Λίγα λόγια για τη ζωή του

Ο Ηράκλειτος, γιος του Βλόσωνος, γεννήθηκε το 544 π.Χ. στην Έφεσο, τη 2η μεγαλύτερη πόλη της Ιωνίας. Ήταν παιδί αριστοκρατικής οικογένειας και άνηκε στο γένος των Ανδρόκλων, οι οποίοι εξορμήσθηκαν από την Αθήνα και μετέβησαν στην Ιωνία, όπου έκτισαν την Έφεσο. Λέγεται ότι η οικογένειά του κατείχε βασιλικό αξίωμα, το οποίο ο Ηράκλειτος απαρνήθηκε και παραχώρησε στον αδερφό του. Από μικρή ηλικία ήδη ο Ηράκλειτος ξεχώρισε. Δε μαθήτευσε κοντά σε κανένα φιλόσοφο, ενώ ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν αυτοδίδακτος.
Όσο ήταν μικρός, παραδέχονταν ότι δε γνώριζε τίποτα, ωστόσο σε μεγαλύτερη ηλικία ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα πάντα. Αριστοκράτης στην καταγωγή, ήταν αντίπαλος τόσο της τυραννίας, όσο και της δημοκρατίας. Πήρε μέρος στους πολιτικούς αγώνες της πατρίδας του, στο πλευρό πάντοτε των αριστοκρατών, καταδικάζοντας την αρχή της ισότητας. Από το διασωθέν έργο του, είμαστε σε θέση να πούμε ότι ο σκοτεινός φιλόσοφος, όπως τον αποκαλούν λόγω της ερμηνευτικής δυσκολίας των έργων του, είχε εντρυφήσει σε σχεδόν όλα τα συγγράμματα των προγενέστερων φιλοσόφων, τους μεγάλους ποιητές όπως τον Όμηρο και τον Ησίοδο, καθώς και σε όλες τις ιστορικές γραφές που ήταν διαθέσιμες στην πατρίδα του. Ο Ηράκλειτος δεν ταξίδεψε ποτέ παραμένοντας έτσι συγκεντρωμένος στο έργο του. Η οικογένειά του ήταν υπεύθυνη για την οργάνωση των Ελευσινίων Μυστηρίων, στα οποία ίσως να ήταν και ο ίδιος μυημένος. Πάντως, ο Ηράκλειτος ήταν εναντίον της καθιερωμένης θρησκείας της εποχής.
Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε κάποια στιγμή στη ζωή του να αποτραβηχτεί στο ναό της Αρτέμιδος, όπου και προσέφερε τα βιβλία του. Προς το τέλος της ζωής του, ο Κλαίων φιλόσοφος, όπως αλλιώς ονομάστηκε, έφυγε για να ζήσει στα βουνά, όπου τρεφόταν με χόρτα και βότανα. Αυτό, όμως, το έμελλε να του κοστίσει ακριβά, αφού το 484 π.Χ., τελικά, ο Ηράκλειτος αφήνει την τελευταία του πνοή, έχοντας ασθενήσει από υδρωπικία.

Σχετικά με τη φιλοσοφική του κατεύθυνση

Ο Ηράκλειτος, ως προσωκρατικός φιλόσοφος, ασχολήθηκε με τα φυσικά φαινόμενα και τη δημιουργία του κόσμου. Εδώ κρίνεται απαραίτητο να αναφερθούμε στη δημιουργία της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία, λοιπόν, ξεκίνησε τον 6ο-5ο αι. π.Χ. από το Θαλή το Μιλήσιο, οποίος ήταν ένας από τους εφτά μεγάλους σοφούς της αρχαιότητας  και βέβαια τους γνωστούς φυσικούς φιλοσόφους. Οι συγκεκριμένοι φιλόσοφοι ονομάστηκαν φυσικοί, διότι τους απασχόλησαν ιδιαιτέρως τα ερωτήματα “πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος μας” και “ποιοι είναι οι φυσικοί νόμοι που τον διέπουν;”. Πώς, όμως, οι νέοι φιλόσοφοι κατέληξαν να στοχάζονται για τον κόσμο και τη δημιουργία του; Την απάντηση μας τη δίνει ο Θαλής ο Μιλήσιος: “Η περιέργεια είναι το κλειδί. Οι γνώσεις που προέρχονται από αυτήν είναι οικουμενικές και αφορούν όλο το ανθρώπινο γένος, του οποίου η περιέργεια είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του”.
Η περιέργεια, επομένως, του ανθρώπου τον οδήγησε εν τέλει να θέλει να μάθει πώς ξεκίνησε ο κόσμος που ζει. Πώς θα αντιληφθούμε, ωστόσο, από τι άρχισε ο κόσμος; Θα εκμεταλλευτούμε μόνο το λόγο, τη λογική μας; “Όχι μόνο!“ απαντά ο Θαλής. “Χρειάζονται και οι αισθήσεις!”. Οι φυσικοί φιλόσοφοι, λοιπόν, για να καταλάβουν τον κόσμο, χρησιμοποίησαν τόσο το λόγο όσο και την εμπειρία, γι’ αυτό ονομάστηκαν και εμπειρικοί. Έτσι κι ο Ηράκλειτος, επομένως, δεν ξέφυγε από την τάση της εποχής του.

Το έργο του

Ως φιλόσοφος, ο Ηράκλειτος ανήκει, όπως είπαμε, στους Προσωκρατικούς και είναι ο βασικότερος εκπρόσωπος της Ιωνικής σχολής. Ένα μονάχα έργο τού απονέμεται, το “Περί φύσεως”, το οποίο αποτελείται από 92 αποσπάσματα και έχει τριμερή διαίρεση με βάση το περιεχόμενό του: α) πολιτικό, β) θεολογικό και γ) κοσμογονικό. Ο χαρακτήρας του έργου του είναι αποφθεγματικός, αφού ο Εφέσιος φιλόσοφος συμπύκνωσε τη φιλοσοφία του σε αφορισμούς, οι οποίοι είναι λεπτομερειακά επεξεργασμένοι και διατυπωμένοι με ύφος αινιγματικό. Άλλωστε, δεν τον αποκάλεσε τυχαία ο Τίμων ο Φλιάσιος (σατιρικός ποιητής του 3ου αιώνα π.Χ) αινικτήν, δηλαδή αινιγματοποιό. Στο έργο του, λοιπόν, ο Ηράκλειτος γράφει με αρκετή ασάφεια. Δεν το κάνει, όμως, καθόλου τυχαία, διότι ήταν θέλησή του να γίνει κατανοητός μόνο από ικανούς ανθρώπους.
Μάλιστα, λέγεται ότι, όταν ο Σωκράτης διάβασε το έργο του Ηρακλείτου, είπε: “Αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ωστόσο, χρειάζεται να είσαι ένας δεινός κολυμβητής σαν αυτούς από τη Δήλο για να μην πνιγείς μέσα στο βιβλίο του”. Ο Αριστοτέλης, αργότερα, σχολίασε πολύ εύστοχα για το φιλόσοφο και το έργο του: “Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τα γραπτά του Ηρακλείτου, γιατί δεν ξέρουμε αν μια λέξη αναφέρεται σε αυτό που προηγείται ή σε αυτό που ακολουθεί”. Πάντως, και οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι δεν υποτίμησαν σε καμία περίπτωση την αξία αυτού του μεγάλου προγενέστερου τους φιλοσόφου, ο οποίος στιγμάτισε την πορεία της φιλοσοφικής σκέψης.

Η ενότητα των αντιθέτων

Μια από τις πιο αξιοσημείωτες ιδέες του Ηρακλείτου είναι η ενότητα των αντιθέτων. Ο κόσμος, παρατήρησε ο Εφέσιος φιλόσοφος, χαρακτηρίζεται από διαρκείς αντιθέσεις και γίνεται κατανοητός μέσα από αυτές. Μέσα στη φύση και στα πράγματα ενυπάρχει η αντίθεση ή “έρις” που προκαλεί την κίνηση και την αλλαγή. Για παράδειγμα, η νύχτα δεν θα υπήρχε χωρίς τη μέρα, όπως και το σκοτάδι χωρίς το φως. Ο άνθρωπος δεν θα καταλάβαινε τι είναι η υγεία, αν δεν αρρώσταινε, δεν θα χόρταινε, αν δεν πεινούσε, η ειρήνη δεν θα ήταν εκτιμητέα, αν πόλεμος δε γινόταν ποτέ, όπως και η άνοιξη δεν θα έφερνε χαρά στον άνθρωπο, αν δεν προηγούνταν ο σκληρός χειμώνας.
Έτσι, για τον Ηράκλειτο η θέση του Καλού και του Κακού στον κόσμο είναι απαραίτητη, διότι διαφορετικά ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ο Θεός – όχι όπως παρουσιάζεται στους μύθους, αλλά ως εκείνο το θεϊκό στοιχείο, το κάτι που κλείνει μέσα του όλο τον κόσμο – “είναι Μέρα και Νύχτα, Χειμώνας και Καλοκαίρι, Πόλεμος και Ειρήνη, Χόρταση και Πείνα”, έλεγε ο σκοτεινός φιλόσοφος, “και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μέσα από τη φύση και τη διαρκή μεταβολή της”. Ο Θεός, λοιπόν, για τον Ηράκλειτο είναι ένα σύνολο διπόλων, το οποίο αποκαλούσε “Λόγο”. Η ενότητα των αντιθέτων συνοψίζεται, φυσικά, στην πασίγνωστη φράση του “Πατήρ πάντων πόλεμος”. Τα πάντα, λοιπόν, υπάρχουν, γιατί συγκρούονται με τα ετερόσημα – αντίθετά τους.

Ηρακλείτεια κοσμολογία

Ο Ηράκλειτος για τον κόσμο εξέφρασε μια διαφορετική πεποίθηση από τους υπολοίπους κι έφτιαξε μια ξεχωριστή κοσμοθεωρία: Ο κόσμος προϋπάρχει προαιώνια (κι επομένως δε δημιουργήθηκε από κάτι) και είναι σα ζωντανή φωτιά, το λεγόμενο “αείζωον πυρ”, το οποίο δυναμώνει κι εξασθενεί χωρίς ποτέ να σβήνει. Το αείζωον πυρ, κατά τον Εφέσιο φιλόσοφο, ακολουθεί μια κυκλική διαδικασία κατά την οποία η φωτιά μετατρέπεται σε θάλασσα, η θάλασσα με τη σειρά της σε γη κι έπειτα το αντίστροφο: η γη ξαναγίνεται θάλασσα και η θάλασσα, φωτιά. Η αντικειμενική πραγματικότητα, επομένως, όπως συνάγεται από τα παραπάνω, βασίζεται στη ροή, στην κίνηση. Η θεωρία αυτή συνοψίζεται στην πασίγνωστη φράση: “τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει” που μεταφράζεται “τα πάντα ρέουν και τίποτα δεν παραμένει (ίδιο)”. Γιατί, όμως, ο Ηράκλειτος επιλέγει το πυρ ως πρωταρχική ουσία του κόσμου; Μα φυσικά γιατί η φωτιά είναι στοιχείο ζωντανό, κινητικό κι ανήσυχο. Τα πάντα, λοιπόν, στον κόσμο μεταβάλλονται, παρουσιάζονται ή εξαφανίζονται. Ο σκοτεινός φιλόσοφος εξέφρασε την παραπάνω πεποίθηση με την εικόνα ενός ποταμού που, ενώ παραμένει ο ίδιος, το νερό μέσα του κυλάει συνεχώς. Γι’ αυτό είπε και την περίφημη φράση: “Ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ” που μεταφράζεται “Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι”.
Για την πεποίθηση του Ηρακλείτου σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου, ο Διογένης Λαέρτιος (ιστοριογράφος της φιλοσοφίας της αρχαιότητας που έζησε τον 3ο αι. μ.Χ.) αναφέρει: «Αυτά που ο Ηράκλειτος πίστευε σε γενικές γραμμές είναι: τα πάντα συνίστανται από φωτιά και μέσα σ΄ αυτήν αναλώνονται. Τα πάντα συμβαίνουν σύμφωνα με την ειμαρμένη και η συναρμολόγηση των όντων πραγματοποιείται με την εναντιοδρομία… Όσο για τις λεπτομέρειες αυτών των θεωριών του, ιδού πως έχουν τα πράγματα. Η φωτιά είναι στοιχείο και τα πάντα ανταλλάσσονται με την φωτιά και γίνονται με την αραίωση και την πύκνωση. Τίποτα όμως δεν εκθέτει με σαφήνεια. Τα πάντα γίνονται με την εναντιότητα και κυλούν σαν ποτάμι. Η ολότητα είναι κάτι το πεπερασμένο κι ο κόσμος ένας.
Αυτός ο κόσμος γεννιέται απ΄ τη φωτιά και ξαναπαίρνει κατά περιόδους φωτιά, κι αυτό γίνεται εναλλάξ, στον αιώνα τον άπαντα. Αυτό συμβαίνει σύμφωνα με την ειμαρμένη. Από τα αντίθετα, εκείνο που οδηγεί στην γένεση ονομάζεται πόλεμος και έρις, κι εκείνο που οδηγεί στην ανάφλεξη, ομόνοια και ειρήνη κι η μεταβολή είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει και κατεβαίνει κι ο Κόσμος φτιάχνεται σύμφωνα μ΄ αυτή την μεταβολή. Γιατί, όταν η φωτιά πυκνώνει, γίνεται ρευστή κι όταν μαζεύεται, γίνεται νερό. Το νερό όταν πήζει μεταβάλλεται σε γη-αυτός ο δρόμος κατεβαίνει. Η γη ξαναγίνεται ρευστή κι απ΄ αυτήν γίνεται το νερό κι απ΄ το νερό όλα τα υπόλοιπα. Γιατί αναφέρει ότι όλα σχεδόν προέρχονται απ την αναθυμίαση που βγαίνει απ΄ τη θάλασσα-κι αυτός είναι ο δρόμος που ανεβαίνει. Οι αναθυμιάσεις προέρχονται τόσο απ΄ τη γη όσο κι απ΄ τη θάλασσα, άλλες λαμπερές και καθαρές κι άλλες σκοτεινές. Με τις λαμπερές αυξάνει η φωτιά και με τις άλλες η υγρασία. Όσο για το περιέχον δεν μας αποκαλύπτει τι είναι»

Λόγος

Για να υπάρξει, ωστόσο, τάξη στη ρύθμιση της αιώνιας κίνησης και αλλαγής, απαιτείται η μονιμότητα, η οποία κατορθώνεται από μια κανονιστική δύναμη, τον “Λόγο” κατά τον Ηράκλειτο. Όπως προαναφέρθηκε, ο σκοτεινός φιλόσοφος αποκαλούσε “Λόγο” το θεϊκό στοιχείο. Ο “Λόγος” είναι ίσως ο πιο δύσκολος όρος στην ηρακλείτεια φιλοσοφία. Όταν ο Ηράκλειτος τον χρησιμοποιεί, προϋποθέτει την αρχαία ελληνική του σημασία, δηλαδή ως εκφωνούμενος λόγος, έκφραση, γλώσσα, ισχυρισμός, αλλά του δίνει και μια νέα υπόσταση. “Λόγος”, λοιπόν, είναι η ρυθμιστική αρχή που διέπει το σύνολο της πραγματικότητας και συνδέει τα πάντα με σχέσεις αναλογίας. Ο “Λόγος” κατά τον Ηράκλειτο δεν είναι μια υπερφυσική δύναμη ή θεότητα, αλλά βρίσκεται μέσα στην πρωταρχική ουσία του κόσμου.
Επομένως, ο “Λόγος” αυτός ταυτίζεται σύμφωνα με την σημερινή επιστημονική ορολογία με το όρο “φυσικοί νόμοι”. Μέσα από το λόγο, λοιπόν, οι άνθρωποι μπορούν να συλλάβουν τον κόσμο. Και σε αυτό, φυσικά, θα βοηθήσει η αισθητική τους εμπειρία, όπως αναφέρει ο Ηράκλειτος. Ο λόγος, βέβαια, διαφοροποιείται από την κοινή γνώμη, την οποία όλοι έχουν. Η αλήθεια κι ο λόγος, δύο όροι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους κατά τον Εφέσιο φιλόσοφο, αν και δύσκολα στην κατάκτησή τους, δεν είναι απρόσιτα. Ο άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις για να γνωρίζει και να κατανοεί τον κόσμο, αρκεί όμως να προηγείται η ενδοσκόπηση. Ο λόγος του κόσμου, λοιπόν, αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, όταν ο τελευταίος καταφέρνει να κατανοήσει τον λόγο που βρίσκεται εντός του. Ο λόγος, επομένως, είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα και το ανθρώπινο λογικό κομμάτι, συνέπεια αυτού.

Σοφία και Αλήθεια

Η αγάπη του Ηρακλείτου για τη σοφία ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ίδιος κατέκρινε την απλή πολυμάθεια, διότι τη θεωρούσε τροχοπαίδι στην αναζήτηση της αληθινής σοφίας. Ο Εφέσιος φιλόσοφος τόνιζε ότι αυτός που πραγματικά αγαπάει τη σοφία, γνωρίζει ότι χρειάζεται να ξέρει πολλά πράγματα (όχι απλή πολυμάθεια, αλλά ουσιαστική, βαθειά γνώση των πραγμάτων), πού να τη βρει (όπως την αναζήτησε κι ο ίδιος) κι ότι θα βρει μόνο μερικά αποσπάσματά της. Η αγάπη, ακόμη, για τη Σοφία ταυτίζεται με τη Σοφία της Αγάπης. Έτσι, η Σοφία είναι Αγάπη και Λόγος και νόμος συμπαντικός. Το Όλον κατά τον Εφέσιο φιλόσοφο πληρούται από μια κρυφή αρμονία. Ο Κώστας Αξελός, συστηματικός ερευνητής του Ηρακλείτου, γράφει: «Ο ανθρώπινος λόγος προσπαθεί να συλλάβει τον λόγο του κόσμου.
Αυτή η αναζήτηση που ζωογονείται από την κοσμική αγάπη, τοποθετείται στον δρόμο που ανεβαίνει και κατεβαίνει, χωρίς να παύει να είναι ο ίδιος δρόμος. Αφού η ολότητα βρίσκεται σε γίγνεσθαι, ο δρόμος που οδηγεί στη σύλληψή της δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτός ένα γίγνεσθαι». Ο Ηράκλειτος είχε πει άλλωστε το περίφημο: “ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή” που μεταφράζεται “Ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας κι ο ίδιος δρόμος”.
Ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι η αλήθεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αποκάλυψη. Για να τη συλλάβει ο άνθρωπος, όμως, πρέπει να είναι ξύπνιος. Αυτή την αφύπνιση προσφέρει ο λόγος. Ωστόσο, αυτή η αποκάλυψη θα μπορούσε να είναι φευγαλέα, κάτι που δεν είναι. Πού οφείλεται αυτό; Στη μνήμη φυσικά. Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μνήμη και μπορεί, επομένως, να συγκρατήσει την αλήθεια, η οποία εκ φύσεως έχει καθολική, συμπαντική ισχύ.
Τα όντα που δεν έχουν αφυπνιστεί ακόμα με το λόγο και δεν έχουν μνήμη, είναι καταδικασμένα να ζουν στην πλάνη και να μην κατανοούν, κατά συνέπεια, τον κόσμο. Η αλήθεια, τόνισε ο σκοτεινός φιλόσοφος, δεν είναι αλήθεια του σκεπτόμενου υποκειμένου, αλλά της ολότητας. Γι’ αυτό αποκαλύπτεται σε αυτούς που όχι μόνο αγαπούν τη σοφία, αλλά προσπαθούν να τη συλλάβουν με τη σκέψη και να την εκφράσουν με το λόγο, τη γλώσσα. Ο Ηράκλειτος, επιπλέον, που συνύφανε τόσο ωραία τις έννοιες της Σοφίας και της Αλήθειας, επισήμανε και τις αντίθετες έννοιές τους. Η πλάνη, η αυταπάτη, η ψευτιά και η βλακεία, αν και αληθινές, αποτελούν αλλοτριώσεις της σοφίας κι επομένως διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Η αλήθεια είναι συμπαντική, η πλάνη όμως είναι ανθρώπινη και η αιτία της βρίσκεται στην επιπόλαιη σύλληψη της πληρότητας του κόσμου. Για την αποφυγή αυτού, λοιπόν, ο Ηράκλειτος υπογράμμισε πώς μπορεί να χρειάζεται η αισθητική εμπειρία για να συλλάβουμε τον κόσμο, αλλά είναι αναγκαίος και ο λόγος, ο οποίος θα μας οδηγήσει στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων κι επομένως, στην αλήθεια.

Ο ρόλος του φιλοσόφου

Ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι χρέος τους φιλοσόφου είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αφύπνιση μέσα από το Λόγο. Οφείλει, δηλαδή, να εμφυσήσει τη λογική σκέψη στον άνθρωπο, η οποία καθορίζει και συνδέει τη βαθύτερη φύση των πραγμάτων. Ο φιλόσοφος, ωστόσο, για να μπορέσει να μεταδώσει το Λόγο, πρέπει πρώτα να έχει ο ίδιος αφυπνιστεί και κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει. Μόνο τότε θα είναι ικανός να κρατά τη δάδα του Λόγου με την οποία θα τον διαδίδει στο ανθρώπινο γένος. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο φιλόσοφος για τον Ηράκλειτο είναι ο “Ερημίτης”, ο οποίος έχει απομονωθεί για να βρει το Λόγο μέσα του και μετά να μπορέσει να το διαδώσει στον υπόλοιπο κόσμο με το φανάρι του.
Φυσικά και χρειάζεται η αισθητική εμπειρία για να αντιληφθεί ο άνθρωπος τον κόσμο, αλλά ο λόγος είναι που τον βοηθά να τον κατανοήσει και ως προς αυτό διαφέρει ο φιλόσοφος από τον απλό άνθρωπο, ο οποίος είναι ακόμη κοιμισμένος από την αδράνεια του λόγου και την έλλειψη μνήμης. Από αυτή την άποψη του Ηρακλείτου θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί κι ο Πλάτωνας, ο οποίος εξέφρασε αντίστοιχα την άποψή του για το χρέος των φιλοσόφων στον περίφημο διάλογό του “Πολιτεία ή περί δικαίου”.

Περί θείου

Το θείο, κατά τον Εφέσιο φιλόσοφο, φανερώνεται μόνο στους ανθρώπους που ακούνε τη φωνή του. Για να γνωρίσει κανείς τη θεότητα, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος. Ακριβώς γι’ αυτό ο Ηράκλειτος είπε την περίφημη φράση: “Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον” που μεταφράζεται “αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστο, δεν θα το βρεις, γιατί είναι ανεξερεύνητο κι αδιάβατο”. Στην προσπάθεια επικοινωνίας της θείας και της ανθρώπινης λογικής, η πίστη και η ελπίδα διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν υποβαθμίζεται η αξία του Λόγου. Ο λόγος του ανθρώπου θα πρέπει να είναι έτοιμος να συλλάβει την αόρατη δομή της θεότητας.
Για να γίνει αυτό, θα πρέπει ο νους, κατά τον Ηράκλειτο, να είναι ανοιχτός. Ακόμη, για να κατευθυνθεί ο ανθρώπινος νους προς την θεότητα, θα πρέπει η τελευταία πρώτα να τον έχει καλέσει. Αν δεν υπάρχει, δηλαδή, πρώτα η ενέργεια της θεότητας, το κάλεσμά της, ο νους δεν θα μπορεί να την πλησιάσει. Στην πορεία αυτή πολλές φορές ο άνθρωπος θα κληθεί να συλλάβει πράγματα που τον ξεπερνούν. Ο Ηράκλειτος τονίζει ότι τότε ο άνθρωπος σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να απαξιώσει αυτά τα πρωτοφανή πράγματα, αλλά θα πρέπει να προσπαθήσει να ανυψώσει το νου του για να καταφέρει να τα συλλάβει. Θα πρέπει, δηλαδή, να ξεπεράσει την ανθρώπινη έπαρση, η οποία κατά τον Ηράκλειτο, θεωρείται ιερή νόσος και που μαζί με την προσκόλληση στις αισθήσεις στερεί στον άνθρωπο τη θεότητα. Στην αναζήτηση αυτή, φυσικά, ο άνθρωπος έχει για σύμμαχο την αγάπη της Σοφίας, η οποία μετατρέπεται σε αγάπη της θεότητας, αφού η θεότητα είναι η συμπαντική σοφία.

Κάποια ρητά του Ηρακλείτου 

“Η συγχώρεση είναι ανώτερη από την τιμωρία”
“Τον κόσμο αυτό δεν τον έπλασε κανείς, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα: είναι μια φωτιά αιώνια, ζωντανή που ανάβει και σβήνει με ορισμένα μέτρα”
“Μια είναι η σοφία: να γνωρίζουμε τη σκέψη η οποία ρύθμισε τα πάντα για πάντα”
“Ο λαός πρέπει να υπερασπίζεται το νόμο όπως ακριβώς τα τείχη”
“Όλα γίνονται σύμφωνα με τις επιταγές της μοίρας και τα όντα εναρμονίζονται μέσα από τις αντιθέσεις τους”
“Τα πάντα είναι γεμάτα ψυχές και πνεύματα”
“Δεν μπορείς να βρεις τα όρια της ψυχής, όποιο δρόμο κι αν πάρεις. Τόσο βαθιές είναι οι αιτίες της ύπαρξής της”
“Όλα γίνονται μέσα από αντιθέσεις και το σύνολο κυλά σαν ποτάμι”
“Το σύμπαν είναι πεπερασμένο κι ο κόσμος είναι ένας”
“Όλα καθορίζονται από την ειμαρμένη”
“Η ψυχή είναι άφθαρτη”
“Από τα ενάντια, αυτό που οδηγεί στη γένεση λέγεται πόλεμος και έρις και αυτό που οδηγεί στη μετατροπή σε φωτιά λέγεται συμφωνία και ειρήνη”
“Το περιοδικό πυρ είναι αιώνιο και η ειμαρμένη λόγος που δημιουργεί τα όντα από την εναντιοδρομία”
“Ο κόσμος γίνεται όχι σύμφωνα με το χρόνο, αλλά σύμφωνα με τη σκέψη”
“Ενώ ο αληθινός λόγος είναι καθολικός, τα ανθρώπινα πλήθη ζουν με οδηγό τις επιμέρους νοοτροπίες τους”
“Όλα είναι αλληλένδετα: τα σύνολα και τα μη σύνολα, τα συγκλίνοντα και τ ααποκλίνοντα, η συγχορδία και η μονωδία. Όλα συνταιριάζονται σε ένα και από το ένα προέρχονται όλα”
“Πεθαίνω από ζωή, και ζω από θάνατο”
“Αυτό για το οποίο μιλάς πολύ, είναι συνήθως αυτό που σου διαφεύγει”
“Η νόσος καθιστά την υγεία πιο γλυκιά και ευχάριστη, το ίδιο και η πείνα τον κορεσμό, ο κάματος την ανάπαυση”
“Σοφία είναι να γνωρίζεις την αρχή που κυβερνά τα πάντα”
“Στην περιφέρεια του κύκλου, κάθε σημείο είναι ταυτόχρονα και αρχή και τέλος”
“Τα σκυλιά γαβγίζουν σ’ αυτό που δε γνωρίζουν”
“Όσοι δεν ξέρουν να ακούν, δεν ξέρουν και να μιλούν”
“Η πολυμάθεια δε διδάσκει το νου”
“Όσοι δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τον αληθινό λόγο, ακόμα κι όταν τον ακούσουν, είναι σαν τους κουφούς. Το λέει και το ρητό: παρόντες απόντες”
“Οι κοιμισμένοι είναι εργάτες και συνεργοί σε αυτά που γίνονται στον κόσμο”
“Ένας άριστος αξίζει όσο δέκα χιλάδες”
“Το παν είναι διαιρετό και αδιαίρετο, γεννητό κι αγέννητο, θνητό κι αθάνατο, λόγος και χρόνος, πατέρας και γιος, Θεός και δίκαιο”
“Θεοί; Άνθρωποι, άνθρωποι; Θεοί: οι Θεοί ζουν αιώνια χάρη στο θάνατο των ανθρώπων, οι θνητοί όταν πεθάνουν, χάνουν την αιώνια ζωή των Θεών”
“Ο Λόγος κυβερνά τα πάντα”
“Δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλάμε σαν κοιμισμένοι”
“Δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλάμε σαν παιδιά των γονιών μας. Δηλαδή σύμφωνα με τις αντιλήψεις που παραλάβαμε”
“Η ορθή σκέψη είναι η μεγαλύτερη αρετή και η σοφία είναι το να λέμε την αλήθεια και να πράττουμε σύμφωνα με τη φύση, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που έχουν γνώση”

Επίλογος

Ο Ηράκλειτος, λοιπόν, αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Η φιλοσοφική του σκέψη συνέδραμε σε μεγάλο βαθμό στην εξέλιξη τόσο της φιλοσοφίας όσο και του ανθρώπου. Το μεγαλείο του έργου του επηρέασε, φυσικά, τους Ελεάτες φιλοσόφους όπως τον Παρμενίδη, τον Εμπεδοκλή, φιλόσοφο από τη Σικελία,το Δημόκριτο, μέγα φιλόσοφο της αρχαιότητας, και τους Στωικούς φιλοσόφους.
Το έργο του, αν και μικρό σχετικά με άλλους φιλοσόφους, έγινε σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, γιατί κατάφερε ο σκοτεινός φιλόσοφος να συμπυκνώσει δύσκολα νοήματα σε αποφθεγματικές φράσεις με κάποια μουσικότητα, προκειμένου αυτές να εντυπωθούν στη μνήμη. Τέλος, το αείζωον πυρ που δημιουργεί τον κόσμο, ο πόλεμος ως γενεσιουργός δύναμη, η έρις ως αντίθεση που οδηγεί τελικά στην αρμονία, ο Λόγος ως η θεϊκή παρουσία στον κόσμο, η ενότητα των αντιθέτων, η Σοφία και η Αλήθεια, καθώς και οι απόψεις του για την ίδια τη θεότητα θα παραμείνουν αθάνατες μέσα στη φθορά του χρόνου, θυμίζοντας στον άνθρωπο το δρόμο για την αφύπνιση και την αναζήτηση.
[learn_more caption="Πηγές"] www.wikipedia.com
www.gnomikologikon.gr
www.el.wikiquote.org
www.mousa.gr
http://el.wikisource.org
http://www.mikrosapoplous.gr
http://www.e-zine.gr
http://www.knossopolis.com[/learn_more]
........................................................................................................

Τά πάντα ρεί

Δημοσιεύθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012 και έχει αναγνωσθεί 17638 φορές.
Θα χρειαστείτε 2 λεπτά για να διαβάσετε αυτό το άρθρο.
συντακτης του αρθρου
Χρήστος Γραμματίδης Χρήστος Γραμματίδης, δικηγόρος, νομικός σύμβουλος maga.gr

Από το να ασχολούμαστε με τις κάθε είδους βλακείες που μας περιβάλλουν (πιθήκους που καίνε και σκοτώνουν γιατί τους προσέβαλαν τη θρησκευτική δεισιδαιμονία τους, παράφρονες νεοναζί, την τρελή που σκίζει τα βιβλία γιατί νομίζει ότι πάμε να καταργήσουμε τα φωνήεντα κλπ.), ας ασχοληθούμε με κάτι σοβαρότερο: τη σκέψη του Ηράκλειτου.
Δεν σώζονται τα έργα των προσωκρατικών. Δεν έχουμε ούτε ένα ακέραιο εκτός από κάποια του Ιπποκράτη, ο οποίος είναι κατ’ εξοχήν ηρακλείτειος μάλιστα. Αλλά μέσα σε άλλους επομένους φιλοσόφους και στοχαστές (στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, σ’ όλους τους κατοπινούς έως και τον Αλβέρτο τον Μέγα στον Μεσαίωνα) σώζονται διάφορα αποσπάσματα από βιβλία που υπήρχαν και που χάθηκαν, από κώδικες ή αντίγραφα που υπήρχαν και που χάθηκαν. Διότι κατά τον ειρμό της σκέψης τους αυτοί οι κατοπινοί λένε “όπως είπε ο τάδε ή ο δείνα κλπ”.
Έτσι μαζεύονται τα αποσπάσματα των προσωκρατικών φιλοσόφων. Μαζί με αυτά υπάρχουν και τα λεγόμενα “δοξογραφικά”, δηλαδή όσα κείμενα γράφτηκαν για αυτούς τους φιλοσόφους από αρχαίους και περιγράφουν ποιος ήταν και τι πίστευε ο τάδε ή ο δείνα φιλόσφος. Έτσι μαθαίνουμε και στοιχεία πολύτιμα για τη ζωή και τη διδασκαλία των προσωκρατικών. Του Ηράκλειτου σώζονται 140 περίπου αποσπάσματα, που συνολικά καλύπτουν 15-16 σελίδες. Γι’ αυτές τις 16 σελίδες έχουν γραφτεί τόμοι επί τόμων κι είναι αυτό ενδεικτικό της σημασίας τους.
Ας δούμε όμως πρώτα αποσπάσματα από το δοξογράφο Διογένη Λαέρτιο (πολύ κατοπινό) για να καταλάβουμε ποιος ήταν ο Ηράκλειτος.
“Ἡράκλειτος Βλόσωνος ἤ, ὥς τινες, Ἡράκωντος Ἐφέσιος . Οὗτος ἤκμαζε μὲν κατὰ τὴν ἐνάτην καὶ ἑξηκοστὴν Ὀλυμπιάδα. Μεγαλόφρων δὲ γέγονε παρ’ ὁντιναοῦν καὶ ὑπερόπτης, [...] Ἀξιούμενος δὲ καὶ νόμους θεῖναι πρὸς αὐτῶν ὑπερεῖδε διὰ τὸ ἤδη κεκρατῆσθαι τῇ πονηρᾷ πολιτείᾳ τὴν πόλιν. Ἀναχωρήσας δ’ εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἀρτέμιδος μετὰ τῶν παίδων ἠστραγάλιζε· περιστάντων δ’ αὐτὸν τῶν Ἐφεσίων, « Τί, ὦ κάκιστοι, θαυμάζετε; », εἶπεν· « Ἢ οὐ κρεῖττον τοῦτο ποιεῖν ἢ μεθ’ ὑμῶν πολιτεύεσθαι; » Καὶ τέλος μισανθρωπήσας καὶ ἐκπατήσας ἐν τοῖς ὄρεσι διῃτᾶτο, πόας σιτούμενος καὶ βοτάνας. Καὶ μέντοι καὶ διὰ τοῦτο περιτραπεὶς εἰς ὕδερον κατῆλθεν εἰς ἄστυ καὶ τῶν ἰατρῶν αἰνιγματωδῶς ἐπυνθάνετο εἰ δύναιντο ἐξ ἐπομβρίας αὐχμὸν ποιῆσαι· τῶν δὲ μὴ συνιέντων, αὑτὸν εἰς βούστασιν κατορύξας τῇ τῶν βολίτων ἀλέᾳ ἤλπισεν ἐξατμισθήσεσθαι [...] καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν ἀγνοηθέντα κυνόβρωτον γενέσθαι [..] Ἀνέθηκε δ’ αὐτὸ εἰς τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερόν, ὡς μέν τινες, ἐπιτηδεύσας ἀσαφέστερον γράψαι, ὅπως οἱ δυνάμενοι μόνοι προσίοιεν αὐτῷ καὶ μὴ ἐκ τοῦ δημώδους εὐκαταφρόνητον ᾖ. [...] Θεόφραστος δέ φησιν ὑπὸ μελαγχολίας τὰ μὲν ἡμιτελῆ, τὰ δ’ ἄλλοτε ἄλλως ἔχοντα γράψαι”.
Δεν είναι και δύσκολα αρχαία αλλά ας δούμε και μια κάποια μετάφραση (με σχόλια σε παρενθέσεις): Ο Ηράκλειτος ήταν γιος του Βλόσωνα ή, όπως λένε μερικοί, γιος του Ηράκωντα από την Έφεσο. Αυτός ήταν στην ακμή της ηλικίας του (δηλ. 30-40 χρονών) το 504-501 π.Χ. Ήταν περήφανος πάνω από κάθε άλλον και αλαζών, [...] Καθώς του γυρέψανε να κάνει και νόμους γι’ αυτούς (ενν. οι Εφέσιοι) τους περιφρόνησε γιατί κιόλας το κακό είχε επικρατήσει μες την πόλη. Σηκώθηκε λοιπόν κι έφυγε και πήγε στο ιερόν της Αρτέμιδος (ο Ηράκλειτος ως απόγονος του Ανδρόκλου, του κτίστη της Εφέσου, ήταν μέγας αρχιερέας στην Έφεσο) και έπαιζε πεντόβολα με τα παιδιά.
Κι όταν τον περιτριγύρισαν οι Εφέσιοι “τι κοιτάτε ρε παλιόμουτρα”, τους είπε, “καλύτερο δεν είναι να κάνω αυτό που κάνω (να παίζω με τα παιδιά) παρά να ζω μαζί σας;”. Στο τέλος έγινε μισάνθρωπος (τόσο του κόβει του Διογένη Λαέρτιου – δεν τους μίσησε τους ανθρώπους ο Ηράκλειτος, απλώς αηδίασε κι έφυγε) και πήρε δρόμο κι έφυγε στα βουνά κι έτρωγε χορτάρια και βοτάνια. Και γι’ αυτό αρρώστησε κι έπαθε υδρωπικία. Και κατέβηκε στην πόλη κι έλεγε στους γιατρούς αν μπορούσαν να του αδειάσουν το υγρό (στην υδρωπικία μαζεύει υγρό το στομάχι) κι από πλημμύρα να κάνουν ξηρασία. Και κείνοι του είπαν ότι δεν μπορούν και τότε αυτός πήγε σ’ ένα βουστάσιο και πήρε κοπριές από αγελάδες και πασαλείφτηκε και ξαπλώθηκε ελπίζοντας να εξατμιστεί το υγρό (η κοπριά κάτω από τον ήλιο με τη ζύμωση ζεσταίνεται και με τη ζέστη αυτή σκέφτηκε ο Ηράκλειτος ότι θα εξατμιστεί το υγρό) [...] αλλά αγνώριστος όπως ήταν τον κατέφαγαν τα σκυλιά (λίγο παρακάτω ο ίδιος ο Διογένης λέει ότι κατ’ άλλους έγινε τελικά καλά ο Ηράκλειτος και πέθανε αργότερα από άλλη νόσο). [...]
Και κρέμασε αυτό (ενν. το σύγγραμμα του αλλά για το οποίο δεν ξέρουμε αν πράγματι το έγραψε ο ίδιος ή άλλοι μαθητές του) στο ιερό της Αρτέμιδος, κι όπως λένε κάποιοι, το έγραψε επίτηδες με ασάφειες ώστε μόνο όσοι είχαν τις δυνατότητες (τις νοητικές) να μπορούν να το πλησιάσουν και να μην γίνει ευρέως αντιληπτό (δημώδες, λαϊκό) και το περιφρονάνε (εδώ τώρα έχουμε την ανοησία του δοξογράφου ότι τάχα είναι δύσκολος και σκοτεινός ο Ηράκλειτος κι ότι τάχα επίτηδες τα έγραψε έτσι δύσκολα για να μην τον καταλαβαίνουν – προφανείς βλακείες, ούτε σκοτεινός ούτε δύσκολος είναι, απλώς χρειάζεται μυαλό για να καταλάβεις τι λέει). [...] Ο Θεόφραστος (μαθητής του ορθολογιστή Αριστοτέλη και άρα εξ ορισμού πολέμιος του διαλεκτικού Ηράκλειτου) λέει ότι από τρέλα άλλα τα έγραψε μισά (ενν. ο Ηράκλειτος) κι άλλα τα λέει άλλοτε έτσι κι άλλοτε αλλιώτικα“.

Raffaello (Stanze Vaticane): Η Σχολή των Αθηνών (λεπτομέρεια με τον Ηράκλειτο)

Να δούμε λίγο γιατί μας λέει ο Θεόφραστος ότι ήταν τρελός ο Ηράκλειτος. Ο λόγος που τα λέει αυτά ο Θεόφραστος είναι το ότι είναι αντίθετος ιδεολογικά. Ας δούμε γιατί. Ο Ηράκλειτος λέει ότι “τά πάντα ρεί”, όλα είναι ρευστά, όλα γίνονται, τίποτα δεν είναι στατικό, τίποτα δεν σταματάει ποτέ. Επομένως το κάθε τι είναι συγχρόνως και το αντίθετό του. Το “Α” είναι και “μη-Α”. Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς αλλάζει το κάθε τι. Όλα αλλάζουν διαρκώς, όλα υφίστανται φθορά ή μεταβολή. Δεν θα μπορούσαν να αλλάζουν αν ήταν μόνον “Α”, μόνο αυτό που είναι το καθένα. Το κάθε τι όμως είναι και αυτό που είναι και το ανάποδο αυτού που είναι και διαρκώς παλεύουν τα αντίθετα και γι’ αυτό τα πάντα διαρκώς μεταβάλλονται, διαρκώς αλλάζουν. Προς αυτήν την άποψη του Ηράκλειτου είναι τελείως αντίθετος ο Παρμενίδης ο οποίος λέει ότι τίποτα δεν αλλάζει. Απλώς μας φαίνεται ότι όλα αλλάζουν. Στην πραγματικότητα όλα είναι. Η συνέχεια του Παρμενίδη είναι ο Αριστοτέλης ο οποίος διατυπώνει τους κανόνες του ανθρώπινου λογισμού και θέτει ως πρώτη αρχή ότι “το Α δεν μπορεί να είναι και μη-Α”, δεν μπορεί κάτι να είναι ταυτόχρονα αυτό και μη-αυτό. Απαγορεύεται, κατά τον Αριστοτέλη, να πεις “το Α είναι και μη-Α” διότι αντιφάσκεις. Απαγορεύεται να το πεις κατ’ αρχήν.
Η αρχή του Αριστοτέλη είναι αρχή της “μη αντιφάσεως” όχι της “μη αντιθέσεως”. Το πρόβλημα ξεκινά επειδή ο Αριστοτέλης ταύτιζε το πώς είναι φτιαγμένος ο νους μας με το πώς είναι ο κόσμος κι άρα, έλεγε, αφού δεν μπορείς να το πεις δεν μπορεί και να συμβαίνει. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να το αποδείξει. Πώς αποδεικνύεται ότι ο κόσμος πηγαίνει κατά τις γραμμές του νου μας; Πώς αποδεικνύεται ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος με τη λογική μας; Ο Αριστοτέλης το δεχόταν αξιωματικά αυτό αλλά δεν κατάφερε να το αποδείξει. Πιστεύοντάς το όμως αυτό δεν δεχόταν να ακούσει ότι το κάθε τι είναι και δεν είναι ο εαυτός του. Γι’ αυτό και πολεμάει τον Ηράκλειτο παρ’ ότι πολύ καλά τον έχει καταλάβει και πολύ βαθιά τον εκτιμά, διότι βεβαίως δεν είναι ηλίθιος ο Αριστοτέλης, απλώς έχει αυτήν τη σταθερή θέση.
Ο Διογένης Λαέρτιος μας λέει ότι για τον Ηράκλειτο “Γίνεσθαί τε πάντα κατ’ ἐναντιότητα καὶ ῥεῖν τὰ ὅλα ποταμοῦ δίκην”, δηλ. όλα γίνονται ακολουθώντας το νόμο της εναντίωσης, της αντίθεσης κι όλα ρέουν σαν ποτάμι. Όπως σώζεται με τα λόγια του ίδιου του Ηράκλειτου στο περίφημο απόσπασμα του “δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης”, δηλ. δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι. Γιατί είναι πάντοτε άλλα και άλλα νερά. Ή αλλού: “ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοῖσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα καὶ ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ”. Σ’ αυτούς που μπαίνουν στα ποτάμια όλο άλλα και άλλα νερά πέφτουν πάνω τους. Τι θα πει “ποτάμι”; Ποτέ δεν είναι ίδιο το ποτάμι. Μόνο η λέξη “ποτάμι” είναι μία και πάντα η ίδια. Αλλά η λέξη δεν δείχνει τη φύση του ποταμού, ονομάζει απλώς αυτό που συμβαίνει εκεί για να μπορούμε να συνεννοούμαστε. Το ποτάμι καθ’ εαυτό είναι κάτι που δεν εκφράζεται με τη σταθερή λέξη “ποτάμι”.
Η φύση, λοιπόν, του ποταμού είναι κάτι άλλο που δεν μπορεί να το πει η λέξη που χρησιμοποιούμε για τον ποταμό. Αν κανείς σκεφτεί πάνω σ’ αυτό μονάχα το παράδειγμα, θα συλλάβει το εξής: ο κόσμος εμφανίζεται όπως τον εμφανίζει η γλώσσα, σαν κάτι το σταθερό, αλλά δεν είναι σταθερός. Άρα η γλώσσα ψεύδεται. Και γιατί ψεύδεται; Μα γιατί η γλώσσα δεν έγινε για να γνωρίζει τον κόσμο, έγινε πρωτίστως για να συνεννοούμεθα μεταξύ μας για κείνα που συμβαίνουν μες τον κόσμο και να μπορούμε να κάνουμε εκείνο που εμείς θέλουμε. Ώστε, λοιπόν, ο λόγος είναι δημιούργημα κοινωνικό και πρακτικό. Δεν είναι ο λόγος όργανο για να γνωρίσεις τον κόσμο. Αυτό λέει ο Ηράκλειτος. Ενώ ο Αριστοτέλης θέλει να πιστεύει ότι όπως είναι ο νους μας, όπως τα λέει ο νους μας είναι και ο κόσμος και άρα μέσω του λόγου γνωρίζουμε τον κόσμο. (Παρενθετικά να πούμε εδώ ότι είναι βασικό το πρόβλημα κριτικής της γνώσεως και μ’ αυτό ασχολείται κάθε φιλοσοφική σκέψη στην αρχή-αρχή της: είναι δυνατή η γνώση; Παλεύουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο. Μπορούμε όμως πράγματι να γνωρίσουμε οτιδήποτε έξω από τη συνείδησή μας; Μήπως όταν σκεφτόμαστε δεν γνωρίζουμε τον κόσμο αλλά το μυαλό γνωρίζει απλώς τον εαυτό του; Δεν θα το λύσουμε εμείς εδώ. )
Πάντως στον 19ο αιώνα ξανάγινε επίκαιρη η παραπάνω άποψη του Ηράκλειτου. Και στον 20ο αιώνα έγινε επίκαιρη (λόγω της προόδου της επιστήμης) μια άλλη θέση του για τη φύση του κόσμου: “Κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα” (ποίηση πραγματική). Δηλαδή: Τον κόσμο αυτόν που είναι ίδιος για όλους δεν τον έφτιαξε ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος (πάνε στο διάολο οι θρησκείες δηλαδή, δεν υπάρχουν οι πίστεις, αφήστε τα ψέματα λέει ο Ηράκλειτος) αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι φωτιά που υπάρχει αιώνια και που ανάβει και σβήνει με ρυθμό (“μέτρα”).
Αυτό (περίπου) λέει η σύγχρονη επιστήμη. Ότι ακριβώς στο σύμπαν κάθε σύστημα ήταν αρχικά ενέργεια (φωτιά), κοσμοποιήθηκε, έγινε ύλη και θα φθάσει να απορροφηθεί σε μια μαύρη τρύπα από την οποία πάλι θα εκραγεί για να δημιουργήσει κόσμο. Κι όμως αυτός τη βρήκε μόνος του αυτήν τη συνεχή διαδοχή. Πώς το βρήκε; Με το ένστικτο, με τη διαίσθηση; Πάντως δεν το βρήκε με τη λογική του Αριστοτέλη. Δεν είχε δεδομένα, δεν είχε όργανα, δεν μπορούσε να το αποδείξει. Το φαντάστηκε. Ίσως, λοιπόν, η φαντασία είναι μέθοδος γνώσεως.
Συνεχίζει ο Ηράκλειτος σε άλλο απόσπασμα:
“τοῦ δὲ λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι γίνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον· γινομένων γὰρ πάντων κατὰ τὸν λόγον τόνδε ἀπείροισιν ἐοίκασι, πειρώμενοι καὶ ἐπέων καὶ ἔργων τοιούτων, ὁκοίων ἐγὼ διηγεῦμαι κατὰ φύσιν διαιρέων ἕκαστον καὶ φράζων ὅκως ἔχει· τοὺς δὲ ἄλλους ἀνθρώπους λανθάνει ὁκόσα ἐγερθέντες ποιοῦσιν, ὅκωσπερ ὁκόσα εὕδοντες ἐπιλανθάνονται”.
Σε ελεύθερη απόδοση: Ενώ ο λόγος είναι εδώ, η αλήθεια είναι εδώ και ενώ υπάρχει πάντα η αλήθεια μπροστά μας ή μέσα μας, κι όμως πάντοτε άμυαλοι εμφανίζονται οι άνθρωποι, και πριν ακούσουν την αλήθεια και αφού την μάθουνε. Κι ενώ όλα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτή την αρχή, μοιάζουν οι άνθρωποι σαν να μην ξέρουν, σαν να μη ζουν, σα να μη νιώθουν τι συμβαίνει, αποπειρώμενοι να πούνε και να κάνουνε τέτοια που εγώ τα αναφέρω και τα εξηγώ χωρίζοντάς τα κατά τη φύση του το καθένα και τα λέω όπως είναι (κι όχι όπως τα σερβίρουν αυτοί που δεν τα καταλαβαίνουν). Όλοι οι άλλοι, όμως, τους ξεφεύγουν όσα κάνουν όταν είναι ξυπνητοί όπως τους ξεφεύγουν και όσα κάνουν ενώ κοιμούνται (ονειρεύονται ξυπνητοί δηλαδή, ή κοιμούνται όρθιοι).
Και μετά λέει το περίφημο:
“διὸ δεῖ ἕπεσθαι τῷ ξυνῷ, τουτέστι τῷ κοινῷ· ξυνὸς γὰρ ὁ κοινός· τοῦ λόγου δ᾽ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἱδίαν ἔχοντες φρόνησιν”.
Δηλαδή: πρέπει κανείς να ακολουθεί τον κοινό νου. Κι ενώ ο λόγος (η λογική, ο τρόπος σκέψεως) είναι κοινός σε όλους, ζουν οι πολλοί σαν να έχει ο καθένας δικιά του φρόνηση (σκέψη). Θα τον ρώταγα: Γιατί αφού είναι κοινή η λογική, ζουν οι πολλοί σα να έχουν δικιά του λογική ο καθένας; Άρα υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο μες τον άνθρωπο το οποίο δεν είναι λογική. Και δεν του ξεφεύγει αυτό βέβαια του Ηράκλειτου. Σε άλλο απόσπασμα μας λέει: “των δέ κοιμωμένων έκαστος ές ίδιον αποστρέφεται”, δηλαδή στον ύπνο, στο όνειρο ο καθένας γυρνάει στο δικό του κόσμο και βλέπει άλλα. Υπάρχει εδώ, άραγε, εν σπέρματι και αδιαμόρφωτη ακόμη η έννοια του ασυνείδητου ή υποσυνείδητου;
Για να δούμε ένα ακόμη απόσπασμα:
“εἰ πάντα τὰ ὄντα καπνὸς γένοιτο, ῥῖνες ἂν διαγνοῖεν”.
Αν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο γίνονταν καπνός, θα τα γνώριζαν οι μύτες, τα ρουθούνια. Ότι δηλαδή υπάρχει ένα όργανο γνώσης ανάλογο με τον κόσμο. Ποιο όμως είναι αυτό; Η λογική του Αριστοτέλη; Ή μήπως εκείνο το άλλο στοιχείο που δεν είναι λογική; Δεν ξέρουμε τη γνώμη του Ηράκλειτου γιατί το απόσπασμα σταματάει εδώ, έχει χαθεί το παρακάτω.
Και κείνο του το περίφημο:
“τό ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καὶ πάντα κατ’ ἔριν γίνεσθαι”.
Τα αντίθετα συγκλίνουν, ενώνονται, και από τα αντίθετα, από τις διαφορές πετυχαίνεται η πιο όμορφη, η καλύτερη αρμονία, και τα πάντα γίνονται κατά σύγκρουση. Καθιερώνει λοιπόν ξεκάθαρα εδώ ο Ηράκλειτος τη διαλεκτική αρχή, την σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Κι αυτό είναι άλλο ένα σημείο που τον φέρνει σε σύγκρουση με το ρασιοναλισμό του Αριστοτέλη. Ή όπως μας παραδίδεται από αλλού ότι το είπε ο Ηράκλειτος “συνάψιες ὅλα καὶ οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον, καὶ ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα”. Όλα και όχι όλα είναι συναρτήσεις, είναι συναφή, η ομόνοια και η διχόνοια, η συμφωνία και η ασυμφωνία: το ένα γεννιέται απ’ όλα και από το ένα όλα. Αν ανάψω τον αναπτήρα μου η θερμότητα που εκλύεται από τη φλόγα εκπέμπεται στο άπειρο, στα πέρατα του σύμπαντος θεωρητικά. Η μετατροπή της ύλης (βενζίνη, αέριο) σε ενέργεια (θερμότητα) που γίνεται με το άναμμα του αναπτήρα αφορά το σύμπαν. Εξ ενός πάντα επηρεάζονται. Αλλά και το αντίστροφο: ο αναπτήρας είναι φτιαγμένος από πλαστικό, πολυεστέρες, μέταλλο, χημικά στοιχεία, το αέριο που περικλείει, κλπ. Για να γίνει ο αναπτήρας προϋποτίθεται το σύμπαν ολόκληρο. Εκ πάντων ένα προκύπτει. Το κάθε τι είναι από το όλο και το ένα είναι μέσα στο κάθε τι.
Και βέβαια το πασίγνωστο:
“πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους”.
Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς. Άλλους ανέδειξε σε θεούς και άλλους σε ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους και άλλους ελεύθερους. Η φράση βέβαια ουδεμία σχέση έχει με τους πολέμους. Και αυτοί που χρησιμοποιούν τη φράση για να μιλήσουν για πολέμους είναι απλώς ηλίθιοι ή επίτηδες παραχαράσσουν το λόγο του Ηρακλείτου. Όταν λέει “πόλεμος” ο Ηράκλειτος εννοεί τη διαλεκτική σύγκρουση για την οποία μιλήσαμε και δεν αναφέρεται στους πολέμους. Δεν εννοεί ότι “ο πόλεμος τα’ χει γεννήσει όλα άρα είναι ευεργετικός ο πόλεμος”. Αυτά τα λένε οι ηλίθιοι που θέλουν να βγάλουν τον Ηράκλειτο περίπου πολεμοκάπηλο. Ο Ηράκλειτος μιλάει για τη σύγκρουση των αντιθέτων και λέει ότι όλα γίνονται “κατ’ ἔριν”.
Ήταν ένας πολύ οργισμένος και εγωτικός στοχαστής ο Ηράκλειτος, με εξόχως προσωπική σκέψη. Όταν του ζήτησαν οι Εφέσιοι να τους κάνει νόμους για την πολιτεία τους, αρνήθηκε (“ὑπερεῖδε” μας λέει ο Διογένης Λαέρτιος όπως είπαμε) και απάντησε: “ἡβηδὸν ἀπάγξασθαι πᾶσι καὶ τοῖς ἀνήβοις δε τὴν πόλιν καταλιπεῖν”. Όλοι όσοι είστε πάνω από την ηλικία του εφήβου (πάνω από 15 χρονών) να πάτε όλοι να κρεμαστείτε, να απαγχονιστείτε και να αφήσετε την πόλη στα παιδιά. Τρελός; Μπορεί.