες σπουδές του στην Αθήνα, όπου μαθήτευσε κοντά στον γηραιό πλέον Παναίτιο, τον επικεφαλής της Στωικής Σχολής. Περί το 95 π.Χ. εγκαταστάθηκε στη Ρόδο, κράτος με φήμη ως προς τις επιστημονικές έρευνες, και έγινε Ρόδιος πολίτης.

Πολιτικά αξιώματα

Και όχι μόνο έγινε πολίτης, αλλά συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή της Ρόδου, φθάνοντας στα ανώτερα αξιώματα ως ένας από τους πρυτάνεις (κάτι σαν προέδρους με εξάμηνη θητεία) της. Υπηρέτησε εξάλλου ως πρεσβευτής στη Ρώμη το 87 - 86 π.Χ., κατά την εποχή του Μαρίου και του Σύλλα.
Μαζί με άλλους Έλληνες διανοουμένους, ο Ποσειδώνιος ευνοούσε τη Ρώμη ως μία σταθεροποιητική δύναμη σε έναν ασταθή κόσμο. Οι διασυνδέσεις του με τη ρωμαϊκή ανώτερη τάξη ήταν σημαντικές όχι μόνο για την πολιτική του, αλλά και για τις επιστημονικές του έρευνες. Η είσοδός του στους ρωμαϊκούς κυβερνητικούς κύκλους τον διευκόλυνε να πραγματοποιήσει τα ταξίδια του στη Δύση, πέρα από τα ρωμαϊκά σύνορα.

Ταξίδια

Αφού καθιερώθηκε στη Ρόδο, ο Ποσειδώνιος έκανε ένα ή περισσότερα ταξίδια στον τότε γνωστό κόσμο με επιστημονικούς-ερευνητικούς σκοπούς. Ταξίδεψε στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Αφρική (ιδίως τη βόρεια), την Ιταλία, τη Σικελία, τη Δαλματία (και γενικά τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής), τη Γαλατία και τη Λιγουρία.
Στην Ισπανία, στις ακτές του Ατλαντικού Ωκεανού (στο σύγχρονο Κάδιξ), ο Ποσειδώνιος μελέτησε τις παλίρροιες. Παρατήρησε ότι οι ημερήσιες παλίρροιες συνδέονταν με την τροχιά και οι μηνιαίες με τη φάση της Σελήνης, ενώ έκανε υποθέσεις για τη σχέση των ετήσιων περιοδικοτήτων των παλιρροιών με τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια.
Στη Γαλατία ο Ποσειδώνιος μελέτησε τους Κέλτες. Μας άφησε ζωηρές περιγραφές για συνήθειες που τις είδε με τα μάτια του όταν ζούσε ανάμεσά τους: άνθρωποι που πληρώνονταν για να αφήνουν να τους σκίζουν τους λαιμούς τους για δημόσια ψυχαγωγία και το κάρφωμα κρανίων ως τροπαίων πάνω από τις πόρτες. Αλλά σημείωσε ότι οι Κέλτες τιμούσαν τους Δρυίδες, τους οποίους ο Ποσειδώνιος θεώρησε ως φιλοσόφους και συμπέρανε ότι ακόμα και στους «βάρβαρους» λαούς «η υπερηφάνεια και το πάθος δίνουν τη θέση τους στη σοφία, και ο Άρης στέκεται με δέος ενώπιον των Μουσών». Ο Ποσειδώνιος συνέγραψε μια γεωγραφική πραγματεία για τη χώρα των Κελτών, έργο που σήμερα έχει χαθεί, αλλά που έχει υποστηριχθεί ότι υπήρξε μία από τις πηγές του βιβλίου «Γερμανία» του Τάκιτου.

Η σχολή του Ποσειδωνίου

Τα πολλά έργα και οι διαλέξεις του Ποσειδωνίου του χάρισαν μια αυθεντία και φήμη παντού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ενώ στη Ρόδο αναπτύχθηκε γύρω του μία σχολή. Ο εγγονός του Ιάσων, που ήταν γιος της κόρης του και του Μενεκράτους από τη Νύσα, συνέχισε τη σχολή του Ποσειδωνίου στη Ρόδο. Παρότι λίγα πράγματα είναι γνωστά για την οργάνωση της σχολής του, είναι βέβαιο ότι ο Ποσειδώνιος είχε ένα σταθερό αριθμό Ελλήνων και Ρωμαίων φοιτητών.

Τα έργα και η σκέψη του

Ο Ποσειδώνιος πλησίαζε στο να είναι κάτοχος όλης της ανθρώπινης γνώσεως της εποχής του, και σε αυτό έμοιαζε με τον Αριστοτέλη και με τον Ερατοσθένη. Προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ενιαίο σύστημα για την κατανόηση του ανθρώπινου νου και του Σύμπαντος, που θα παρείχε μια εξήγηση και ταυτόχρονα έναν οδηγό για την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο Ποσειδώνιος έγραψε έργα για τη Φυσική, τη Μετεωρολογία, τη Φυσική Γεωγραφία, την Αστρονομία, την Αστρολογία και τη μαντεία, τη Σεισμολογία, τη Γεωλογία και την Ορυκτολογία, την Υδρολογία, τη Βοτανική, την Ηθική, τη Λογική, τα Μαθηματικά, την Ιστορία, τη Φυσική Ιστορία, την Ανθρωπολογία, και τη στρατηγική. Οι μελέτες του ήταν μεγάλες και σε βάθος διερευνήσεις των αντικειμένων τους, έστω και με κάποια λάθη.
Κανένα από τα έργα του δεν έχει σωθεί ακέραιο μέχρι σήμερα, αλλά μόνο αποσπάσματα («σπαράγματα»), ενώ οι τίτλοι και τα θέματα πολλών από τα βιβλία του είναι γνωστά.

Φιλοσοφία

Για τον Ποσειδώνιο η Φιλοσοφία ήταν η βασική τέχνη και όλες οι ξεχωριστές επιστήμες ήταν υποκείμενές της. Μόνο η Φιλοσοφία μπορούσε κατ' αυτόν να ερμηνεύσει το Σύμπαν. Το σύνολο των έργων του, από τα επιστημονικά ως τα ιστορικά, είναι και φιλοσοφικά.
Ο Ποσειδώνιος δεχόταν τη Στωική υποδιαίρεση της Φιλοσοφίας σε «Φυσική» (μαζί με τη Μεταφυσική και τη Θεολογία), «Λογική» (περιελάμβανε και τη Διαλεκτική) και «Ηθική» (Διογ.Λαερτ. Βίοι φιλοσόφων, βιβλίο 7). Αυτές οι τρεις κατηγορίες ήταν για τον Ποσειδώνιο αδιαχώριστα και αλληλοεξαρτώμενα μέρη μιας οργανικής ολότητας. Τις παρομοίαζε με ένα ζωντανό πλάσμα, του οποίου η Φυσική ήταν το κρέας και το αίμα, η Λογική τα οστά και οι τένοντες που συγκρατούν ενωμένο τον οργανισμό, και η Ηθική – το σημαντικότερο μέρος – την ψυχή. Το μεγάλο φιλοσοφικό όραμα του Ποσειδωνίου ήταν πως το ίδιο το Σύμπαν είχε μία παρόμοια εσωτερική διασύνδεση, μέσα από την κοσμική «συμπάθεια», σε όλες του τις εκφάνσεις, από την ανάπτυξη του φυσικού κόσμου ως την ιστορία της ανθρωπότητας.
Παρότι συνεπής Στωικός, ο Ποσειδώνιος ήταν εκλεκτικός. Ακολουθούσε όχι μόνο τους παλαιότερους Στωικούς, αλλά και τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Είναι πιθανό ότι είχε γράψει ένα σχόλιο πάνω στον «Τίμαιο» του Πλάτωνα. Ο Ποσειδώνιος υπήρξε ο πρώτος Στωικός που απέκλινε από το δόγμα ότι τα πάθη της ψυχής είναι λανθασμένες κρίσεις και υιοθέτησε την άποψη του Πλάτωνα για την ψυχή, δηλαδή ότι τα πάθη είναι σύμφυτα με την ανθρώπινη φύση. Ο Ποσειδώνιος δίδασκε ότι εκτός από τις λογικές λειτουργίες η ανθρώπινη ψυχή είχε και πάθη όπως ο θυμός, το πάθος για εξουσία, πλούτο, κλπ., αλλά και πόθους για έρωτα, τροφή, κλπ.. Η Ηθική ήταν το πρόβλημα του πώς να χειρισθούμε αυτά τα πάθη και να αποκαταστήσουμε τη λογική ως την κυρίαρχη λειτουργία.
Ο Ποσειδώνιος αντίθετα συμφωνούσε με το Στωικό δόγμα του Λόγου, που στη συνέχεια ενσωματώθηκε στο χριστιανικό δόγμα.

Φυσική

Ο Ποσειδώνιος υπεστήριζε τη θεωρία της κοσμικής (συμπαντικής) «συμπαθείας», της οργανικής διασυνδέσεως όλων των φαινομένων στο Σύμπαν, από τον ουρανό ως τη Γη, ως ένα μέρος ενός λογικού σχεδιασμού που ένωνε την ανθρωπότητα με όλα τα πράγματα στο Σύμπαν, ακόμα και όσα ήταν χρονικά και χωρικά απομακρυσμένα μεταξύ τους. Παρά το ότι ο δάσκαλός του Παναίτιος αμφισβητούσε τη μαντεία, ο Ποσειδώνιος χρησιμοποίησε τη θεωρία της κοσμικής συμπαθείας για να υποστηρίξει την πίστη του στη μαντεία (είτε την αστρολογική, είτε τα «προορατικά» όνειρα) ως ένα είδος επιστημονικής προβλέψεως (Κικέρων, De Divinatione, ΙΙ 42).

Αστρονομία

Αποσπάσματα από το αστρονομικό έργο του Ποσειδωνίου σώζονται μέσα από την πραγματεία του Κλεομήδη «Κυκλική θεωρία μετεώρων», όπου το πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου φαίνεται ότι έχει στο μεγαλύτερο μέρος του αντιγραφεί από τον Ποσειδώνιο. Ο Ποσειδώνιος πίστευε ότι ο Ήλιος εξέπεμπε μια «ζωτική δύναμη» που διαπερνούσε το Σύμπαν, ενώ προσπάθησε να μετρήσει την απόσταση και τις διαστάσεις του. Περί το 90 π.Χ. ο Ποσειδώνιος εξετίμησε την αστρονομική μονάδα ως 9893 φορές την ακτίνα της Γης, που είναι περί το ήμισυ της πραγματικής της τιμής. Ωστόσο, για τη διάμετρο του Ηλίου βρήκε μία τιμή μεγαλύτερη και ακριβέστερη από αυτές που πρότειναν άλλοι αρχαίοι Έλληνες αστρονόμοι, μεταξύ των οποίων και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος.
Ο Ποσειδώνιος έκανε επίσης ένα υπολογισμό της διαμέτρου και της αποστάσεως της Σελήνης. Γνωρίζουμε επίσης ότι είχε κατασκευάσει ένα φορητό υπολογιστή των κινήσεων των ουράνιων σωμάτων, παρόμοιο με τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων όπως αυτός αποκαλύφθηκε μετά την πρόσφατη ανάλυση (2006-2008), και ίσως τον ίδιο τον μηχανισμό αυτό, που χρονολογείται στην ίδια περίπου περίοδο. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (De Natura Deorum, ΙΙ 34), το φορητό «πλανητάριο» του Ποσειδωνίου έδειχνε τις ημερήσιες κινήσεις του Ηλίου, της Σελήνης και των 5 γνωστών τότε πλανητών.

Γεωγραφία, Εθνολογία και Γεωλογία

Η φήμη του Ποσειδωνίου πέρα από τους στενά φιλοσοφικούς κύκλους είχε αρχίσει να απλώνεται τουλάχιστον από τη «δεκαετία του 80» (89-80 π.Χ.) με τη δημοσίευση του έργου του για τον ωκεανό και τις γύρω περιοχές, μια συνολική παρουσίαση των γεωγραφικών ζητημάτων σύμφωνα με την τρέχουσα επιστημονική γνώση, αλλά και ένα όχημα για την εκλαΐκευση των θεωριών του για τις εσωτερικές διασυνδέσεις του κόσμου, για το πώς όλες οι δυνάμεις αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους και αυτή η διασύνδεση ίσχυε και για την ανθρώπινη ζωή, τόσο στην προσωπική όσο και στην πολιτική σφαίρα. Σε αυτό το έργο ο Ποσειδώνιος ανέπτυσσε τη θεωρία του για την επίδραση του κλίματος στον χαρακτήρα ενός λαού και τη «γεωγραφία των φυλών». Αυτή η θεωρία δεν ήταν απλώς «βασική επιστήμη», αλλά είχε και πολιτικές προεκτάσεις: οι Ρωμαίοι αναγνώστες του πληροφορούνταν ότι η κλιματικώς κεντρική θέση της Ιταλίας ήταν ένα ουσιώδες συστατικό του πεπρωμένου της Ρώμης να κυριαρχήσει στην οικουμένη. Ωστόσο, ως Στωικός, ο Ποσειδώνιος δεν προέβαινε σε κάποια θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στους πολιτισμένους Ρωμαίους ως κυρίαρχους του κόσμου και στους λιγότερο πολιτισμένους λαούς.
Ο Ποσειδώνιος μέτρησε την περιφέρεια της Γης με βάση τη θέση του αστέρα Κανώπου. Καθώς εξηγεί ο Κλεομήδης, ο Ποσειδώνιος παρατήρησε ότι ο Κάνωπος δεν ανέβαινε ποτέ πάνω από τον ορίζοντα στη Ρόδο, ενώ στην Αλεξάνδρεια τον είδε να ανεβαίνει μέχρι 7,5 μοίρες πάνω από τον ορίζοντα ... (το τόξο που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του γεωγραφικού πλάτους των δύο τόπων είναι στην πραγματικότητα ίσο με 5 μοίρες και 14΄). Ο Ποσειδώνιος εκτιμούσε ότι η Ρόδος απείχε 5000 στάδια και βρισκόταν ακριβώς βόρεια της Αλεξανδρείας, οπότε η διαφορά στο ύψος του αστέρα σήμαινε ότι αυτή η απόσταση ισούται με το 1/48 της περιφέρειας της Γης. Ο υπολογισμός του επομένως για την περιφέρεια της Γης έδωσε ως αποτέλεσμα 240.000 στάδια. Οι περισσότεροι ιστορικοί της Επιστήμης θεωρούν ότι το στάδιο που χρησιμοποιούσε ο Ποσειδώνιος ήταν ίσο με 161 m, οπότε η τιμή αυτή αντιστοιχεί σε 38.600 χιλιόμετρα, πολύ κοντά στην πραγματική τιμή της περιφέρειας που περνά από τους πόλους (40.074 χιλιόμετρα).
Ο Ποσειδώνιος ήταν ενήμερος για την παρόμοια μέθοδο που είχε εφαρμόσει ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος έναν αιώνα νωρίτερα, με τη μέτρηση του ύψους του Ηλίου σε διαφορετικά πλάτη, η οποία είχε δώσει αποτέλεσμα 250.000 στάδια. Και των δύο σοφών τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά ακριβή. Ωστόσο, ο Ποσειδώνιος αναθεώρησε αργότερα τον αρχικό του υπολογισμό παίρνοντας την απόσταση Ρόδου-Αλεξανδρείας ίση με 3750 στάδια, πράγμα που μείωσε την τιμή του για την περιφέρεια της Γης σε 180.000 στάδια. Ο Πτολεμαίος συζήτησε και προέκρινε αυτή την αναθεωρημένη τιμή του Ποσειδωνίου έναντι εκείνης του Ερατοσθένους στη «Γεωγραφία» του. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα οι μελετητές διαιρέθηκαν σε δύο «στρατόπεδα» ως προς την περιφέρεια της Γης: η μία πλευρά τους υπεστήριζε τον υπολογισμό του Ερατοσθένους, ενώ η άλλη την αναθεωρημένη τιμή του Ποσειδωνίου. Οι περισσότεροι πάντως τάσσονταν με τη δεύτερη πλευρά.
Ο Ποσειδώνιος, όπως και ο Πυθέας πριν από αυτόν, πίστευε ότι η παλίρροια προκαλείται από τη Σελήνη. Ωστόσο, έκανε λάθος ως προς τη φυσική αιτία: Νομίζοντας ότι η Σελήνη ήταν ένα μίγμα αέρα και φωτιάς, απέδωσε την αιτία των παλιρροιών στη θερμότητα της Σελήνης, που ήταν αρκετή για να «φουσκώσει» τα νερά της Γης, αλλά όχι αρκετή ώστε να τα εξατμίσει.
Ο Ποσειδώνιος κατέγραψε παρατηρήσεις σεισμών και ηφαιστείων, συμπεριλαμβανομένων μαρτυριών για ηφαιστειακές εκρήξεις στα Αιόλια νησιά, στα βόρεια της Σικελίας.

Μετεωρολογία

Στα θέματα της Μετεωρολογίας ο Ποσειδώνιος ακολούθησε τον Αριστοτέλη. Υπεστήριξε θεωρίες για τις αιτίες της δημιουργίας των νεφών, της ομίχλης, του ανέμου, της βροχής, της πάχνης, του χαλαζιού, της αστραπής και του ουράνιου τόξου.

Μαθηματικά

Εκτός από τα όσα έγραψε για τη Γεωμετρία, ο Ποσειδώνιος πιστώνεται με τη διατύπωση-δημιουργία μαθηματικών ορισμών, ή τουλάχιστον για την ξεκάθαρη διατύπωση απόψεων για όρους όπως π.χ. «θεώρημα» και «πρόβλημα».

Ιστορία και στρατηγική

Με τις «Ιστορίες» του ο Ποσειδώνιος συνέχισε την «Παγκόσμια Ιστορία» του Πολυβίου. Η ιστορία του για την περίοδο 146 - 88 π.Χ. λέγεται ότι γέμισε 52 τόμους (Αθήναιου «Δειπνοσοφιστές», βιβλίο Δ΄). Οι «Ιστορίες» συνεχίζουν την καταγραφή της ανόδου και της επεκτάσεως της κυριαρχίας της Ρώμης, την οποία εμφανίζεται να υποστηρίζει. Ο Ποσειδώνιος δεν ακολούθησε το πιο αντικειμενικό ύφος του Πολυβίου, γιατί ο Ποσειδώνιος θεωρούσε τα γεγονότα ως απόρροιες της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ενώ κατανοούσε τα ανθρώπινα πάθη και παραλογισμούς, δεν τα συγχωρούσε και χρησιμοποιούσε την αφηγηματική του επιδεξιότητα για να εκμαιεύσει την επιδοκιμασία ή την καταδίκη των περιγραφόμενων πράξεων από μέρους του αναγνώστη.
Για τον Ποσειδώνιο η «Ιστορία» εκτεινόταν πέρα από τη Γη: η ανθρωπότητα δεν ήταν απομονωμένη στη δική της, πολιτική, Ιστορία, αλλά ήταν ένα τμήμα του κόσμου. Οι «Ιστορίες» του δεν αφορούν επομένως απομονωμένες ιστορίες λαών και ανθρώπων, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία για όλους τους παράγοντες και δυνάμεις (γεωγραφικοί παράγοντες, ορυκτοί πόροι, κλίμα, διατροφή), που κάνουν τους ανθρώπους να δρουν ως τμήμα του περιβάλλοντός τους.
Ως προς το έργο του Ποσειδωνίου για τη στρατηγική, την «Τέχνη του Πολέμου», ο ιστορικός Αρριανός παραπονέθηκε ότι ήταν γραμμένο «για ειδικούς», πράγμα που υποδεικνύει ότι ο Ποσειδώνιος ίσως να είχε και εμπειρία από «πρώτο χέρι» από στρατιωτική ηγεσία.

Φήμη και επιδράσεις

Στην εποχή του Ποσειδωνίου τα γραπτά του, που κάλυπταν όλους σχεδόν τους κύριους γνωστικούς κλάδους, τον κατέστησαν μια διάσημη προσωπικότητα σε όλο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ενώ τον χρησιμοποιούσαν συχνότατα ως πηγή οι σύγχρονοί του συγγραφείς, όπως ο Κικέρων, ο Λίβιος, ο Πλούταρχος, ο Στράβων (που αποκαλούσε τον Ποσειδώνιο «τον πολυμαθέστερο από όλους τους φιλοσόφους της εποχής μου»), ο Κλεομήδης, ο Σενέκας ο Νεότερος, ο Διόδωρος Σικελιώτης (που χρησιμοποίησε τον Ποσειδώνιο ως πηγή για την «Ιστορική βιβλιοθήκη» του), κ.ά.. Παρά το ότι το ρητορικό και περίτεχνο ύφος γραφής του έγινε «ντεμοντέ» λίγο μετά τον θάνατό του, ο Ποσειδώνιος επιδοκιμαζόταν όσο ζούσε για τη λογοτεχνική και υφολογική του ικανότητα.
Ο Ποσειδώνιος ήταν η κυριότερη πηγή γνώσεων για τους Κέλτες της Γαλατίας και τον επικαλούνται ευρύτατα οι Τιμαγένης, Ιούλιος Καίσαρας, Διόδωρος ο Σικελιώτης και Στράβων επί του θέματος.
Φαίνεται ότι ο Ποσειδώνιος κινιόταν με ευκολία και άνεση ανάμεσα στα ανώτατα στρώματα της ρωμαϊκής κοινωνίας ως πρεσβευτής της Ρόδου. Σχετίσθηκε με κάποιες από τις κορυφαίες μορφές της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, όπως ο Κικέρων και ο Πομπήιος (αμφότεροι τον επισκέφθηκαν αργότερα στη Ρόδο). Ο Κικέρων παρακολουθούσε σε ηλικία 20-30 ετών τις παραδόσεις του (77 π.Χ.) και στη συνέχεια αλληλογραφούσε μαζί του, ενώ στο έργο του De Finibus ακολουθεί πιστά την παρουσίαση από τον Ποσειδώνιο της ηθικής διδασκαλίας του Παναιτίου. Ο Πομπήιος επισκέφθηκε τον Ποσειδώνιο στη Ρόδο δύο φορές, το 66 π.Χ. κατά την εκστρατεία του κατά των πειρατών και το 62 π.Χ. κατά τις εκστρατείες του στην Ανατολή, οπότε και ζήτησε από τον Ποσειδώνιο να γράψει τη βιογραφία του.
Ο Πτολεμαίος ήταν εντυπωσιασμένος από τη σοφία των μεθόδων του Ποσειδωνίου, που λάβαινε υπόψη του διορθώσεις για τη διάθλαση του φωτός κοντά στον ορίζοντα.
Ο Ποσειδώνιος ενίσχυσε τον Στωικισμό με τη σύγχρονη γνώση. Μετά τον δάσκαλό του Παναίτιο, διεδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο, με τα γραπτά έργα του και τις προσωπικές του επαφές, στην εξάπλωση της Στωικής Φιλοσοφίας στον ρωμαϊκό κόσμο. Εκατό χρόνια αργότερα ο Σενέκας αναφερόταν στον Ποσειδώνιο ως έναν από εκείνους με τη μεγαλύτερη συνεισφορά στη Φιλοσοφία.
Η επίδραση του Ποσειδωνίου πάνω στη φιλοσοφική σκέψη κράτησε μέχρι τον Μεσαίωνα, όπως φαίνεται από το λήμμα του στο «Λεξικό της Σούδας».
Ο κρατήρας Ποσειδώνιος στο βόρειο ημισφαίριο της Σελήνης πήρε το όνομά του από τον Ποσειδώνιο τον Ρόδιο.
Read More

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Κλεομένης Λεωνίδου ο Γ, βασιλιάς των Σπαρτιατών

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ρασσιάς Βλάσης, «Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών», Αθήνα, 2003 
Smith William, «Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology», London, 1873  

(Σπάρτη, περίπου 260 – Αλεξάνδρεια Αιγύπτου 219, βασιλεία 235 – 222 πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης)

Βασιλιάς της Σπάρτης από το γένος των Αγιαδών, υιός και διάδοχος του Λεωνίδου του Β, σύζυγος της Αγιάτιδος, ο μεγαλύτερος κοινωνικός επαναστάτης των αρχαίων χρόνων. Γεννήθηκε γύρω στο 260 πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης από τον βασιλιά Λεωνίδα τον Β και την Κρατησίκλεια, σε μία εποχή που η Σπάρτη είχε διαβρωθεί από ανατολίτικα ήθη, τρυφηλότητα και πλεονεξία.

Ο Κλεομένης σε ασημένιο τετράδραχμο 
Το 242 ο πατέρας του, πολιτικός αντίπαλος του μεταρρυθμιστή δεύτερου (Ευρυποντίδη) βασιλιά ’Αγιδος του Δ (βασιλεία περ. 245 – 241), εξορίστηκε από την Σπάρτη, όμως το επόμενο έτος οι Έφοροι και άλλα συντηρητικά στοιχεία συνέλαβαν και θανάτωσαν με απαγχονισμό τον οραματιστή βασιλιά. Ο νεαρός ακόμα εκείνη την εποχή Κλεομένης, υποχρεώθηκε από τον μοναδικό πλέον βασιλιά πατέρα του να νυμφευθεί την Αγιάτιδα, την όμορφη και εύπορη χήρα του εκτελεσθέντος Άγιδος.

Παρ’ όλο το μίσος της για τον δολοφόνο του συζύγου της, η Αγιάτις αγάπησε τον νεαρό υιό του, Κλεομένη, ο οποίος απέδειξε στην σχέση τους στοργή, ειλικρίνεια και ανδρισμό και της δήλωσε ότι θα αφιέρωνε την ζωή του για να την κάνει ευτυχισμένη. Όταν εδραιώθηκε η πνευματική τους σχέση, η Αγιάτις άρχισε σιγά – σιγά να μιλάει σε έκταση στον Κλεομένη για τα μεταρρυθμιστικά όνειρα του δολοφονημένου πρώτου συζύγου της, για την τότε παρακμή της πολιτικής ζωής των Σπαρτιατών και για την διαφθορά των κρατούντων, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα αυτός να υιοθετήσει πλήρως τις ιδέες του Άγιδος και να θεωρήσει τον εαυτό του προορισμένο από την μοίρα να φέρει σε πέρας το έργο που είχε αρχίσει εκείνος. 

ΒΑΣΙΛΕΙΑ

Το 235 πέθανε ο Λεωνίδας ο Β και ο Κλεομένης έγινε βασιλιάς, επαναφέροντας ωστόσο την πανάρχαια διπλή βασιλεία με δεύτερο βασιλιά τον αδελφό του Ευκλείδα. Το 229 οι πελοποννησιακές πόλεις Τεγέα, Μαντινεία, Καφυαί και Ορχομενός έγιναν σύμμαχοι της Σπάρτης (κατά τον Richard Talbert και άλλους) ή, κατ’ άλλους (Πολύβιο, William Smith, κ.ά.), κατελήφθησαν από τον στρατό του Κλεομένους (η αγριότητα με την οποία θα τιμωρηθούν αργότερα αυτές οι πόλεις από τους εχθρούς του Κλεομένους μάλλον επιβεβαιώνει την πρώτη θέση). Στα τέλη του ίδιου έτους επίσης ο Κλεομένης κατέλαβε μετά από πολιορκία και οχύρωσε το Αθήναιον, στα σύνορα Σπάρτης – Μεγαλοπόλεως, ενώ ο αρχηγός του πολιτικού οργάνου των ολιγαρχικών της Πελοποννήσου, της λεγόμενης «Αχαϊκής Συμπολιτείας», Άρατος ο Σικυώνειος προσπάθησε δίχως επιτυχία να καταλάβει την Τεγέα και τον Ορχομενό με νυκτερινές επιθέσεις. 


Το 228 ο Άρατος κατέλαβε τις Καφυές και οι Έφοροι έστειλαν τον Κλεομένη επικεφαλής 5.000 πολεμιστών να λεηλατήσει την πεδιάδα του Άργους, ο δε στρατηγός της Συμπολιτείας Αριστόμαχος δίστασε να συγκρουστεί μαζί του στο Παλλάντιον, παρ’ όλο που υπερτερούσε αριθμητικά με 20.000 πεζούς και 1.000 ιππείς στην διάθεσή του. Με υψηλό το ηθικό του στρατού του, ο Κλεομένης στράφηκε μετά από λίγο ενάντια στον Άρατο που κατευθυνόταν προς την Ηλεία για να κτυπήσει την σύμμαχο της Σπάρτης Ήλιδα και κατέστρεψε τον στρατό του στους πρόποδες του Λυκαίου όρους, στις όχθες του ομώνυμου ποταμού. Η καταστροφή των Αχαιών ήταν τέτοια, που κυκλοφόρησαν έντονες φήμες ότι είχε σκοτωθεί και ο ίδιος ο Άρατος, ωστόσο εκείνος επωφελήθηκε από αυτές και με κάποια υπολείμματα της στρατιάς του κατόρθωσε να καταλάβει αιφνιδιαστικά την Μαντινεία.   

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΦΟΡΩΝ

Η απώλεια της Μαντινείας, αν και προσωρινή, προκάλεσε την γκρίνια των Εφόρων και των ολιγαρχικών, που άρχισαν να μεθοδεύουν το σταμάτημα του πολέμου με την Συμπολιτεία. Αντίθετα όμως από τα δικά τους σχέδια, ο Κλεομένης άρχισε να φέρνει στην Σπάρτη και να προσλαμβάνει πολλούς ομοϊδεάτες του μισθοφόρους. Αυτό προκάλεσε την εντονότατη ανησυχία των Εφόρων και των ολιγαρχικών, που άρχισαν να σκέπτονται πλέον σοβαρά ότι έπρεπε να φύγει από την μέση ο ιδιόρρυθμος εστεμμένος που ολοφάνερα απειλούσε την παντοδυναμία τους, ιδίως μετά την περαιτέρω ισχυροποίηση της θέσης του όταν το 227 κατέστρεψε για μία ακόμα φορά τον στρατό της Αχαϊκής Συμπολιτείας στα Λεύκτρα. Βλέποντας ο Κλεομένης ότι ήταν πια ώρα να επιβάλει το επαναστατικό πρόγραμμά του, έβγαλε όλον τον στρατό της πόλης σε εκστρατεία στην Αρκαδία και μετά επέστρεψε αιφνιδιαστικά μαζί με τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του και τους μισθοφόρους του, συνέλαβε και θανάτωσε τους 4 από τους 5 Εφόρους (ο 5ος κατέφυγε ικέτης σε Ναό), εξόρισε 80 περίπου ολιγαρχικούς και απέμεινε πλέον η μοναδική εξουσία στην Σπάρτη. 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Για να ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο την θέση του, χάρισε όλη του την ακίνητη περιουσία στην πολιτεία και προέτρεψε τους συγγενείς και τους φίλους του να πράξουν όμοια, κατήργησε επίσημα το 227 την αρχή των Εφόρων, θέσπισε το 6μελές συμβούλιο των «Πατρονόμων» και πολιτογράφησε ως Σπαρτιάτες πολίτες πολλούς περίοικους, ξένους και απελεύθερους είλωτες («υπομείονες») για να πυκνώσει τις τάξεις του στρατού του (τον οποίο όπλισε με μακρά δόρατα, όπως τα μακεδονικά) έως τον αριθμό των 4.000 πολεμιστών. Στην συνέχεια έβαλε σε εφαρμογή το επαναστατικό πρόγραμμα του Άγιδος, με την ιδεολογική υποστήριξη της συζύγου του και του στωϊκού φιλοσοόφου Σφαίρου του Βορυσθενίτη, καταργώντας τα χρέη και τις υποθήκες, προβαίνοντας σε κοινωνικοποίηση και αναδιανομή της ιδιοκτησίας γης σε 4.000 ίσα μερίδια και επαναφέροντας την «λυκούργειο αγωγή» στην εκπαίδευση των μικρών Σπαρτιατών και τα παραδοσιακά «συσσίτια», τον «μέλανα ζωμό» και το ερυθρό ένδυμα των «ομοίων» πολιτών. 

Το επαναστατικό έργο του Κλεομένους συνδυάστηκε και με στρατιωτικό. Το 226, ενώ οι σύμμαχοί του Ηλείοι έδιωχναν τους Αχαιούς από την Ακρώρεια, ο ίδιος εκστράτευσε ενάντια στην Δύμη, επικεφαλής σπαρτιατικού και συμμαχικού στρατού 20.000 ανδρών. Προσπαθώντας να υπερασπιστεί την Δύμη, ο Άρατος παρέταξε τον δικό του στρατό στο Εκατόμβαιον, όπου όμως ηττήθηκε για μία ακόμα φορά κατά κράτος. Περί το 224 οι περισσότερες πόλεις της• Πελοποννήσου είχαν περάσει με την πλευρά της Σπάρτης, δεχόμενες επιπρόσθετα τις κοινωνικές αλλαγές του Κλεομένους και ο Άρατος βρισκόταν σε τόσο απελπιστική θέση, που τελικά υποχρεώθηκε να στραφεί για βοήθεια στον έως τότε εχθρό του βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο τον Γ τον Δώσωνα, με δέλεαρ την παραχώρηση της Κορίνθου. 

Για να κρατήσει τον ενωμένο στρατό των, μέχρι πριν από λίγο εχθρών, Μακεδόνων και Αχαιών, ο Κλεομένης οχύρωσε τον Ισθμό, όμως ο υποκινημένοι από τον Άρατο Αργείοι ολιγαρχικοί στασίασαν εναντίον του και έσφαξαν την σπαρτιατική φρουρά, υποχρεώνοντάς τον να εγκαταλείψει την περιοχή για να επανακαταλάβει το Άργος, γεγονός που φυσικά επέτρεψε στον Αντίγονο Δώσωνα να εισβάλει στην Πελοπόννησο. Λίγο πριν του παραδώσουν όμως την πόλη οι στασιαστές, ο Κλεομένης δέχθηκε την επίθεση του ιππικού των Μακεδόνων, κινδύνευσε να περικυκλωθεί και εσπευσμένα υποχώρησε στην Τεγέα, όπου επιπρόσθετα πληροφορήθηκε τον θάνατο της αγαπημένης γυναίκας του.  



ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Ο Αντίγονος αποκατέστησε παντού τους ολιγαρχικούς, κήρυξε «στασιαστή» και επικήρυξε τον Κλεομένη και μέσα στο 223 κατέλαβε την Τεγέα, τον Ορχομενό και την Μαντίνεια, της οποίας ο πληθυσμός πουλήθηκε στα σκλαβοπάζαρα από τον Άρατο. Ο απομονωμένος τώρα πια Κλεομένης, αφού απελευθέρωσε χιλιάδες είλωτες για να ενισχύσει τον στρατό του, κατέλαβε για αντιπερισπασμό και λεηλάτησε την Μεγαλόπολη. Όντας σε πολύ δυσχερή θέση, στις αρχές του επόμενου έτους στράφηκε προς βοήθεια στον βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίο τον Γ, τον επονομαζόμενο «Ευεργέτη», ο οποίος όμως αν και ήταν δεδηλωμένος εχθρός του Δώσωνος, φοβούμενος προφανώς τις επαναστατικές ιδέες του Σπαρτιάτη βασιλιά, υποσχέθηκε βοήθεια μόνο με την συμφωνία ότι προηγουμένως θα έχει ως όμηρους τη μητέρα του Κρατησίκλεια και τα παιδιά του. Η γενναία γυναίκα ωστόσο, όταν άκουσε την .


 
Η Κρατησίκλεια αναχωρεί για την Αίγυπτο

απαίτηση του μονάρχη της Αιγύπτου, εμψύχωσε η ίδια τον υιό της και επιβιβάστηκε υπερήφανα στο αιγυπτιακό πλοίο που περίμενε στο Ταίναρο, σίγουρη ότι πρόσφερε έτσι τον εαυτό της για την σωτηρία της πατρίδα της. 

Τον Ιούλιο του 222 ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αντίγονος Δώσων και ο στρατηγός των Αχαιών Φιλοποίμην, βάδισαν από το Άργος ενάντια στην Σπάρτη επικεφαλής 30.000 ανδρών, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και Αγριάνες, Βοιωτοί, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Ιλλυριοί και Γαλάτες. Για να τους αναχαιτίσει, ο Κλεομένης κατέλαβε τα στενά της Σελλασίας επικεφαλής περίπου 10.000 ανδρών, από τους οποίους, εξ ανάγκης πλέον, οι 4.000 ήσαν μισθοφόροι. Στην φονική μάχη που ακολούθησε, ο στρατός του Κλεομένους ηττήθηκε κατά κράτος (μετά από προδοσία σύμφωνα με τον Φύλαρχο) και κατασφάχτηκε και έπεσε ο αδελφός και συμβασιλιάς του Ευκλείδας.




Η μάχη της Σελλασίας (λεπτομέρεια) από την σειρά
«Ancient Warfare»
Από τους 6.000 Λακεδαιμόνιους πολεμιστές επέζησαν μόνον 200. Μαζί με 20 περίπου ιππείς, ο νικημένος επαναστάτης επέστρεψε στην Σπάρτη, συγκέντρωσε και συμβούλεψε τους συμπολίτες του να μην αντισταθούν στους εισβολείς για ν' αποφευχθεί ο πλήρης αφανισμός της Σπάρτης από προσώπου γης και, μέσω Γυθείου, διέφυγε με τους στενούς συγγενείς και συνεργάτες του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αναζητώντας στον βασιλιά Πτολεμαίο όχι μόνο καταφύγιο αλλά και βοήθεια για συγκέντρωση ενός νέου στρατού.  

Σε λίγο οι Αντίγονος και Άρατος μπήκαν στην Σπάρτη, περνώντας επάνω από τα νεκρά κορμιά των γερόντων που είχαν παραταχθεί οπλισμένοι στην περίμετρο της πατρίδας πόλης τους, για «να πεθάνουν τουλάχιστον ελεύθεροι» και για πρώτη φορά στην Ιστορία της η Σπάρτη καταλήφθηκε από ξένο στρατό. Οι κατακτητές κατέλυσαν μία προς μία τις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους, κατάργησαν την βασιλεία και την λυκούργεια οργάνωση «κατά κώμας», επανέφεραν την ολιγαρχία και την αρχή των Εφόρων (διορίζοντας μάλιστα στις σχετικές θέσεις αποκλειστικά μακεδονόφρονες), απαγόρευσαν κάθε «λυκούργειο» στοιχείο στην διαπαιδαγώγηση των νέων και περιόρισαν την πολιτική κυριαρχία των Σπαρτιατών έως τα σύνορα της κοιλάδας του Ευρώτα. 

ΗΡΩΪΚΟ ΤΕΛΟΣ

Στα τέλη του χειμώνα του 219 ο διεφθαρμένος Πτολεμαίος Δ ο «Φιλοπάτωρ» που είχε διαδεχθεί τον δολοφονημένο Πτολεμαίο Γ, φυλάκισε ως ύποπτους φυγής τον αυτοεξόριστο Κλεομένη, την οικογένειά του και τους λίγους συνεργάτες τους. Κρατούμενος κατ' οίκον ο Κλεομένης, κατόρθωσε ωστόσο, σε συνεργασία με τους ιερείς του Άμμωνος που απεχθάνονταν τον «Φιλοπάτορα», να οργανώσει την άνοιξη ανταρσία της φρουράς της πόλης Κανώβου και ταυτόχρονη ένοπλη δραπέτευσή του μαζί με τους 13 άνδρες συντρόφους του. Στον «Βίο» του Κλεομένους, ο Πλούταρχος περιγράφει: «όρμησαν στους δρόμους και καλούσαν τον λαό να ξεσηκωθεί για την ελευθερία του. Εκείνοι όμως, όπως φαίνεται, δεν είχαν διόλου ανδρεία, αλλά περιορίζονταν απλώς να επαινούν και να θαυμάζουν την τόλμη του Κλεομένους, κανείς όμως δεν είχε το θάρρος να τον ακολουθήσει ή να συμπαραταχθεί στον αγώνα του». 

Όντως, αφού διέλυσαν την φρουρά της πόλης και τον αρχηγό της Πτολεμαίο τον Χρυσέρμου, κάτω από τις ζητωκραυγές και τις προσευχές του φοβισμένου πλήθους, οι 14 εκείνοι Σπαρτιάτες παρέλασαν υπερήφανα με τα ξίφη στα χέρια στους κεντρικούς δρόμους της Αλεξάνδρειας, φωνάζοντας στους κατοίκους της ότι ήσαν πλέον ελεύθεροι από την τυραννική εξουσία του «Φιλοπάτορος». Όμως το δουλικό πλήθος τίποτε δεν έκανε επί μία ολόκληρη ημέρα, από το να τους ραίνει με άνθη και να ψάλλει άσματα που τους εξυμνούσαν ως... «μεσσίες». Απογοητευμένος ο Κλεομένης, προσπάθησε να επιτεθεί στις φυλακές για να αποκτήσει τουλάχιστον κάποιους ανθρώπους που θα ήθελαν να πολεμήσουν για την ελευθερία τους, αλλά ήταν πλέον αργά γιατί ό,τι είχε απομείνει από τη φρουρά της πόλης τώρα είχε παραταχθεί εμπρός από τις φυλακές. 

Στο τέλος της ημέρας, επέστρεψε και ο στρατός του Πτολεμαίου από την Κάνωβο και στο άκουσμά του, το δουλικό και φοβισμένο πλήθος των χειροκροτητών κλείστηκε πανικόβλητο στα σπίτια του. Μόνοι οι 14 Σπαρτιάτες έμειναν απέναντι σε έναν ολόκληρο στρατό και αποφάσισαν να μην επιτρέψουν να ηττηθούν ή να συλληφθούν, επιλέγοντας εκείνο που οι στωϊκοί, τους οποίους τόσο πολύ θαύμαζε ο Κλεομένης, αποκαλούσαν «εύλογον αναχώρησιν». Με ένα σήμα του βασιλιά τους, ύψωσαν όλοι τα ξίφη και μετά τα κάρφωσαν στα στήθη τους. Έτσι χάθηκε ο αγνός εκείνος εστεμμένος επαναστάτης, ο μεγαλύτερος επαναστάτης του αρχαίου κόσμου, «ο τελευταίος μεγάλος άνδρας της Σπάρτης» κατά τον William Smith, προσπαθώντας, όπως έγραψαν οι Botsford και Robinson, «να ξεσηκώσει επανάσταση στο όνομα της Ελευθερίας, μίας λέξης που οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας δεν καταλάβαιναν».  

Ο Πτολεμαίος διέταξε στην συνεχεία να σφαχτούν όλοι οι φυλακισμένοι συγγενείς των 14 Σπαρτιατών και να γδαρθεί και ανασταυρωθεί σε δημόσια θέα το νεκρό σώμα του Κλεομένους για να παραδειγματισθεί ο όχλος. Η έκθεση όμως του κακοποιημένου νεκρού σώματος έφερε αντίθετα αποτελέσματα: το φοβισμένο πλήθος προσερχόταν κατά κύματα μπροστά στον εσταυρωμένο νεκρό ήρωα και προσευχόταν αποκαλώντας τον «υιό των Θεών» (...) Αναφέρεται μάλιστα από τον Πλούταρχο, ότι ένα μεγάλο φίδι, ιερό ζώο του Θεού Οσίριδος, βρέθηκε μία αυγή κουλουριασμένο γύρω από το κεφάλι του νεκρού. Το γεγονός αυτό αύξησε την πίστη του πλήθους ότι ο Κλεομένης ήταν όντως ο... «μεσσίας» και υποχρέωσε τον «Φιλοπάτορα» να τελέσει πολυήμερους καθαρμούς στην πόλη, τα τείχη και τα ανάκτορα. 


Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ρασσιάς Βλάσης, «Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών», Αθήνα, 2003 
Smith William, «Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology», London, 1873 

Ο ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΛΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Η ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ 

(Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά «ΕΠΙΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ») 

...Σε δυσχερή θέση ο Κλεομένης το έτος 222, εστράφη προς βοήθεια στον Πτολεμαίο, ο οποίος όμως φοβούμενος τις επαναστατικές ιδέες του Σπαρτιάτου βασιλέως, υπεσχέθη βοήθεια μόνο με την συμφωνία ότι προηγουμένως θα του στείλει ο Κλεομένης ως ομήρους τη μητέρα του Κρατησίκλεια και τα παιδιά του. Η γενναία γυναίκα ωστόσο, όταν άκουσε την απαίτηση του μονάρχου της Αιγύπτου, ενεψύχωσε η ίδια τον υιό της και επεβιβάσθη υπερηφάνως στο αιγυπτιακό πλοίο που ανέμενε στο Ταίναρο, σίγουρη ότι προσέφερε έτσι τον εαυτό της για την σωτηρία της Σπάρτης. Συγκινητική περιγραφή κάνει ο Πλούταρχος, ενώ ο νεώτερος ποιητής μας Καβάφης της έχει αφιερώσει ένα γνωστό ποίημά του: 

Εν Σπάρτηι  
Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε- 
δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει 
προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος 
για εγγύησιν της συμφωνίας των ν' αποσταλεί κι αυτή 
εις Αίγυπτον και να φυλάττεται• 
λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα. 
Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει• κι όλο δίσταζε. 
Κι όλο άρχιζε να λέγει• κι όλο σταματούσε. 
Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε 
(είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές), 
και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί. 
Και γέλασε• κ' είπε βεβαίως πιαίνει. 
Και μάλιστα χαίρονταν που μπορούσε νάναι 
στο γήρας της οφέλιμη στην Σπάρτη ακόμη. 
Όσο για την ταπείνωσι - μα αδιαφορούσε. 
Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός 
να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός• 
όθεν κ' η απαίτησίς του δεν μπορούσε 
πραγματικώς να ταπεινώσει Δέσποιναν 
Επιφανή ως αυτήν• Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα. 

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης)  
Το θέρος του ιδίου έτους, ο βασιλεύς των Μακεδόνων Αντίγονος Δώσων και ο στρατηγός των Αχαιών Φιλοποίμην, επικεφαλής 30.000 ανδρών με ανάμεσά τους Αγριάνες, Βοιωτούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Ιλλυριούς, ακόμη και Γαλάτες, εβάδισαν από το Άργος, εναντίον της Σπάρτης και, προς αντιμετώπισή τους, ο Κλεομένης κατέλαβε τα στενά της Σελλασίας επικεφαλής περίπου 10.000 ανδρών τους οποίους παρέταξε στους εκεί δύο λόφους Εύαν και Όλυμπο. Για να μπορέσει να παρατάξει αυτό τον σημαντικό αριθμό ανδρών απέναντι στη μεγάλη στρατιά των εισβολέων, εξ ανάγκης πλέον, αρκετοί από τους άνδρες του ήσαν μισθοφόροι (μόνον 6.000 αναφέρονται οι τακτικοί Λακεδαιμόνιοι οπλίτες και ιππείς). Η μάχη που ακολούθησε, υπήρξε σκληρή και φονική. Συμφώνως προς μία εκδοχή, ο αδελφός του Κλεομένους βασιλεύς Ευκλείδας, ηγούμενος του ενός κέρατος του σπαρτιατικού στρατού που κατείχε τον λόφο Εύαν, επέτρεψε ανοήτως στους εχθρούς του ν’ αναρριχηθούν έως την κορυφή του λόφου προτού τους κτυπήσει, με αποτέλεσμα να κατασφαγούν οι περικυκλωμένοι άνδρες του και ο ίδιος να αιχμαλωτισθεί. Παρά τον ηρωϊκό αγώνα του Κλεομένους, και το δικό του κέρας ηττήθη κατά κράτος μετά την απόπειρά του να βοηθήσει τους αποκλεισμένους άνδρες του στον απέναντι λόφο, εγκαταλείποντας  την οχυρά θέση του και επιτιθέμενος κατά του κυρίως όγκου της εχθρικής παρατάξεως, ενάντια στη Μακεδονική Φάλαγγα. Εκεί, ενώ συνεπλέκοντο οι Σπαρτιάτες  αγρίως, και σε αρκετές περιπτώσεις νικηφόρα με την φοβερή Μακεδονική Φάλαγγα, την οποία είχαν υποχρεώσει να υποχωρήσει γύρω στα πέντε στάδια, εδέχθησαν την ταυτόχρονη πλάγια σαρωτική επίθεση του πολυαρίθμου, άνω των 1.200 ανδρών, ιππικού των εισβολέων και των νικητών του λόφου Εύα στα νώτα τους, διέλυσαν τις γραμμές τους και κατεσφάγησαν. Ο Φύλαρχος πάντως, σε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή, απέδωσε την ήττα της Σελλασίας σε προδοσία κατά του Κλεομένους. Συμφώνως προς αυτή την εκδοχή, ο Αντίγονος είχε δωροδοκήσει τον αρχηγό των ανιχνευτών του σπαρτιατικού στρατού, κάποιον Δαμοκλή ή Δαμοτέλη («ΤΟΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΡΥΠΤΕΙΑΣ ΤΕΤΑΓΜΕΝΟΝ»), που είχε δώσει λανθασμένες πληροφορίες στους δύο βασιλείς για τις πραγματικές θέσεις και αριθμούς των εχθρών, και ο Ευκλείδας περιεκυκλώθη πολύ αργότερα, ενώ ήδη δηλαδή ο Κλεομένης συνεκρούετο με τον κύριο όγκο των Μακεδόνων. 
Όταν πάντως έπεσε η νύκτα, με μόνον 200 από τους 6.000 Λακεδαιμονίους να έχουν επιζήσει, ο Κλεομένης επέστρεψε με ελαχίστους ιππείς στην Σπάρτη και συνεβούλευσε τους συμπολίτες του να μην αντισταθούν στους εισβολείς για ν’ αποφευχθεί ο πλήρης αφανισμός της Σπάρτης από προσώπου γής. Εν συνεχεία, μέσω Γυθείου, διέφυγε με τους στενούς συγγενείς και συνεργάτες του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, αναζητώντας την βοήθεια του βασιλέως Πτολεμαίου του Γ, του επονομαζομένου «Ευεργέτου», ο οποίος ήταν δεδηλωμένος εχθρός του Αντιγόνου.  
Ο τελευταίος αυτός, μαζί με τον υπέρφρονα Άρατο, ο οποίος φορούσε και αυτός βασιλική πορφύρα, έφθασε μπροστά στην Σπάρτη και έστειλε κήρυκα απαιτώντας να του παραδοθεί η πόλη άνευ όρων. Κανείς ωστόσο στην ατείχιστη Σπάρτη δεν ετόλμα να κάνει την ταπεινωτική παράδοση. Κάποιοι ελάχιστοι πολεμιστές μάλιστα, πολλοί εκ των οποίων νεαρά παιδιά και υπέργηροι, εξήλθαν με το δόρυ στο χέρι και εστάθησαν σε παράταξη στην περίμετρο της πόλεως, για μίαν ακόμη φορά, όπως και επί Αγησιλάου και Αρχιδάμου, αυτή την φορά όμως, όχι για να πολεμήσουν αλλά για να πεθάνουν ελεύθεροι. Η Σπάρτη θα πέθαινε ορθή, δίχως την ταπείνωση μίας παραδόσεως. Όντως, οι Μακεδόνες έκαμαν την επίθεσή τους και οι τελευταίοι υπερασπιστές της Σπάρτης έπεσαν στην θέση τους, πιστοί στο ότι μόνον επάνω από νεκρούς Σπαρτιάτες περνά ο εχθρός. Η πόλη, για πρώτη φορά στην Ιστορία της, κατελήφθη από ξένο στρατό.  
Ωστόσο ο νικητής Αντίγονος Δώσων, που έπασχε από φυματίωση, έπαθε κρίση με αιμόπτυση αμέσως μόλις εισήλθε στη Σπάρτη και, φοβούμενος μήπως προκαλεί τους επιχωρίους Θεούς, απέφυγε να προβεί σε βιαιότητες. Αντιθέτως μάλιστα, οργάνωσε εξευμενιστικές και ευχαριστήριες θυσίες στους Ναούς της Σπάρτης σε συνεργασία με τους ολίγους μακεδονόφρονες της πόλεως και απεχώρησε αυθημερόν, επειδή οι Ιλλυριοί είχαν εισβάλει στη Μακεδονία, αφού προηγουμένως είχε εγκαταστήσει ισχυρή φρουρά υπό τον Βοιωτό Βραχύλη. Ο Βραχύλης, εξουσιοδοτημένος υπό του Αντιγόνου, κατέλυσε μία προς μία τις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους, κατήργησε την Βασιλεία και την λυκούργειο  οργάνωση «κατά κώμας», επανέφερε την Ολιγαρχία και την αρχή των Εφόρων διορίζοντας μάλιστα στις σχετικές θέσεις αποκλειστικώς μακεδονόφρονες. Απηγόρευσε ακόμη κάθε «λυκούργειο» στοιχείο στην διαπαιδαγώγηση των νέων και περιόρισε την πολιτική κυριαρχία των Σπαρτιατών έως τα σύνορα της κοιλάδος τους.  
Επί τρία σχεδόν έτη (222 – 220), στην Σπάρτη επεκράτησε μία σκληρή Μακεδονοκρατία, καθώς με την απώλεια του Κλεομένους κατ’ ουσίαν εχάθη κάθε έννοια ελευθερίας στην Λακωνική κοιλάδα. Όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, ο Κλεομένης θα χάσει την ζωή του το έτος 219 στην Αίγυπτο, προσπαθώντας όπως γράφουν οι Botsford και Robinson, «να ξεσηκώσει επανάσταση στο όνομα της Ελευθερίας, μίας λέξεως που οι κάτοικοι της Αλεξανδρείας δεν καταλάβαιναν». Στην πόλη της Σπάρτης, επικρατούσαν πλέον οι προδότες μακεδονόφρονες, οι οποίοι, με πρώτο όπλο τους την σκληρή αρχή των Εφόρων και κεντρικό πολιτικό σύνθημά τους το «ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΝ ΤΟΙΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣΙ», υπεδαύλιζαν επιμελώς την διχόνοια, την αθλιότητα και την ηττοπάθεια στους ταπεινωμένους Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη θα μείνει έτσι επί τρία ολόκληρα έτη, δίχως βασιλείς ή άλλους αντιστασιακούς άνδρες, για να μπορούν να ασυδοτούν ανενόχλητοι οι Έφοροι και οι λοιποί αρχομανείς ολιγαρχικοί.  
Το έτος 220 πάντως, με τον λαό της Σπάρτης να έχει σταδιακά αποκτήσει μία κάποια αυτοπεποίθηση και ήδη να κυκλοφορούν φήμες ότι επρόκειτο να επιστρέψει ο βασιλεύς τους, άρχισε να επικρατεί μεγάλη πολιτική αναστάτωση, κυρίως ανάμεσα στους νέους, με κεντρικό αίτημα το «ΙΣΟΝ ΜΕΤΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ» με αποκορύφωμα την οργάνωση κατά την διάρκεια μίας θυσίας στο Ναό της Θεάς Αθηνάς Χαλκιοίκου της αιφνιδιαστικής σφαγής, υπό νεαρών οπλιτών που συμμετείχαν στην θυσιαστική πομπή όλων των προδοτών Εφόρων της θητείας 221 / 220 και των περί τον μακεδονόφρονα Γυρίδα γερουσιαστών, οι οποίοι πριν από λίγο είχαν εκδιώξει τον απεσταλμένο των Αιτωλών Μαχατά που είχε προτείνει δράση κατά των Αχαιών. Οι εκλεγέντες υπό των δημοκρατών αντικαταστάτες Έφοροι για τους μήνες της θητείας που απέμεναν, προς ικανοποίηση του λαϊκού συναισθήματος «ΑΠΕΧΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΝ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ», επέλεξαν, όπως ήταν αναμενόμενο, μία αντιμακεδονική στο εξής πολιτική και, αποδεχόμενοι εν τέλει την πρόσκληση των Αιτωλών, συνετάχθησαν με τους τελευταίους στον πόλεμο μεταξύ Αιτωλών και Αχαιών (220 - 217). 
Το επόμενο έτος (219), ο διαδεχθείς τον δολοφονηθέντα Πτολεμαίο Γ, Πτολεμαίος Δ ο επονομαζόμενος «Φιλοπάτωρ», ενεχόμενος αμέσως στην δολοφονία, έκφυλος και άβουλος, εφυλάκισε ως ύποπτο φυγής τον αυτοεξόριστο βασιλέα Κλεομένη, την οικογένειά του και τους λίγους συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και τον στενό συνεργάτη του Παντέα, με τη νεαρή σύζυγό του που τον είχε ακολουθήσει στην Αίγυπτο παρά την θέληση των γονέων της),  με αφορμή παλαιότερες διαβολές των Εφόρων που είχαν δράσει σε συνεργασία με τον σύμβουλο του μονάρχου Σωσίβιο. Κρατούμενος κατ’ οίκον ο Κλεομένης, κατόρθωσε ωστόσο, σε συνεργασία με τους ιερείς του Άμμωνος που απεχθάνονταν τον εναγή πατροκτόνο, να οργανώσει την άνοιξη του έτους αυτού ανταρσία της φρουράς της πόλεως Κανώβου, καθώς και την ταυτόχρονη ένοπλη δραπέτευσή του μαζί με τους 13 άνδρες συντρόφους του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κουτσός Ιππότας. Εδώ, αφού υπενθυμίσω το γραφέν από τους Botsford και Robinson, ότι ο Κλεομένης προσεπάθησε στην Αλεξάνδρεια «να ξεσηκώσει επανάσταση στο όνομα της Ελευθερίας, μίας λέξεως που οι κάτοικοι της Αλεξανδρείας δεν καταλάβαιναν», θα παραθέσω την περιγραφή του Πλουτάρχου, στο 37 του «Βίου» του Κλεομένους. Περιγράφοντας λοιπόν, αυτή την έσχατη απόπειρα του γενναίου εκείνου βασιλέως να τιμήσει την ελευθεροπρέπεια που, ως Σπαρτιάτης, είχε διδαχθεί ότι αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του πραγματικού Ανθρώπου, γράφει: «όρμησαν στους δρόμους και καλούσαν τον λαό να ξεσηκωθεί για την ελευθερία του. Εκείνοι όμως, όπως φαίνεται, δεν είχαν διόλου ανδρεία, αλλά περιορίζοντο απλώς να επαινούν και να θαυμάζουν την τόλμη του Κλεομένους, κανείς όμως δεν είχε το θάρρος να τον ακολουθήσει ή να συμπαραταχθεί στον αγώνα του». 
Αφού εξόντωσαν λοιπόν την φρουρά της πόλεως και τον αρχηγό της Πτολεμαίο τον Χρυσέρμου, κάτω από τις ζητωκραυγές και τις προσευχές του φοβισμένου πλήθους, οι 14 εκείνοι Σπαρτιάτες παρήλασαν υπερηφάνως με τα ξίφη στα χέρια στους κεντρικούς δρόμους της Αλεξανδρείας, φωνάζοντας στους Αλεξανδρινούς ότι είναι πλέον ελεύθεροι από την τυραννική εξουσία των Πτολεμαίων. Όμως το δουλικό πλήθος τίποτε δεν έκανε επί μία ολόκληρη ημέρα, από το να τους ραίνει με άνθη και να ψάλλει άσματα που τους εχαιρέτιζαν σαν... «μεσσίες». Αφού έχασε τον χρόνο του με αυτούς τους άθλιους ανθρώπους, ο Κλεομένης προσεπάθησε να επιτεθεί στις φυλακές για να αποκτήσει τουλάχιστον κάποιους ανθρώπους που θα ήθελαν να πολεμήσουν για την ελευθερία τους, αλλά ήταν πλέον αργά γιατί ό,τι είχε απομείνει από τη φρουρά της πόλεως τώρα είχε παραταχθεί εμπρός από τις φυλακές.   
Στο τέλος της ημέρας, επέστρεψε και ο στρατός του Πτολεμαίου από την Κάνωβο και στο άκουσμά του, το δουλικό και φοβισμένο πλήθος των χειροκροτητών εισήλθε πανικόβλητο στα σπίτια του. Μόνοι οι 14 Σπαρτιάτες έμειναν απέναντι σε έναν ολόκληρο στρατό και αποφάσισαν να μην επιτρέψουν να ηττηθούν ή να συλληφθούν, επιλέγοντας εκείνο που οι Στωϊκοί, τους οποίους τόσο εθαύμαζε ο Κλεομένης, απεκάλουν «εύλογον αναχώρησιν». Με ένα σήμα του βασιλέως τους, ύψωσαν όλοι τα ξίφη και μετά τα κάρφωσαν στα στήθη τους. Τελευταίος αυτοκτόνησε ο Παντέας, που εθεωρείτο ο πλέον θαρραλέος, και προτού «αποχωρήσει» και αυτός έπρεπε να σιγουρευθεί ότι ήσαν νεκροί όλοι οι σύντροφοί του. Με συγκινητικό τρόπο ο Πλούταρχος μας περιγράφει το πώς εξεψύχησε ο μεγάλος εκείνος πολεμιστής επάνω στο κορμί του νεκρού βασιλέως του. Ο θρασύδειλος Σωσίβιος διέταξε εν συνεχεία την σφαγή των φυλακισμένων συγγενών των 14 Σπαρτιατών και την ανασταύρωση του νεκρού σώματος του Κλεομένους σε δημόσια θέα για να παραδειγματισθεί ο όχλος. Οι Σπαρτιάτισσες αντιμετώπισαν με εξαιρετική γενναιότητα και αξιοπρέπεια τον δήμιο, ιδίως η νεαρή σύζυγος του Παντέα της οποίας, δυστυχώς, δεν έχει διασωθεί ούτε τ’ όνομά της. Ο Πλούταρχος θα γράψει σχετικά, ότι «η Σπάρτη, σε αυτά τα τελευταία της χρόνια, ηγωνίσθη και με το γυναικείο δράμα ισάξια με το ανδρικό και απέδειξε ότι η Αρετή δεν μπορεί να εξευτελισθεί με την τύχη».  
Η ανασταύρωση του νεκρού σώματος του Κλεομένους, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που ήθελε ο Σωσίβιος, μολονότι μακρινά και ξένα προς τα ήθη των Ελλήνων. Το φοβισμένο πλήθος προσήρχετο κατά κύματα εμπρός στον εσταυρωμένο νεκρό ήρωα και επροσεύχοντο αποκαλώντας τον «υιό των Θεών» (...), πράγμα που υπεχρέωσε τον Σωσίβιο να βάλει φρουρά γύρω από τον νεκρό. Αναφέρεται μάλιστα από τον Πλούταρχο, ότι ένα μεγάλο φίδι, ιερό ζώο του Θεού Οσίριδος, ευρέθη μία αυγή κουλουριασμένο γύρω από το κεφάλι του νεκρού. Το γεγονός αυτό αύξησε την πίστη του πλήθους ότι ο Κλεομένης ήταν όντως ο... «μεσσίας» και υπεχρέωσε τους Πτολεμαίους να κάνουν πολυήμερους καθαρμούς στην πόλη, τα τείχη και τα ανάκτορα. 
Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην μακρινή Αίγυπτο, στην Σπάρτη, οι Έφοροι της περιόδου 220 / 219 που είχαν ξαναρχίσει να ερωτοτροπούν με τα ολιγαρχικά στοιχεία, εσφάγησαν και αυτοί, ενώ οι αντικαταστάτες τους εψήφισαν την επαναφορά της παραδοσιακής διπλής Βασιλείας... 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ρασσιάς Βλάσης, «Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών», Αθήνα, 2003 
Smith William, «Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology», London, 1873  

Read More

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Η ανάπτυξη της πόλης και οι διαδρομές των ρεμάτων στην Αθήνα


“… οι Έλληνες απέφευγαν να χαράξουν δρόμους, σε κάθε περίπτωση που το νερό είχε την καλοσύνη να αναλάβει αυτό το έργο. Σε τούτη τη χώρα,όπου ο άνθρωπος ελάχιστα αντιτίθεται στη δουλειά που κάνει η φύση, οι χείμαρροι είναι δρόμοι βασιλικοί, τα ρυάκια δρόμοι επαρχιακοί και τα χαντάκια δρόμοι κοινοτικοί. Οι καταιγίδες έχουν αναλάβει το έργο των μηχανικών που κατασκευάζουν γέφυρες κ’ η βροχή συντηρεί, χωρίς έλεγχο, τους δρόμους μεγάλης και μικρής κυκλοφορίας”
(Ε. Αμπού, 1968, Ο βασιλεύς των ορέων, Αθήνα: Γαλαξίας, μτφ. Α.
Φραγκιά, γαλλική έκδοση 1853)
Το νερό υπήρξε ιστορικά μια καθοριστική παράμετρος για τη χωροθέτηση οικισμών στην Αττική. Η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους και σημαντικές φυσικές πηγές συνέβαλαν στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού ρεμάτων, από τα οποία σήμερα δεν μπορούν να εντοπιστούν περισσότερα από το 10% (περίπου 70 από τα 700). Το εύφορο έδαφος κοντά στα ρέματα προσέλκυσε ανθρώπινους οικισμούς από την αρχαιότητα. Κατά την αρχαιότητα τα ρέματα και τα ποτάμια εθεωρούντο ιεροί χώροι και πολλά ιερά έχουν βρεθεί κατά μήκος των διαδρομών τους. Ήταν περιοχές για ειρηνικούς περιπάτους και αναψυχή. Μάλιστα ο Πλάτωνας αναφέρεται στην ομορφιά του τοπίου του Ιλισσού, όπου ο Σωκράτης έκανε φιλοσοφικές συζητήσεις με τους μαθητές του.
Μέχρι περίπου το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι όχθες των ρεμάτων και των ποταμών διατηρούσαν το χαρακτήρα τους ως “φύση” και ως χώροι αναψυχής για τους κατοίκους της πόλης. Το τοπίο της Αττικής δεν είχε σημαντικά αλλοιωθεί και ένα πυκνό δίκτυο ρεμάτων αποτελούσε σημαντικό χαρακτηριστικό του. Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και, ειδικότερα, με την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, το πρόσωπο της Αττικής μεταβλήθηκε ταχύτατα, τόσο που σήμερα δεν αναγνωρίζεται και οι διαδρομές των ρεμάτων δεν διακρίνονται, ούτε βέβαια μπορούν να τις ακολουθήσουν οι φυσιολάτρες περιπατητές.
Η κερδοσκοπία στη γη και η εξαφάνιση των ρεμάτων
Τρεις χρονικές τομές στην ιστορία της Αθήνας είναι σημαντικές για να κατανοήσει κανείς, αφ’ ενός τις διαδικασίες ανάπτυξης της πόλης και αφ’ ετέρου την τύχη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη: η επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ανεξάρτητου κράτους το 1834. η εγκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία μετά το 1922. και η μεταπολεμική ανοικοδόμηση.
Η νέα πρωτεύουσα
Την εποχή που ιδρύθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος το 1830, Η Αθήνα ήταν ένας μικρός οικισμός 9.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους την είχαν εγκαταλείψει στην διάρκεια του πολέμου και άρχιζαν τότε να επιστρέφουν στις εστίες τους. Όμως η Αθήνα έπαιζε ένα σημαντικό ιδεολογικό ρόλο ως λίκνο της δημοκρατίας και ως σύμβολο ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος έπρεπε με κάθε μέσο να αποσυνδεθεί από την οθωμανική παράδοση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα ήταν η κατ’ εξοχήν θέση για την πρωτεύουσα του νέου κράτους (Ο Τσιώμης λέει πως, ακόμη κι αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να επινοηθεί).
Στη σύντομη περίοδο ανάμεσα στο 1830 και το 1831, η γη στην Αττική άλλαξε χέρια, από τις οθωμανικές ιδιωτικές και δημόσιες ιδιοκτησίες στους Έλληνες της διασποράς. Το κράτος την εποχή εκείνη, μη διαθέτοντας τα οικονομικά μέσα και τα θεσμικά εργαλεία, έχασε μια μοναδική ευκαιρία να αποκτήσει τον έλεγχο της γης και της μελλοντικής αστικής ανάπτυξης (∆ρίκος, 1994). Όταν έγινε γνωστό ότι η Αθήνα είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα, οι αγοραπωλησίες πολλαπλασιάστηκαν. Ενώ συντάσσονταν σχέδια για τη νέα πρωτεύουσα, η ζήτηση αστικών οικοπέδων αυξήθηκε δραματικά και οι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων άρχισαν να τις υποδιαιρούν σε μικρά οικόπεδα και να τις πουλούν στην αγορά γης (Μπίρης, 1966).
Ήδη από αυτή την περίοδο διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής γαιοκτησίας στην Ελλάδα, δηλαδή η κατάτμησή της σε πολύ μικρά οικόπεδα. Η ιδιοκτησία γης θεωρείται ως η μόνη υγιής βάση για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και περνάει ένας μεγάλος αριθμός νόμων για την προώθηση και την προστασία της. Η ελπίδα ήταν ότι μια ευάριθμη “τάξη” μικροϊδιοκτητών θα υποστήριζε το θρόνο και την κρατική εξουσία (Πετρόπουλος, Κουμαριανού, 1977). Μέσα από την πρόσβαση στην ιδιοκτησία γης μεγάλες ομάδες του πληθυσμού απέφυγαν την περιθωριοποίηση και διαμόρφωσαν στρατηγικές επιβίωσης γύρω από την ιδιοκατοίκηση και την εκμετάλλευση της γης.
Όλος ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την παραγωγή σχεδίων για τη νέα πρωτεύουσα. Υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία γύρω από τις αρχές και τα χαρακτηριστικά των σχεδίων, όπως και για το ρόλο τους στο πλαίσιο της ιδεολογίας εκσυγχρονισμού που ήταν κυρίαρχη (δες, ανάμεσα σε πολλά, Αθήνα Ευρωπαϊκή Υπόθεση, 1985, Μπίρης, 1966, Μαντουβάλου, 1989). Όμως, την ίδια περίοδο, ο ρυθμός και οι κατευθύνσεις ανάπτυξης της πόλης καθορίστηκαν από συγκυριακές (ad hoc) επεκτάσεις του αστικού χώρου, μέσα από τις κατατμήσεις μεγάλων ιδιοκτησιών και την αυθαίρετη δόμηση στην περιφέρεια.
Η γεωμετρία του νεοκλασσικού αστικού σχεδιασμού σε μεγάλο βαθμό αγνοούσε το δίκτυο των ρεμάτων πάνω στο οποίο τοποθετούνταν τα σχέδια. Όσο για τις επεκτάσεις που προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες γης, αυτές δεν εμποδίστηκαν καθόλου από τα ρέματα. Κατατμήθηκαν και αυτά και συχνά οικοδομήθηκαν.
Εκτός από τις ατομικές πρωτοβουλίες επίλυσης των επειγόντων προβλημάτων στέγης ενός πληθυσμού που αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς, δύο ακόμη ζητήματα σχετίζονται με την τύχη των ρεμάτων:
(α) η ανάγκη κατασκευής ενός δικτύου συγκοινωνιών και επικοινωνίας που θα συνέβαλε στην αποτελεσματική λειτουργία της αστικής οικονομίας, και
(β) το πρόβλημα της ύδρευσης και, πολύ περισσότερο, της αποχέτευσης ομβρίων και λυμάτων, τα οποία συνδέονταν με τη δημόσια υγεία.
Το 1896 ο πληθυσμός της Αθήνας είχε φτάσει τις 176.000, οι επιδημίες ήταν συχνό φαινόμενο, ενώ εκείνη τη χρονιά πνίγηκαν 17 άτομα σε πλημμύρα (Αθήνα Ευρωπαϊκή Υπόθεση, 1985, Leontidou, 1981). Οι διαδρομές πολλών ρεμάτων ενσωματώθηκαν στο οδικό δίκτυο, ορισμένες έμειναν ανοιχτές και οι κοίτες χρησιμοποιήθηκαν ως προνομιακός χώρος για την εγκατάσταση δικτύων. Μια λεπτομερής μελέτη των χαρτών από διαφορετικές χρονολογίες δείχνει τη σταδιακή εξαφάνιση των ρεμάτων.

Η άφιξη των προσφύγων
Το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάννης, έλαβε χώρα μια άνευ προηγουμένου αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια (πληθυσμός της Ελλάδας το 1920: 5,5 εκ). Η πλειοψηφία των προσφύγων προερχόταν από αστικές περιοχές και επεδίωκε να εγκατασταθεί σε μεγάλες πόλεις, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, παρά την προτεραιότητα που έδινε το κράτος στην αγροτική αποκατάσταση στη Βόρεια Ελλάδα (Γκιζελή, 1984). Ο πληθυσμός της Αθήνας σχεδόν διπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1920 και το 1928 – μια ένδειξη των κολοσσιαίων προβλημάτων, όχι μόνο κατοικίας, αλλά και οικονομικής και κοινωνικής ένταξης των προσφύγων.
Για την αποκατάσταση των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αναζήτησε βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα. Με τη συμβολή της Κοινωνίας των Εθνών, συστάθηκε το 1924 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), για να διαχειριστεί την εγκατάσταση των προσφύγων στη χώρα. Η πολιτική στην Αθήνα ήταν να κατασκευαστούν προσφυγικοί συνοικισμοί σε απόσταση από την τότε πόλη και όχι μέσα σ’ αυτήν. Η πολιτική χωροθέτησης της ΕΑΠ καθόρισαν τις κατευθύνσεις αστικής επέκτασης στην Αθήνα για πολλές δεκαετίες. Αλλά ο όγκος και ο ρυθμός της επέκτασης της πόλης ήταν έξω από τον έλεγχο της ΕΑΠ και του κράτους (Leontidou, 1990).
Οι πρόσφυγες υπήρξαν σημαντική δύναμη για την οικονομία και συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στην πρωτεύουσα, όσο και στη χώρα στο σύνολό της. Οι αναπτυσσόμενες οικονομικές δραστηριότητες στη δεκαετία 1920 και τα δημόσια έργα για την ύδρευση, τον εξηλεκτρισμό και τις συγκοινωνίες προσέλκυσαν όχι μόνο πρόσφυγες αλλά και εσωτερικούς μετανάστες, των οποίων το πρόβλημα στέγης δεν ήταν λιγότερο οξύ. Αυτη ήταν μια περίοδος ακμής της κερδοσκοπίας πάνω στη γη, τόσο στα ανώτερα όσο και στα κατώτερα στρώματα. Τότε συγκεκριμενοποιήθηκαν οι διαδικασίες και το θεσμικό πλαίσιο που σημάδεψαν την ανάπτυξη της Αθήνας και οδήγησαν σε όλο και μεγαλύτερη κατάτμηση και εκμετάλλευση της αστικής ιδιοκτησίας. Η αυθαίρετη εκτός σχεδίου δόμηση, δηλαδή η νόμιμη ιδιοκτησία αλλά παράνομη χρήση “αγροτεμαχίων” για την ανοικοδόμηση κατοικιών, γενικεύθηκε ως διαδικασία απόκτησης κατοικίας από την εργατική τάξη και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι διαδοχικές νομιμοποιήσεις, δηλαδή “εντάξεις στο σχέδιο” των αυθαιρέτων, έγιναν η κατ’ εξοχήν διαδικασία αστικής επέκτασης (Μαυρίδου, 1987). Σ’ αυτή την περίοδο έντονης αστικής ανάπτυξης, η προστασία της φύσης, συμπεριλαμβανομένων και των ρεμάτων, δεν αποτελούσε ζήτημα. Στις περιοχές αυθαιρέτων, όπου έλλειπε στοιχειώδης εξοπλισμός και υποδομές, και στους προσφυγικούς συνοικισμούς, τα ρέματα είτε έμειναν ανοιχτά είτε χτίστηκαν. Σε σπανιες περιπτώσεις, κυρίως στη “νόμιμη πόλη”, τα ρέματα καλύφθηκαν αφού έγιναν οι κατάλληλες προβλέψεις για την απορροή των ομβρίων και την αποχέτευση των λυμμάτων.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η αστικοποίηση στην Αθήνα ξαναβρήκε τους προπολεμικούς ρυθμούς της, με την αυθαίρετη δόμηση και τις διαδοχικές νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων στην εκάστοτε περιφέρεια της πόλης. Μόλις ένα οικόπεδο εντάσσεται στο σχέδιο, αποκτάει δυνατότητα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης (μέσω του σδ) και πολυκατοικίες γρήγορα αντικαθιστούν τις μονοκατοικίες. Ερευνητές υπολογίζουν ότι περίπου 500.000 άτομα στεγάστηκαν με τέτοιες διαδικασίες στην περίοδο 1945/8-1970 (Mantouvalou, 1980, Leontidou, 1990). Σ’ αυτή την πορεία δεν εξαιρέθηκαν τα ρέματα. Ο όγκος και η ένταση της αστικής ανάπτυξης τα “κατάπιε” εντελώς ή τα άφησε ως υπόλοιπο, όπου συχνά εναποτίθενται σκουπίδια και απόβλητα.
Οι ανθυγιεινές και δυσάρεστες συνθήκες που προέκυψαν από τέτοιες πρακτικές νομιμοποίησαν μια στάση απέναντι στα ρέματα ως εστίες βρωμιάς, ως ένα δυσμενές χαρακτηριστικό του αστικού περιβάλλοντος που έπρεπε να καλυφθεί και να εξαφανιστεί. Η οικοδόμηση πάνω στα ρέματα ή η παρεμβολή εμποδίων στη διαδρομή τους, χωρίς κατάλληλες διευθετήσεις για το νερό, προκάλεσε πολλές καταστροφές και απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τις απόψεις των υπηρεσιών και των κατοίκων από μια αντίληψη των ρεμάτων ως τμήματος της φύσης μέσα στην πόλη. Η διευθέτηση και κάλυψη των ρεμάτων ταυτίστηκε με τον εκσυγχρονισμό και την εξυγείανση και οδήγησε στη θεώρηση των ρεμάτων ως αντικείμενο δημοσίων έργων – μια προσέγγιση που, ακόμη και σήμερα, είναι κυρίαρχη (δες, μεταξύ άλλων, ΤΕΕ-Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, 1994, Υπουργείο Συντονισμού, 1980, Βουζαράς κ.ά., 1994)

Αναπαράσταση του Ιλισού κατά το 1896 (http://envifriends.blogspot.gr)
Τα ρέματα σήμερα
Ως αποτέλεσμα των διαδοχικών φάσεων έντονης αστικοποίησης, πολύ μικρό μέρος από το κάποτε πυκνό δίκτυο ποταμών και ρεμάτων μπορεί ακόμη να εντοπιστεί. Οχι πια ένα δίκτυο, αλλά μάλλον κομμάτια του είναι ακόμη ορατά μέσα στον αστικό χώρο, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Αλλα κομμάτια μπορεί να τα διακρίνει κανείς κάτω από τους πιο φαρδείς δρόμους, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν νησίδα στη μέσα – μια αλάθητη ένδειξη καλυμμένου ρέματος. Είναι όμως πολύ δύσκολο να εντοπιστούν πλήρως οι διαδρομές των ρεμάτων, αφού σε μεγάλο μέρος του μήκους τους εχουν καλυφθεί απόκτίρια ή έχουν διευθετηθεί και αποτελούν μέρος του αποχετευτικού δικτύου (κάτω από την επιφάνεια του εδάφους) ή μέρος του οδικού δικτύου (στο επίπεδο του εδάφους.
Πολλές βιομηχανίες και βιοτεχνίες έχουν συστηματικά χρησιμοποιήσει τα ρέματα και τα ποτάμια για τη διάθεση των αποβλήτων τους από το μεσοπόλεμο. Ο Κηφισσός είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ, μια και διασχίζει μια από τις σημαντικότερες βιομηχανικές συγκεντρώσεις στην Αθήνα. Αλλά όλα τα διευθετημένα και καλυμμένα ρέματα είναι μέρος του αποχετευτικού δικτύου για τα αστικά και τα βιομηχανικά απόβλητα. Ετσι, η λειτουργία τους ως φυσικών χώρων έχει καταργηθεί.
Στον πυκνοχτισμένο ιστό της πόλης, όπου η αύξηση της κυκλοφορίας αυτοκινήτων δεν είχε προβλεφθεί, τα ρέματα που παραμένουν ανοιχτά και αδόμητα δέχονται “επιθέσεις” από τους κυκλοφοριολόγους: είναι σπάνιοι γραμμικοί άξονες με ικανό πλάτος και πολλά υποσχόμενοι ως αρτηρίες. Με αυτή τη λογική, μπορεί κανείς να εντοπίσει διαφόρων τύπων διευθετήσεις, από συνολική κάλυψη και απόδοση στην κυκλοφορία, μέχρι διευθέτηση της κοίτης και χρήση των οχθών για την κυκλοφορία (Καραλή κ.ά., 1995). Οι αρτηρίες ακολουθούν τις διαδρομές των μεγαλύτερων ρεμάτων, ενώ τα μικρότερα χάνονται κάτω από την αστικοποιημένη περιοχή.
Σ’ ό,τι αφορά στον περιαστικό χώρο, οι ανθρώπινες επεμβάσεις έχουν συντελέσει στην καταστροφή του γεωλογικού χαρακτήρα των λεκανών των ρεμάτων, της δασικής χλωρίδας και της πανίδας, του φυσικού χαρακτήρα των περιοχών γύρω από τα ρέματα. Η βοσκή, η εκχέρσωση, οι πυρκαγιές, η άναρχη επέκταση λατομείων και μεταλλείων, το χωρίς τεχνικά έργα οδικό δίκτυο, το μπάζωμα στις πλαγιές για τη δημιουργία οικοπέδων – όλα έχουν συμβάλει στην αύξηση των απορροών σε δομημένους χώρους, παρ’ όλο που αυτές δεν ευνοούνται από τις γεωμορφολογικές και κλιματικές συνθήκες. Τα δημόσια (υδρονομικά) έργα εστιάζονται κυρίως στην αντιπλημμυρική προστασία, με διάφορες παρεμβάσεις στα πεδινά τμήματα των διαδρομών των ρεμάτων (δες και Κωτούλας, 1978).
Στις περιπτώσεις όπου τα ρέματα παραμένουν ανοιχτά, διάφορες παρεμβάσεις μπορούν να εντοπιστούν, που περιλαμβάνουν συνολικές διευθετήσεις της κοίτης και των οχθών με μπετόν, κατασκευές διαφόρων τύπων και μεγεθών στις όχθες, απόρριψη μπάζων και/ή αποβλήτων, φυτεύσεις κοκ. Σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διακρίνει πια κανείς τη φυσική οντότητα του ρέματος.
Από την ανάλυση που προηγήθηκε, προκύπτουν τα παρακάτω σημεία:
• η κερδοσκοπία πάνω στη γη, οι παράνομες (και εν συνεχεία νομιμοποιούμενες) επεκτάσεις της πόλης και η εντατική εκμετάλλευση κάθε ιδιοκτησίας οδήγησαν στην εξαφάνιση του μεγαλύτερου μέρους του δικτύου ρεμάτων στην Αθήνα
• η καταστροφή των ρεμάτων ως τμήμα της φύσης νομιμοποιήθηκε από την αντιμετώπισή τους ως “βρώμικων” και επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία, που προέκυψε από την πρακτική απόρριψης στα ρέματα αποβλήτων και σκουπιδιών
• το κράτος έχει αντιμετωπίσει τα ρέματα ως αρτηρίες του κυκλοφοριακού δικτύου, ιδιαίτερα όταν αποτελούσαν τις μοναδικές δημόσιες εκτάσεις σε περιοχές όπου χρειάζονταν κυκλοφοριακά έργα. Η αντιμετώπιση αυτή, μαζί με την πρακτική κάλυψηςτων ρεμάτων και ένταξής τους στο αποχετευτικό δίκτυο, οδήγησε στη θεώρηση των ρεμάτων ως δημόσιο έργο.
Μαζί με τα παραπάνω, πρέπει να υπογραμμίσει κανείς και την έλλειψη συντονισμού καθώς και τις αλληλοεπικαλυπτόμενες και συχνα συγκρουόμενες αρμοδιότητες διαφόρων υπηρεσιών της διοίκησης – πράγμα που δεν επέτρεψε την επεξεργασία εναλλακτικών στρατηγικών για τα ρέματα στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση προστασίας της φύσης μέσα στον αστικό χώρο, στα πλαίσια της οποίας ό,τι έχει απομείνει από τα ρέματα αρχίζει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά.

Ο Ηριδανός, στον Κεραμικό
Σημεία για μια εναλλακτική προσέγγιση
Ο αγώνας για τη φύση μέσα στην πόλη έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Οι διαδικασίες αστικής ανάπτυξης που οδήγησαν από μια κωμόπολη 9.000 κατοίκων σε μια μητρόπολη 3 εκατομμυρίων είναι ακόμη κυρίαρχες, αν και με διαφορετική ένταση. Ο,τι έχει απομείνει ως ανοιχτός, αδόμητος χώρος απειλείται από επεμβάσεις διαφορετικής τάξης. Μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά έργα και κυκλοφοριακά έργα απειλούν τα τελευταία κομμάτια φύσης μέσα στην πόλη και τα αντιμετωπίζουν ως άχτιστα οικόπεδα. Ομως, όλο και πιο συχνά οι πολίτες αντιστέκονται σε μεγάλα έργα και μικρές πρωτοβουλίες και κινητοποιούνται για περιβαλλοντικά ζητήματα.
Μια τέτοια αναδυόμενη προσέγγιση δίνει ελπίδες και για την προστασία της διαδρομής των ρεμάτων ως ελεύθερων, φυσικών χώρων. Στην κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη από την πλευρά του κράτους η διαμόρφωση νέας πολιτικής και η ευαισθητοποίησή του στην περιβαλλοντική σημασία των ρεμάτων, αλλά και, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη, ορθότερη λειτουργία τους όταν διατηρείται ο φυσικός τους χαρακτήρας. Σε πολλές περιπτώσεις η αποβιομηχάνιση διευκολύνει τα πράγματα, μιας και ο όγκος των αποβλήτων που χυνόταν στα ρέματα έχει σημαντικά μειωθεί, ενώ επιστρέφουν φυτά και πουλιά στις όχθες.
Μια εναλλακτική προσέγγιση προϋποθέτει να παραμείνουν ανοικτά και να προστατευθούν τα ρέματα που έχουν καταφέρει να διασωθούν από τις προηγούμενες φάσεις αστικής ανάπτυξης. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αρθρωθεί γύρω από τρεις αρχές (για μια παρεμφερή προσέγγιση, δες Μπλιώνης, 1995):
Συνειδητοποίηση του ενιαίου χαρακτήρα του ρέματος
Αυτό είναι προϋπόθεση για μια εναλλακτική προσέγγιση. Το ρέμα είναι ενιαίο σύνολο με αλληλοεξαρτώμενα στοιχεία και είδη και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια συνολική προσέγγιση χρειάζεται και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει την προστασία. Ακόμη χρειάζεται συντονισμό από την πλευρά των φορέων που εμπλέκονται και συνεργασία με ειδικούς και ομάδες πολιτών. Ετσι, μπορούν να προκρίνονται παρεμβάσεις που δεν θέτουν σε κίνδυνο την ενότητα και “φυσικότητα” του ρέματος. Ο συντονισμός φορέων και ομάδων, όσο κι αν ακούγεται δύσκολος, είναι απαραίτητος για μια συνολική και αποτελεσματική πολιτική.
Προστασία της φυσικής οντότητας του ρέματος
Αυτό δεν είναι απλά αισθητική προσέγγιση, αλλά κυρίως πρακτική, αφού το ρέμα μπορεί να προσφέρει αντιπλημμυρική προστασία μόνο όταν διατηρεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη φυσική του οντότητα. Ο πυρήνας του ρέματος, καθώς και μια ικανού μεγέθους ζώνη γύρω από αυτόν, έχει ανάγκη προστασίας από κάθε είδους παρεμβάσεις. Ακόμη και οι περιοχές που γειτνιάζουν με το ρέμα πρέπει να θεωρηθούν ως μεταβατική ζώνη που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν μέρος ενός σχεδίου προστασίας. Οι τεχνικές βελτιώσεις και φυτεύσεις, για να εξασφαλίζουν την προστασία και καλή λειτουργία του ρέματος, χρειάζεται να εκτείνονται σε όλο το μήκος της διαδρομής του, από τις ορεινές αφετηρίες μέχρι τις πεδινές λεκάνες απορροής. Η αναδάσωση και αναθάμνωση στις πλαγιές που έχουν υποστεί καταστροφές από ανθρώπινες επεμβάσεις, η διαμόρφωση φυσικών φίλτρων για τις φερτές ύλες, η διατήρηση ανοιχτών χώρων μέσα στον αστικό ιστό δίπλα στα ρέματα, που μπορούν να λειτουργήσουν ως λεκάνες εκτόνωσης των πλημμυρών, είναι μερικά από τα στοιχεία που μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία της φυσικής οντότητας των ρεμάτων.
Επαναξιολόγηση των ρεμάτων ως φυσικών στοιχείων στην πόλη
Τούτο προϋποθέτει τα προηγούμενα δύο σημεία και ακόμη έχει ως στόχο την προστασία του ιδιαίτερου χαρακτήρα της χλωρίδας και πανίδας κάθε περιοχής. Μια τέτοια επαναξιολόγηση είναι δυνατή μόνο όπου τα ρέματα είναι ανοιχτά. Κατά μήκος της διαδρομής και σε επιλεγμένες θέσεις, ώστε να μην διαταραχτεί η φυσιογνωμία και λειτουργικότητα του ρέματος, μπορεί να ενταχθούν στοιχεία για πολλαπλές χρήσεις, που θα αποτελέσουν πόλους έλξης με εποχιακό χαρακτήρα. Τέτοια στοιχεία περιλαμβάνουν εμπλουτισμό της φύτευσης (ιδιαίτερα εκεί όπου έχει καταστραφεί), μονοπάτια για πεζούς, παρατηρητήρια, μικρούς αμφιθεατρικούς χώρους, ελαφρές κατασκευές για παιχνίδι παιδιών, υπαίθριες εκθέσεις κλπ. Τα καθορισμένα σημεία εισόδου και διαδρομές πεζών είναι απαραίτητα για να εξασφαλίζεται η προστασία του χώρου παρά την παρουσία του επισκέπτη. Είναι αυτονόητο ότι επιβάλλεται η χρήση υλικών που προέρχονται από τη φύση (πέτρα, ξύλο, λάσπη, φυτικές ίνες, πανί, δέρμα κλπ).
Αυτές οι αρχές προβάλλουν την ανάγκη λεπτομερούς μελέτης κάθε εναπομένοντος ρέματος. Μια τέτοια μελέτη, της οποίας κεντρικός άξονας είναι η φυσική λειτουργία του ρέματος, περιλαμβάνει εκτεταμένη έρευνα πεδίου (συστηματική παρατήρηση, αποτύπωση και φωτογραφική καταγραφή), μαζί με οικονομική και περιβαλλοντική αξιολόγηση. Μια συνολική μέθοδος μελέτης επιτρέπει να αξιολογήσει κανείς την κατάσταση του ρέματος και της γύρω περιοχής και να εκτιμήσει τις δυνατότητες επέμβασης (από άποψη κόστους και εργαλείων).
Αναλαμπές ελπίδας ;
Η προσέγγιση που σχηματικά παρουσιάστηκε προϋποθέτει μια θετική αξιολόγηση της σημασίας των ρεμάτων ως στοιχείων επικοινωνίας ανάμεσα σε ελεύθερους χώρους μέσα και έξω από την πόλη και ως στοιχείων σύνδεσης αστικών λειτουργιών. Σημαντικές αλλαγές στις χρήσεις γης, στους τρόπους παραγωγής και τα πρότυπα κατανάλωσης, στις πολιτιστικές τάσεις και τους τρόπους ζωής κάνουν επιτακτική τη διατήρηση και προστασία των τμημάτων φύσης που έχουν απομείνει μέσα στην πόλη – και τα ρέματα είναι ένα σημαντικό τέτοιο κομμάτι.
Οι διαδρομές των ρεμάτων στην Αθήνα, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, έχουν χαθεί κάτω από στρώματα μπετόν και διαδοχικές φάσεις αστικής ανάπτυξης. Η προστασία αυτού που απομένει είναι, σ’ αυτό το πλαίσιο, πολιτικό ζήτημα, από την άποψη ότι απαιτεί την εγκατάλειψη των πελατειακών κριτηρίων και την τοποθέτηση των περιβαλλοντικών κριτηρίων στο προσκήνιο των πρωτοβουλιών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση οι πολίτες, οι ειδικοί και οι αρχές χρειάζεται να μεταβάλλουν τους τρόπους προσέγγισής τους. Από την πλευρά των πολιτών πρωτοβουλίες υπάρχουν, έστω και σε μικροκλίμακα. Οι ειδικοί άρχισαν να μεταβάλλουν ερωτήματα και προσεγγίσεις. Οι φορείς παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, εγκλωβισμένοι στην αδράνεια των καθιερωμένων πρακτικών και στις αντιφάσεις των αλληλο-επικαλυπτόμενων και/ή συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων τους.

This entry was posted on 25/10/2014, in Επιλογές - Προτάσεις,Περιβάλλον and tagged , , , , . Bookmark the permalink. Γράψτε ένα σχόλιο
Ντίνα Βαϊου, Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος, Επίκ. Καθηγήτρια ΕΜΠ & Μάχη Καραλή, Αρχιτέκτων, Επίκ. Καθηγήτρια ΕΜΠ
Read More

Social Profiles

Twitter Facebook Google Plus LinkedIn RSS Feed Email

From November 2024

Flag Counter

Labels

biographies (15) fiction (3) Historical (98) Legend (10) My Memories (1) Poetry (4) Science (22) Sosial (13) Space (4) youtube (1)

Blog Archive

Blog Total View

OnLine Opinions..

Click to Open Click to Open Click to Open antinews

Αναγνώστες

BTemplates.com

Theme Download

Το DNA μας, είναι ένας ταξιδιώτης από μια παμπάλαια χώρα που ζει μέσα σε όλους μας. Όλοι είμαστε συνδεδεμένοι, μέσω των μητέρων μας, με μια χούφτα γυναίκες που έζησαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Copyright © Seafarer97 | Powered by Blogger
Design by Lizard Themes - Published By Gooyaabi Templates | Blogger Theme by Lasantha - PremiumBloggerTemplates.com